Σου φουσκώσαν τα μυαλά και σου αδειάσαν το κεφάλι
Σου τάξαν μεγαλεία μα σου δώσανε χάλι
Κατέβασέ τους, κατέβασέ τους
Αυτοί σου παίζουνε jazz κι εσένα blues μόνο φτάνει
Σου βγάλαν την κουκούλα και φορέσανε κράνη
Κατέβασέ τους, κατέβασέ τους
«Ναι, θα στο λέω μέχρι να το μάθεις! Κατέβασέ τους…»
Εάν η κρίση είναι νύφη, τότε εσύ θα την πληρώσεις
Αυτοί θα πάρουν bonus κι εσύ κι άλλες δόσεις
Κατέβασέ τους, κατέβασέ τους
ΑΦΟΥ ΕΣΥ ΓΟΝΑΤΙΖΕΙΣ
ΣΟΥ ΜΟΙΑΖΟΥΝ ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΟΛΟΙ
ΟΤΑΝ ΤΟΥΣ ΕΙΠΕΣ ΑΡΧΗΓΟΥΣ,
ΑΥΤΟΙ ΣΕ ΕΙΠΑΝΕ ΠΙΟΝΙ
Κατέβασέ τους, κατέβασέ τους
«Τι τους κοιτάς ρε θύμα;! Κατέβασέ τους…»
ΓΙΑΤΙ Ο ΕΝΑΣ ΕΙΝΑΙ ΦΛΟΓΑ ΚΑΙ ΟΙ ΔΕΚΑ ΕΠΙΘΥΜΙΑ
ΟΙ ΕΚΑΤΟ ΕΙΝΑΙ ΜΟΔΑ ΚΑΙ ΟΙ ΧΙΛΙΟΙ ΕΠΙΔΗΜΙΑ
ΔΕΚΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ, ΦΕΡΤΕ ΚΑΜΕΡΕΣ,
ΕΙΝΑΙ ΣΟΒΑΡΗ Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
ΣΤΟ ΕΝΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΟ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
«Πονάει η πλατούλα; Κατέβασέ τους…»
ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΜΕΝΟ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΚΙ ΕΧΕΙ ΣΤΟΧΟ ΕΣΕΝΑ Μην σκοτώνεις τα κουνούπια, άλλοι σου πίνουν το αίμα
Τους έπλεξες εγκώμια, σου πλέξανε στεφάνι
ΚΑΝΕ ΕΣΥ ΤΗΝ ΑΡΧΗ
ΚΙ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΚΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ Κατέβασέ τους, κατέβασέ τους
Κατέβασέ τους, κατέβασέ τους τώρα
Κατέβασέ τους ήρθε η ώρα, κατέβασέ τους τώρα.
Γι’ αυτούς που φλέρταραν με τη μελαγχολία καιρό πολύ. Γι’ αυτούς που την αγάπησαν. Που την πλησίασαν τόσο ώστε στο τέλος την πίστεψαν ως πραγματική, ως φυσική κατάσταση του ανθρώπου. Την αγκάλιασαν κι αυτή τους κοίμισε. Και ξύπνησαν μια μέρα με μούτρα σακατεμένα, λασπωμένα κι άγνωστα. Με τα κομμάτια τους σπασμένα, ξαφνιασμένα, σκόρπια, γρήγορα και πρόχειρα ριγμένα σ’ ένα ξένο σώμα που το γεμίζανε άτσαλα προκειμένου να σωθούν.
Συνήλθανε. Και δεν γνωρίζαν πού βρισκόντουσαν γιατί αυτό που έβλεπαν δεν το αναγνωρίζανε ως εικόνα τους. Γνώριζαν όμως τους γύρω. Και το περιβάλλον. Και τις εσωτερικές φωνές τους.
Όταν αυτό που προέχει είναι να σωθείς δεν σ’ ενδιαφέρει αν είναι όμορφο το σωσίβιο. Σου αρκεί που βρέθηκε. Ευγνωμονείς που κάποια “χέρια” -γνωστά και άγνωστα- μάζεψαν τα κομμάτια από τη λάσπη και τα ρίξαν στο σακούλι.
