Σάββατο, Σεπτεμβρίου 20, 2008
Πατρίδα...
Είναι κάτι φωνές που τραγουδούν τραγούδια αγαπημένα…
Ή…που μιλούν στο ραδιόφωνο…
Είναι ο καφές…
και κάτι ατέλειωτες συζητήσεις που οδηγούν…στο πουθενά!
Σαν τη Ζωή;-)
Είναι η γλώσσα που έμαθα καθώς μεγάλωνα και θα μαθαίνω μέχρι να πεθάνω…
Είναι κάποιες αγκαλιές, κάποια χαμόγελα, κάποιες χειρονομίες…
Είναι η αίσθηση που προκαλεί μια σκέψη…
Ή…που μιλούν στο ραδιόφωνο…
Είναι ο καφές…
και κάτι ατέλειωτες συζητήσεις που οδηγούν…στο πουθενά!
Σαν τη Ζωή;-)
Είναι η γλώσσα που έμαθα καθώς μεγάλωνα και θα μαθαίνω μέχρι να πεθάνω…
Είναι κάποιες αγκαλιές, κάποια χαμόγελα, κάποιες χειρονομίες…
Είναι η αίσθηση που προκαλεί μια σκέψη…
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 18, 2008
ΜΉΝΑΣ

Έκλεισα μήνα!
Όχι, δεν προσαρμόστηκα!
(Καλά, δεν προσαρμόστηκα 30 χρόνια στην Ελλάδα,
θα προσαρμοζόμουνα σε ένα μήνα στο, άσχετο τελείως, Βέλγιο?!!!)
Τα έχω φτύσει τελείως γιατί αυτοί εδώ πέρα είναι εντελώς τρελοί!
(Δεν το αναλύω παραπάνω, βαριέμαι. Πάντως, μας έχουν ξεθεώσει…
Χωρίς λόγο.)
Όχι, δεν θέλω να γυρίσω πίσω. Εκεί ήμουν χειρότερα.
(Και τώρα θα ήμουν ακόμη χειρότερα.)
Παρόλ' αυτά,
θέλω τις γάτες μου και τα σκυλιά των δρόμων,
θέλω χυμούς Motion, Halls κόκκινες,
γιαούρτι Κουκάκη κι όχι a la greque made in France
κι ένα Dettol σπρέι για απολύμανση.
Πιο πολύ: ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΙΛΑΩ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ!!!
Α! Kι ένα βιβλίο στατιστικής για αρχάριους στα ελληνικά, παρακαλώ!
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 12, 2008
Χορός
Εδώ είναι Φθινόπωρο. Κανονικό Φθινόπωρο, δηλαδή.
Όμορφα χρώματα, καλή θερμοκρασία…Και φύλλα…
Πεσμένα, καφετιά, χρυσοπράσινα ή σκέτο πράσινα…
Τα αχνοφωτίζει το φεγγάρι τη νύχτα όταν γυρνάω,
κι εγώ, μόλις τα πλησιάζω, επιβραδύνω το βήμα μου,
κι αρχίζω να σέρνω τα πόδια μου
για να σηκώνω αυτά τα φύλλα στον αέρα…να κάνω φασαρία!
Ξέρω ότι στη γωνία παραφυλάει η σιωπή
και θα μου ορμήξει μόλις θα κλείσω πίσω μου την πόρτα.
Ύστερα, σηκώνω το πρόσωπο στις κορυφές
κι έχω τώρα για ουρανό τα δέντρα.
Κλείνω τα μάτια και φαντάζομαι τα φύλλα αυτά
να πέφτουν πάνω μου πυκνά σαν τη βροχή
μα ελαφριά όπως γαλήνιες ανάσες και ζεστά σαν αγκαλιές.
Τα δέντρα αυτά είναι αστείρευτα!
Όσα φύλλα και αν ρίχνουν, ο ουρανός παραμένει γεμάτος.
Ύστερα, η εικόνα αυτή αλλάζει πάλι.
Γίνεται λίγο θλιβερή…ενίοτε τρομαχτική…:
Ανοίγω τα μάτια, βλέπω τα φύλλα που πέφτουν,
παρακολουθώ την πορεία τους με προσήλωση κι υπομονή.
Ένα, και δεύτερο, κι άλλο, κι άλλο…
Αναρωτιέμαι αν έφυγαν απ’ τα κλαδιά τους
αναζητώντας την Ελευθερία…
Κοιτώ…
Ακόμη και το πιο ελαφρύ, ακόμη και αυτό
που το ευνόησε η τύχη του άνεμου
και το άφησε να ταλαντευτεί λιγάκι παραπάνω,
έχει μια πορεία καθοδική…
Ποιος θα μου πει αν άξιζε που πήγε λίγο παραπέρα;
Ποιος θα μου πει αν, στα λεπτά που αιωρήθηκε,
νίκησε την αιωνιότητα
Ή αν νικήθηκε από τον τρόμο του κενού και του τέλους;
Όμορφα χρώματα, καλή θερμοκρασία…Και φύλλα…
Πεσμένα, καφετιά, χρυσοπράσινα ή σκέτο πράσινα…
Τα αχνοφωτίζει το φεγγάρι τη νύχτα όταν γυρνάω,
κι εγώ, μόλις τα πλησιάζω, επιβραδύνω το βήμα μου,
κι αρχίζω να σέρνω τα πόδια μου
για να σηκώνω αυτά τα φύλλα στον αέρα…να κάνω φασαρία!