Και πέρασε καιρός και καταφέρανε σιγά σιγά να ενώσουν τα κομμάτια τους αυτά σε ένα ενιαίο σύνολο και πάλι. Φιλτράροντας τη θλίψη. Στέλνοντάς την σ’ έναν κάδο ανακύκλωσης. Ξαναστήνοντας έναν άνθρωπο χαρούμενο. Σε άλλο σώμα… Πίσω από μάσκα… Κρυμμένο… …Προστατευμένο?... Δίχως θλίψη πια. Μα μ’ έναν φόβο: Αυτός ο κάδος ανακύκλωσης, τίγκα στην πίκρα και τον θυμό, μέσα στο ίδιο σώμα…..?.....
Σας έχει συμβεί ποτέ να διαβάζετε ένα βιβλίο και ενώ το βιβλίο αυτό δεν είναι καθόλου δύσκολο από άποψη κατανόησης ή γραφής και επιπλέον, είναι απολαυστικότατο, εσείς να μην μπορείτε να το προχωρήσετε με το ρυθμό που θα περιμένατε γιατί οι σελίδες που κάθε φορά τελειώνετε ξεσηκώνουν μέσα σας 1000 ακόμα σκέψεις και 2000 παρορμήσεις που δεν σας αφήνουν να συγκεντρωθείτε και να παρακολουθήσετε τη συνέχεια;
Αυτό ακριβώς έπαθα εγώ με το φρεσκο-κυκλοφόρητο βιβλίο του Απόστολου Λυκεσά, «Το Τσίρκο των Ψύλλων».
Υπήρχαν κεφάλαια ή σελίδες που τις τελείωνα και αναγκαστικά σταματούσα. Έπρεπε να το αφήσω, να κάνω καναδυό γυροβολιές μέσα στο σπίτι, να κατέβει η ταραχή από το λαιμό στο στομάχι, να ‘ρθει και να καθίσει το πράγμα, για να πάω παρακάτω.
Χαρακτηριστική και ξεκάθαρη είναι η αναφορά του συγγραφέα στην πόλη μας και τους πολίτες της, την οποία ζωγραφίζει με απόλυτη ακρίβεια, με μοναδική προσωπική του παρέμβαση στο όνομά της. Αποφασίζει και την ξαναβαφτίζει, πολύ πετυχημένα, κατά τη γνώμη μου, δεν λέω πώς, ανακαλύψτε το μόνοι σας:-)
Πίσω όμως από την πόλη, από το πώς αυτή έχει καταντήσει και από το ποιοι ευθύνονται για την κατάντια αυτή, το βιβλίο, όπως το είδα εγώ, μιλάει για ένα σωρό πράγματα.
Για την απληστία, για το πώς κάποιοι βρεθήκαν ξαφνικά με «προίκα», για την αδιαφορία, την απάθεια, την «αμεριμνησία» και τα παρεπόμενά της στο άτομο και το σύνολο, για την δουλοπρέπεια με την οποία συμπεριφερόμαστε, χαρίζοντας αφελέστατα σε «αφέντες» ό,τι με κόπο φτιάχνουμε μόνοι μας, υποθηκεύοντας έτσι τις ίδιες τις ζωές μας, για την πλασματική ασφάλεια που νιώθουμε κλεισμένοι στα σπίτια μας και που δεν είναι παρά μια αυταπάτη.
Μιλάει όμως και για την ακεραιότητα του ανθρώπου και τον αγώνα του για την διασφάλισή της, για την διατήρηση αξιών που κάποιοι προσπαθούν να τις υποτιμήσουν κολλώντας τους την γνωστή ταμπελίτσα: «παρωχημένες»,
για «τρύπια συνθήματα» και για έναν άλλον κώδικα τιμής, αντρίκιο, που διαθέτουν άνθρωποι που αυτή η «πολιτισμένη» κοινωνία τους κρατά στο περιθώριο.
Όμως το βιβλίο δεν είναι δοκίμιο. Είναι ένα υπέροχο λογοτεχνικό βιβλίο, ένα μυθιστόρημα, που έχει δράση, έχει αγωνία, έχει προβληματισμό και ιδέες, κρύβει εκπλήξεις, κρύβει απανωτές κορυφώσεις, διαθέτει φαντασία και προσφέρει άφθονο γέλιο!
Παρελαύνουν περήφανα μέσα του οι αρχές της πόλεις, εντολοδόχοι της θρησκείας, όργανα της τάξης, δικηγόροι, απαθείς πολίτες, Ιταλική μαφία, περήφανοι Ρομ…
Μπλέκονται, φανταστικά κι ευφάνταστα, τα μοναστήρια, η αρχαία κληρονομιά, οι άθλιοι καταυλισμοί των τσιγγάνων και βέβαια, σε εξέχουσα θέση, το πιο «όμορφο» κτίριο της πόλης, προσφάτως υψωμένο κι απλωμένο. Μόνο που του λείπει μάλλον λίγο χρώμα;). Προσφορά με το βιβλίο αυτό λοιπόν, μερικές πινελιές:-)
Τελικά, είτε ευθέως είτε ρίχνοντας μικρά μικρά καρφάκια, καταλήγει να «τα χώνει» παντού, δίχως όμως κανένα ίχνος υπεροψίας. Αντίθετα, πρόκειται για ένα βιβλίο εντυπωσιακής τρυφερότητας και οργής.
Απολαυστικότατος και «προσωπικός» είναι και ο τρόπος γραφής, τόσο από άποψη λόγου όσο και από άποψη δομής. Οι δύο ιδιότητες του συγγραφέα –αυτή του δημοσιογράφου και αυτή του λογοτέχνη- δένονται αρμονικά και δίνουν το προσωπικό του στίγμα. Ποιητικό -αλλά όχι αδέσποτα λυρικό- όπου το συναίσθημα το απαιτεί, στεγνό και «καταγραφικό», όπου η εξιστόρηση των συμβάντων το επιβάλλει. Απόλυτα ισορροπημένο και ταυτόχρονα πρωτότυπο (για τα σύγχρονα τουλάχιστον ελληνικά δεδομένα, απ’ όσο τα γνωρίζω εγώ).
Τέλος, για μένα, το βιβλίο αυτό είναι ένα βιβλίο δικαίωσης σε πολλά πράγματα που σκέφτομαι και νιώθω (και φαντάζομαι και άλλοι γύρω μας). Δικαίωσης! Όχι εκτόνωσης. Έχει σημασία η λέξη. Γιατί στις μέρες μας, ό,τι δεν μπορούν να το καταπνίξουν επιχειρούν να το εκτονώσουν για να περάσει πιο ομαλά κι ανώδυνα. Όμως το βιβλίο αυτό φορτίζει μπαταρίες. Δεν τις αδειάζει.
Εν ολίγοις, πρόκειται για ένα λιγάκι «επικίνδυνο», μάλλον «ενοχλητικό» βιβλίο, για τους διαχειριστές της πόλης (και οποιασδήποτε πόλης), αλλά και για τους «χαλαρούς» πολίτες της.
Ενοχλητικό, γι’ αυτό και σημαντικό.
Λέω λοιπόν, μαζί με τα συγχαρητήριά μου για το υπέροχο προαναφερθέν κτίριο, να στείλω στον άρχοντα της πόλης
και το βιβλίο αυτό δωράκι.
Κι εγώ η ίδια, να το ‘χω πάντα κάπου δίπλα μου για να κοιτάζω το επίσης πανέμορφο εξώφυλλό του.
Αποσπάσματα πολλά δεν παραθέτω, πρώτον γιατί κάποιοι που το ‘χουν ήδη στα χέρια τους και το διαβάζουν μου ζητήσανε να μην το κάνω και δεύτερον γιατί έχω υπογραμμίσει τουλάχιστον το μισό βιβλίο! Μόνο ένα, που βρίσκεται στις τρεις πρώτες σελίδες και σήμανε αμέσως τον συναγερμό που προοιώνιζε ότι εμένα αυτό το βιβλίο θα μου αρέσει ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ!:
“Ο Κύρος Λαύρος έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό. Δεν απαιτεί τίποτε από τους άλλους…Αυτή η ιδιότυπη «νευρική ανορεξία πλεονεξίας» ακούγεται ως προσόν…Όμως από παλιά δεν είχε θετικές συνέπειες για όσους διάβηκαν μ’ αυτή την αρχή στη ζωή τους. Το πλεονέκτημα της αυτονομίας και της συνεπακόλουθης ανεξαρτησίας δεν αναγνωρίζεται πάντα και απ’ όλους ως προτέρημα…Ο Κύρος Λαύρος τα γνωρίζει όλα τούτα. Αλλά επειδή ο μοναδικός του μεγάλος συμβιβασμός μέχρι τώρα είναι αυτός που έχει κάνει με τον εαυτό του, αλίμονο σ’ εκείνους οι οποίοι θα υποστούν όσα είχαν σκεφτεί να του κάνουν. Διότι αν κάτι δεν ξέρει ο Κύρος για τον εαυτό του και είναι αργά πλέον να το μάθει είναι τα όρια της ανοχής του που συνορεύουν με τις εκρήξεις βιαιότητας…”
Εκρηκτικό ξεκίνημα κατά τη γνώμη μου. Πολύ καλύτερη η συνέχεια. Αγαπημένο μου κεφάλαιο: «Τα Τρύπια Συνθήματα».