Ξέρω ότι στη γωνία παραφυλάει η σιωπή
και θα μου ορμήξει μόλις θα κλείσω πίσω μου την πόρτα.
Ύστερα, σηκώνω το πρόσωπο στις κορυφές
κι έχω τώρα για ουρανό τα δέντρα.
Κλείνω τα μάτια και φαντάζομαι τα φύλλα αυτά
να πέφτουν πάνω μου πυκνά σαν τη βροχή
μα ελαφριά όπως γαλήνιες ανάσες και ζεστά σαν αγκαλιές.
Τα δέντρα αυτά είναι αστείρευτα!
Όσα φύλλα και αν ρίχνουν, ο ουρανός παραμένει γεμάτος.
Ύστερα, η εικόνα αυτή αλλάζει πάλι.
Γίνεται λίγο θλιβερή…ενίοτε τρομαχτική…:
Ανοίγω τα μάτια, βλέπω τα φύλλα που πέφτουν,
παρακολουθώ την πορεία τους με προσήλωση κι υπομονή.
Ένα, και δεύτερο, κι άλλο, κι άλλο…
Αναρωτιέμαι αν έφυγαν απ’ τα κλαδιά τους
αναζητώντας την Ελευθερία…
Κοιτώ…
Ακόμη και το πιο ελαφρύ, ακόμη και αυτό
που το ευνόησε η τύχη του άνεμου
και το άφησε να ταλαντευτεί λιγάκι παραπάνω,
έχει μια πορεία καθοδική…
Ποιος θα μου πει αν άξιζε που πήγε λίγο παραπέρα;
Ποιος θα μου πει αν, στα λεπτά που αιωρήθηκε,
νίκησε την αιωνιότητα
Ή αν νικήθηκε από τον τρόμο του κενού και του τέλους;
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 07, 2008
Χαιρετίσματα

Αναζητώντας την παιδική μου «πατρίδα», μόλις μπήκα στο δωμάτιο, όρμηξα στη φωνή του Βασίλη…στα «Χαιρετίσματα»…Τι γελοίο! Αυτός τώρα τραγουδάει «…σπίτι δεν έχω μήτε πατρίδα, με διώξατε όλοι…» κλπ κι εγώ ήδη νιώθω καλύτερα…Τέλος πάντων.
Affection. Να που υπάρχει τελικά αγγλική λέξη που
μ’ αρέσει. Που μπορεί να εκφράσει καλύτερα αυτό που θέλω τώρα να πω.
Αυτό είναι αυτό που μου λείπει.
Μπορώ να πω «τρυφερότητα». Μπορώ να πω «στοργή».
Το “affection” τα ‘χει και τα δύο.
Δεν είναι η απουσία ανθρώπων. Όλη μέρα με ανθρώπους ήμουν. Δεν είναι η απουσία «καλών» ή «διασκεδαστικών», «ευχάριστων» ανθρώπων. Μια χαρά είναι. (Εγώ πάντως δεν είμαι καλύτερή τους).
Είναι η παντελής απουσία αυτού του στοιχείου. Κάτι που, αν το είχα, θα μπορούσα ν’ αντέξω τα πάντα. Θα μπορούσα ν’ αναγνωρίσω την ομορφιά, να εκμεταλλευτώ την εμπειρία, να την ζήσω. Αν ένας απ’ αυτούς τους ανθρώπους «μ’ αγκάλιαζε» για μια στιγμή, ο τόπος αυτός ίσως να μου ‘δινε μία ιδέα ότι «ανήκω»…έστω και λίγο.
….ΔΕΝ είμαι "ανεξάρτητος άνθρωπος".
…Οι αισθήσεις μου δεν αισθάνονται. Έχουνε πάθει κράμπα. Όλες.
Δεν έχει σημασία τι συμβαίνει γύρω…
…Ξαναγυρνάω στο affection. Τελικά μόνο οι άντρες το διαθέτουν. Οι γυναίκες γίνονται τρυφερές και στοργικές ίσως για τα παιδιά τους μόνο.
…Όλη μέρα στις Βρυξέλλες. Beer Festival.
Τι κάνει κάποιος που δεν πίνει σε φεστιβάλ μπύρας;… Υπομονή!...