Καλή ανάγνωση!
…Αν δεν το καταλάβατε, ενθουσιάστηκα!
Το βιβλίο του Απόστολου Λυκεσά «Το Τσίρκο των Ψύλλων» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.
Ήταν η δεύτερη φορά που το διάβαζα και το ξεκίνησα με μια όχι και τόσο ευχάριστη αφορμή. Χαίρομαι όμως πάρα πολύ που το έκανα. Το βιβλίο δεν το θυμόμουνα ολόκληρο, θυμόμουνα όμως το βασικό του στόρι και τον απίστευτα εγωπαθή, εγωκεντρικό και ματαιόδοξο ήρωά του. Γι’ ακόμη μια φορά, τελειώνοντάς το, κατάλαβα γιατί μερικοί συγγραφείς χαρακτηρίστηκαν κλασικοί. Όταν ένα βιβλίο σπάει τα χρονικά και γεωγραφικά όρια και φτάνει να αφορά τους πάντες και πάντα και ταυτόχρονα είναι τόσο γενναιόδωρο σε λογοτεχνική απόλαυση, ανάγεται αυτόματα σε ένα άλλο λογοτεχνικό επίπεδο. Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι είναι ένα πολύ γεμάτο βιβλίο. Πολύ πλούσιο, αλλά καθόλου βαρύ. Πιάνει θέματα που αφορούν από το εντελώς προσωπικό/ατομικό - ανθρώπινους χαρακτήρες, συμπεριφορές, συναισθήματα κλπ – μέχρι ζητήματα κοινωνικά, θρησκευτικά, πατριωτικά, ταξικά. Σε πρώτο πλάνο μιλάει για τη ματαιοδοξία, αλλά πάνω της και γύρω της, ο συγγραφέας, κεντάει το ήθος, την διαφθορά, την πίστη –σε αντιδιαστολή με την θρησκεία-, την πατρίδα, την εθνικότητα. Όλα αυτά τα “ιερά” και “όσια”, τα εξ’ ορισμού αδιαμφισβήτητα, τα πιάνει, τα συνθλίβει, τα διαλύει, τα αποσυνθέτει και τα ανασυνθέτει και φτου κι απ’ την αρχή. Χωρίς να ηθικολογήσει πουθενά, χωρίς να σε κατευθύνει ή έστω να σε προσανατολίσει. Πρόκειται για ένα θρίλερ, όχι τόσο του ίδιου του Ντόριαν, αλλά περισσότερο του αναγνώστη. Πιο πολύ, μοιάζει να θέλει να σε ταράξει. Ακόμη και να σε σοκάρει . Να σε ταρακουνήσει, σπέρνοντας μέσα σου την αμφιβολία, την αμφισβήτηση, τον προβληματισμό για όλα αυτά που μέχρι τώρα θεωρούσες δεδομένα. Μια αμφισβήτηση που γίνεται εντονότερη με την πάροδο του αρχικού σοκ. Είναι αυτό που πολύ συχνά λέμε μετά το τέλος ενός βιβλίου: “αυτό που μένει”.
“- Και τι γνώμη έχεις για την Τέχνη; - Είναι μια αρρώστια. - Ο Έρωτας; - Μια αυταπάτη. - Η θρησκεία; - Υποκατάστατο της πίστης, πολύ της μόδας σήμερα.’
“Τα νιάτα! Δεν υπάρχει τίποτα ισάξιο με τα νιάτα. Είναι ηλίθιο να μιλάμε για την άγνοια της νιότης. Οι μόνοι άνθρωποι που εκτιμώ τη γνώμη τους τώρα είναι οι πολύ νεότεροί μου. Έχω την εντύπωση πως βρίσκονται πολύ πιο μπροστά από μένα. Η ζωή τους έχει αποκαλύψει το τελευταίο της θαύμα. Όσο για τους ηλικιωμένους, διαφωνώ πάντα μαζί τους. Είναι για μένα ζήτημα αρχής. Αν ρωτήσεις τη γνώμη τους για κάτι που έγινε χτες, σ’ εφοδιάζουν, μ’ όλη τη δυνατή σοβαρότητα, με τις απόψεις που επικρατούσαν στα 1820, όταν ο κόσμος φορούσε ψηλά κολάρα, πίστευε στο καθετί και δεν ήξερε απολύτως τίποτα.”
Το θέμα βέβαια που χρησιμοποιεί για να πει όλ’ αυτά, και που, στις μέρες μας τουλάχιστον, όλοι συνηθίζουμε να δείχνουμε υπεράνω και ότι πρόκειται για κάτι ρηχό που εμείς, ως άνθρωποι καλλιεργημένοι δεν του δίνουμε και τόση σημασία, αλλά κοιτάμε δήθεν πάντα πράγματα βαθύτερα στους ανθρώπους και πιο ουσιαστικά, και είμαστε τελικά όλοι ψεύτες, είναι η εξωτερική ομορφιά και η βαρβαρότητά της. Πόση και τι επίδραση έχει ένας όμορφος εξωτερικά άνθρωπος πάνω μας; Γιατί τον συμπαθούμε πολύ πιο εύκολα κάποιον που μας χαμογελάει όμορφα; Γιατί τον προσέχουμε περισσότερο; Γιατί τον πιστεύουμε περισσότερο; Γιατί συμφωνούμε, δεχόμαστε ή και καθοδηγούμαστε, ανάλογα με τα δικά του πιστεύω και τις διαθέσεις του; Αν μάλιστα, η ομορφιά και η επίδρασή της είναι ένα στοιχείο που αυτός που το έχει, το ‘χει καλλιεργήσει κι έχει μάθει να το χρησιμοποιεί και να το εκμεταλλεύεται όπως θέλει, τότε, με μόνο αυτό το ταλέντο, ανοίγονται μπροστά του πόρτες που σε αντίθετη περίπτωση δεν θα του ανοίγονταν ποτέ. Μπορεί να κάνει πράγματα απίθανα χωρίς κανένα άλλο προσόν.
“Μα η ομορφιά, η πραγματική ομορφιά, τελειώνει εκεί που αρχίζει η πνευματική φυσιογνωμία. Το πνεύμα είναι αυτό καθαυτό ένα είδος υπερβολής και καταστρέφει την αρμονία κάθε προσώπου. Απ’ τη στιγμή που θα κάτσεις κάτω να σκεφτείς, το πρόσωπό σου γίνεται όλο μέτωπο ή μύτη ή ό,τι άλλο – πάντα φριχτό.”
Μέχρι πού όμως μπορεί να φτάσει; Ποια είναι τα όρια αντοχής αυτής της ματαιοδοξίας; Και ποια τα παρεπόμενά της;
“Δεν θα ‘πρεπε να κάνουμε ποτέ τίποτα που να μην μπορούμε να το συζητήσουμε μετά το δείπνο.”
Λοβέρδος: “Η κατάργηση των μορφών ελαστικής εργασίας και αδύνατη είναι και δεν μας εκφράζει.Γιατί υπάρχουν ανάγκες γι’ αυτή τη μορφή απασχόλησης, εδώ κι εκεί, στο χώρο των κοινωνικών και οικονομικών δραστηριοτήτων.”
Ok. Ευχή δική μου: Και στα παιδάκια σου Λοβέρδο μου (αν έχεις). Στο κεφαλάκι τους η ελαστική εργασία και άμεσα μάλιστα, αφού αυτή είναι η μορφή απασχόλησης που σας εκφράζει.
Σχόλιο: Η “απασχόληση”, φαίνεται, έφυγε μόνο από την διατύπωση του Υπουργείου Εργασίας, όχι όμως και από το λεξιλόγιό τους, πολύ δε περισσότερο από τα σχέδια μες στο μυαλό τους.
Λοβέρδος 2: “Το δικαίωμα στην εργασία είναι μια καλή διατύπωση. Ορισμένοι μάλιστα, λένε κι ότι απορρέει από το Σύνταγμα της χώρας. Είναι μια καλή διατύπωση. Στην πράξη όμως, στην καθημερινότητα όμως, έχεις άλλου είδους ανάγκες.”!!!?
Σχόλιοcopy από την Ελληνοφρένεια: “Kι όπως πολύ σωστά είπε ο Υπουργός Εργασίας, ΚΑΛΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΑΛΛΑ ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΕΣ”.
Όσο να πεις, ο Σοσιαλισμός είναι πλέον γεγονός.
Ναι στην ελαστική εργασία! Είναι η κατεξοχήν μορφή απασχόλησης με κοινωνικό πρόσωπο.
Κι όσο για το “δικαίωμα στην εργασία”, είναι απλά μια διατύπωση. Οι ανάγκες μας όμως είναι άλλες.
“…Η πόλη που έχεις εσύ δεν είναι αυτή που έχουν οι άλλοι.
Η δικιά σου πόλη, η πόλη του καθενός, έχει τις κολόνες του φωτισμού στο λάθος σημείο και είναι γεμάτη σκιές εκεί που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν…
…Ίσως η προσωπική πόλη του καθενός να έχει ομοιότητες με τις άλλες. Η αθλιότητα, η ανεργία, η αδιαντροπιά της εξουσίας που ψεύδεται ηλεκτρονικά, η τιμή της βενζίνης, το μαύρο σύννεφο που ταξιδεύει από βορειοδυτικά προς νοτιοδυτικά, η κακοκεφιά των γειτόνων του πέμπτου, η στάνταρ γεύση των χάμπουργκερ στα φαστφουντάδικα, η ακαριαία αντίδραση της καθαρίστριας όταν μια λάμπα κινείται απρόβλεπτα και αναγγέλλει το σεισμό.
Όλα αυτά όμως είναι διακόσμηση.
Ζούμε σε διαφορετικές πόλεις, που είναι κατασκευασμένεςμε υλικά τις καταχρήσεις εξουσίας και το φόβο, τη διαφθορά και τη διαρκή απειλή της ζούγκλας που, κρυμμένη στα πρόσωπα του συστήματος, ξεπροβάλλει κάθε τόσο για να μας υπενθυμίζει ότι είμαστε εύθραυστοι, ότι είμαστε μόνοι, ότι μια μέρα θα γίνουμε λίπασμα για τα ραδίκια.
Ή ότι μια μέρα όλα πρέπει να παιχτούν κορόνα-γράμματα, στυλ ουέστερν, ή να κριθούν σε μια μονομαχία στην κεντρική λεωφόρο: ΑΥΤΟΙ Ή ΕΜΕΙΣ…”
Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο του PacoIgnacioTaiboII, “Στην Ίδια Πόλη Υπό Βροχή”.
Εγώ αυτά θα ήθελα να πω με αφορμή την ημέρα του Πολυτεχνείου, δια στόματος του συγγραφέα. Γιατί για μένα, το Πολυτεχνείο δεν είναι μνημόσυνο, αλλά κάλεσμα για Δημοκρατία κι Ελευθερία. Και γιατί στο παραπάνω απόσπασμα αναγνωρίζω τον φασισμό που ζούμε κι εμείς (και που τον ονομάζουνε Δημοκρατία).
Κι ίσως τελικά η λύση να μπορεί να δοθεί όντως μόνο “σε μια μονομαχία στην κεντρική λεωφόρο: ΑΥΤΟΙ Ή ΕΜΕΙΣ”!
Θέλω να μελαγχολήσω μα ο καιρός δε μου κάνει τη χάρη. Πάλι ήλιος σήμερα. Θέλω ν’ απομονωθώ λιγάκι μα δε μ’ αφήνουνε οι φίλοι. Με προσκαλούνε για καφέ και κουβεντούλα. Θέλω να επιστρέψω στο παρελθόν Και να ξεκαθαρίσω τους λογαριασμούς μου με κάτι μαύρες τρύπες Όμως πολλά τα γεννητούρια τελευταία και δε μου μένει χρόνος Το μέλλον με τραβολογάει από το χέρι.
"Πώς μπορείς να βγάλεις χρήματα από τη δυστυχία των άλλων; Διοργανώνεις ένα μείγμα καλλιστείων και παιχνιδιού «ριάλιτι» μεταξύ αστέγων και λες ότι θέλεις με τον τρόπο αυτό να... προσελκύσεις την προσοχή στην τύχη αυτών των ανθρώπων. Η 58χρονη Τερέζ Φαν Μπελ κέρδισε στο Βέλγιο τον τίτλο της... Μις Άστεγη. Μαζί με τον τίτλο, κέρδισε έναν χρόνο δωρεάν διαμονής σ΄ ένα σπίτι. Η Τερέζ, η οποία ζει στον δρόμο στην ευρύτερη περιοχή των Βρυξελλών, και εννέα άλλες άστεγες γυναίκες πήραν μέρος στην εκπομπή, στη διάρκεια της οποίας υποτίθεται ότι θα εκπαιδεύονταν με στόχο να μπορέσουν να βρουν μια σταθερή δουλειά. Μία από τους διοργανωτές, η Αλίν Ντιπορτάιγ, πρώην Μις Βέλγιο (κανονική αυτή), εξήγησε ότι αυτός ο διαγωνισμός για τη Μις Άστεγη «δεν ήταν διαγωνισμός ομορφιάς, αλλά είχε στόχο να δείξει ότι οι γυναίκες που βρίσκονται στον δρόμο μπορούν να ξεφύγουν απ΄ αυτή την τύχη τους».
Κυρίως όμως, η εκπομπή έπρεπε να έχει θεαματικότητα. Έτσι το «κάστινγκ» των άστεγων γυναικών ήταν μελετημένο και αυστηρό. Υπήρχε μια φωνακλού, μια άλλη πονηρούλα και εξαιρετική στους λογαριασμούς, μια άλλη που δεν σταματούσε τις πλάκες, μια που ήταν πολύ πλούσια στο παρελθόν όμως γνώρισε τη δυστυχία. Τις έβαζαν να λένε στους κριτές πράγματα όπως «αυτή είναι η ωραιότερη ημέρα της ζωής μου» ή «έχω ζήσει στον δρόμο και έχω το δικαίωμα να βάλω μια στέγη πάνω από το κεφάλι μου», «αν αποκτήσω αυτό το σπίτι θα μπορώ να ξαναδώ το παιδί μου», «τώρα ανεβαίνω την πλαγιά». Οι γυναίκες εκπαιδεύτηκαν, πριν από τα «καλλιστεία», να περπατούν ίσια, με ψηλά το κεφάλι, κάτι που είχαν ξεχάσει τον καιρό που έζησαν στον δρόμο. Και κάθε εβδομάδα, δύο απ΄ αυτές ήταν «προτεινόμενες» και η μία καταψηφιζόταν από τους κριτές και τους τηλεθεατές. Οι άλλες την έβλεπαν να φεύγει, τη γέμιζαν φιλιά λέγοντάς της ότι είναι άδικο, ότι λυπούνται, τρέμοντας μήπως ακολουθήσουν οι ίδιες. Παιχνιδάκι, είπαν οι διοργανωτές, σε σύγκριση με όσα οι γυναίκες αυτές είχαν ζήσει στην πραγματική τους ζωή... Όμως ο εξευτελισμός δεν είναι παιχνίδι. Οργανώσεις για τα δικαιώματα των γυναικών και ενώσεις αρωγής προς τους αστέγους κατήγγειλαν τα «καλλιστεία» αυτά χαρακτηρίζοντάς τα από «άτοπα» μέχρι «απολύτως οικτρά», χωρίς σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. «Είμαι εξοργισμένη. Οι γυναίκες αυτές μετατράπηκαν σε μαριονέτες παρωδώντας την ίδια τη ζωή τους», δήλωσε η ακτιβίστρια Ζακλίν Ωμπενά. «Αυτή που θα κερδίσει θα έχει μια κατοικία για έναν χρόνο, και ύστερα;» ρώτησε ένας κοινωνικός λειτουργός. Άλλοι συνέκριναν τον διαγωνισμό μ΄ ένα κακόγουστο «Star Αcademy». Όμως στο «Star Αcademy» οι «προτεινόμενοι» φεύγουν από το στούντιο και επιστρέφουν στο σπίτι τους, στην οικογένειά τους, στο σπίτι τους. Στην... «Ακαδημία των Αστέγων», οι άστεγες επέστρεφαν κι αυτές στο σπίτι τους, στον δρόμο." (πηγή: Τα ΝΕΑ on Line, Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009)
Στο υπέροχο Βέλγιο. Στο κέντρο των αποφάσεων όλων των θεμάτων των σύγχρονων εξελιγμένων ευρωπαϊκών χωρών. Περήφανη κι εγώ που είμαι εκσυγχρονισμένη Ευρωπαία!
!!! Δηλαδή…όχι απλά ο πάτος έχει απόπατο. Αλλά κι ο απόπατος έχει άλλον απόπατο κι αναρωτιέμαι πού τελειώνουν οι απόπατοι τελικά!
Υπέροχο;!
Πάντως, αλήθεια θα είχε πλάκα να κάνω μια τέτοια αίτηση, έστω και μόνο για να δω τις φάτσες αυτών που θα την πάρουν για να την πρωτοκολλήσουν!
Εδώ που φτάσαμε!... Θα το σκεφτώ σοβαρά...
Χαχαχα!
Αποφασίσαμε, για την επόμενη συνάντηση στην Λέσχη Ανάγνωσης, να διαβάσουμε τα βιβλία “Ο Ξένος” ή “Η Πανούκλα” του Καμύ. Εγώ επέλεξα αρχικά τον Ξένο, τον οποίο όμως διάβασα μέσα σε λίγες μόνο ώρες, καθώς μου ήτανε αδύνατον να τον αφήσω από τα χέρια μου! Πραγματικά, τον λάτρεψα!
Είχα πολύ καιρό να αισθανθώ έτσι με ένα βιβλίο.
Τον ήρωά του τον ερωτεύτηκα στην κυριολεξία.
Και με το που το τελείωσα, ήθελα να το ξαναπιάσω απ’ την αρχή. Έχω ήδη γράψει τις εντυπώσεις μου πρόχειρα σ’ ένα τετράδιο αλλά σκέφτομαι να τις ολοκληρώσω μετά την δεύτερη ανάγνωση. Το βιβλίο μου άρεσε τόσο πολύ που δεν θέλω καν να το συζητήσω! Το νιώθω κάτι σαν προσωπική υπόθεση.
Στο μεταξύ, διαβάζω και την Πανούκλα. Δεν μπόρεσα να αντισταθώ σε μία ανάλογη πιθανή συγκίνηση. Και δεν έπεσα έξω. Λίγο πριν το τέλος και με συγκλονίζει εξίσου! Υπογραμμίζω συνέχεια κι η καρδιά μου αυξάνει τον ρυθμό της σε κάθε γραμμή.
Είχα αρχίσει να ξεχνάω πως η λογοτεχνία επιτελεί κι αυτή την λειτουργία. Συγκινεί, συγκλονίζει, ενθουσιάζει.
Είχα αρχίσει να συνηθίζω στο να απαιτώ λιγότερα και να περιορίζομαι σε πράγματα που μπορώ να συζητήσω.
Με λίγα λόγια, τα τελευταία βιβλία που διάβασα, αν και καλά, μειώσανε τις προσδοκίες μου.
Και να που ήρθε ο Καμύ να μου θυμίσει, με τον καλύτερο τρόπο, ότι η λογοτεχνία είναι και ιδέες, είναι και τέχνη, είναι και απόλαυση! Ξαναπιάνω επιτέλους, μετά από χρόνια, τον εαυτό μου να βρίσκεται κάπου έξω ή ν’ ασχολείται με κάτι άλλο και να αδημονεί να επιστρέψει πίσω, να συνεχίσει το βιβλίο. Να καρδιοχτυπά κρατώντας το στα χέρια του. Να του κόβεται η ανάσα καθώς διαβάζει, όπως “πνίγεται” κανείς όταν τρώει λαίμαργα. Να θέλει να το φτάσει γρήγορα ως το τέλος και ταυτόχρονα, να εύχεται να μην τελειώσει ποτέ!
Ξέρω ότι θα ακουστώ υπερβολική (ως συνήθως;-)) αλλά, αυτή τη στιγμή, σκέφτομαι ότι είμαι τυχερή που ζω, γιατί έτσι μπόρεσα να διαβάσω και Καμύ!!! (Κι ας άργησα…)
Η Πανούκλα δε, περιγράφει τη ζωή μας όπως είναι ακριβώς! Πιο πιστά δεν γίνεται. Και την έγραψε 60 χρόνια και, πριν! Αναρωτιέμαι τι παραπάνω θα έγραφε αν ζούσε τώρα.
Επίσης, αναρωτιέμαι αυτό που αναρωτιέμαι πάντα όταν διαβάζω βιβλία σαν κι αυτά:
Πώς είναι δυνατόν, αφού όλα αυτά γραφτήκανε, έχουν ειπωθεί κι είχαν και έχουνε ευρεία απήχηση και παραδοχή, να μην μπορέσανε να επηρεάσουνε σημαντικά την ιστορία της ανθρωπότητας και την πορεία της! Εδώ, η απάντηση είναι ίσως ακριβώς η ίδια η Πανούκλα. Μόνο όταν οι άνθρωποι αισθάνονται την ίδια την πανούκλα πάνω τους ΙΣΩΣ να συγκινηθούν ή να ταραχτούν λιγάκι. Το να την διαβάσουν ή να την ακούσουν μόνο, προφανώς, δεν είναι αρκετό να τους πτοήσει στο ελάχιστο. Ακόμη και αν την πιστέψουνε θεωρητικά.