ή αρχίζει να τρελαίνεται!...Κι αφού η υπομονή είναι αρετή που διαθέτουνε λίγοι, εγώ άρχισα να τρελαίνομαι. Όταν επιτέλους, νύχτα πια, έφτασα στο σταθμό για να πάρω το τρένο για το Leuven το μόνο που ήθελα ήταν να μπω αμέσως μέσα, να καθίσω στο παράθυρο κι ας ταξιδέψει όση ώρα θέλει. Στην πραγματικότητα, ας ταξίδευε για πάντα! Να πήγαινε…να πήγαινε…να πήγαινε… Δυστυχώς, το ταξίδι αυτό κρατάει ελάχιστα. Μόλις 20 λεπτά.
…Πονάει ο λαιμός μου. Καίει λίγο και το πρόσωπό μου. Αλλά ίσως είναι από την κούραση.
Νιώθω εξαντλημένη!
Τα λέμε το πρωί…
Παρασκευή, Αυγούστου 15, 2008
Αντιφατικά
Σκέφτομαι πολλά. Νιώθω πολλά.
Θέλω πολύ. Φοβάμαι πολύ.
Όλα αντιφατικά.
Μερικές φορές…,πολλές φορές, η ζωή παίζει μαζί σου. Σχεδόν πάντα «σου την φέρνει». Όχι απαραίτητα άσχημα, αλλά σε αιφνιδιάζει. Νομίζεις πως την κοροϊδεύεις αλλά σε κοροϊδεύει αυτή. Εμένα τώρα μου την έφερε ευχάριστα…Λέω τώρα…Να δούμε τι θα λέω μετά.
…Πού να εξηγώ τώρα τι λέω. Κάποιοι σίγουρα καταλαβαίνουν. Κάποιοι θα νομίζουν πως με βάρεσε η ζέστη.
Αυτό που θέλω πάντως να πω είναι ότι φεύγω.
Κι ότι χαίρομαι που φεύγω.
Μετά από πολλά χρόνια νιώθω ότι θέλω κάτι πολύ! Την ευκαιρία μου την δίνουν.
Ταυτόχρονα, δεν ξέρω αν έχω τις δυνάμεις (ψυχολογικά κολλήματα) και τις δυνατότητες (κατάλληλο υπόβαθρο, γνωστικό κυρίως) για να ανταπεξέλθω αξιοπρεπώς και επιτυχώς.
Όμως το θέλω! Το θέλω πάρα πολύ!
Και για την εμπειρία και για την γνώση/για το ίδιο το αντικείμενο και για την αυτοπεποίθησή μου.
Και λυπάμαι που φεύγω.
Όχι που φεύγω.
Που θ’ αφήσω για λίγο κάποια πρόσωπα και κάποιους δρόμους που όταν δεν τα έχω λείπουν κομμάτια μου.
Όμως και τώρα λείπουν κομμάτια μου. Αυτά πάω να βρω και θα γυρίσω.
…Ελπίζω μόνο μην γυρίσω πριν τα βρω.
Το τραγουδάκι…
…χμ! Μπορεί να φαίνεται άσχετο αλλά δεν είναι:-)
LOVE ME ANYWAY

Θέλω πολύ. Φοβάμαι πολύ.
Όλα αντιφατικά.
Μερικές φορές…,πολλές φορές, η ζωή παίζει μαζί σου. Σχεδόν πάντα «σου την φέρνει». Όχι απαραίτητα άσχημα, αλλά σε αιφνιδιάζει. Νομίζεις πως την κοροϊδεύεις αλλά σε κοροϊδεύει αυτή. Εμένα τώρα μου την έφερε ευχάριστα…Λέω τώρα…Να δούμε τι θα λέω μετά.
…Πού να εξηγώ τώρα τι λέω. Κάποιοι σίγουρα καταλαβαίνουν. Κάποιοι θα νομίζουν πως με βάρεσε η ζέστη.
Αυτό που θέλω πάντως να πω είναι ότι φεύγω.
Κι ότι χαίρομαι που φεύγω.
Μετά από πολλά χρόνια νιώθω ότι θέλω κάτι πολύ! Την ευκαιρία μου την δίνουν.
Ταυτόχρονα, δεν ξέρω αν έχω τις δυνάμεις (ψυχολογικά κολλήματα) και τις δυνατότητες (κατάλληλο υπόβαθρο, γνωστικό κυρίως) για να ανταπεξέλθω αξιοπρεπώς και επιτυχώς.
Όμως το θέλω! Το θέλω πάρα πολύ!
Και για την εμπειρία και για την γνώση/για το ίδιο το αντικείμενο και για την αυτοπεποίθησή μου.
Και λυπάμαι που φεύγω.
Όχι που φεύγω.
Που θ’ αφήσω για λίγο κάποια πρόσωπα και κάποιους δρόμους που όταν δεν τα έχω λείπουν κομμάτια μου.
Όμως και τώρα λείπουν κομμάτια μου. Αυτά πάω να βρω και θα γυρίσω.
…Ελπίζω μόνο μην γυρίσω πριν τα βρω.
Το τραγουδάκι…
…χμ! Μπορεί να φαίνεται άσχετο αλλά δεν είναι:-)
LOVE ME ANYWAY
Τρίτη, Ιουλίου 29, 2008
31
Ε και λίγο πριν ολοκληρωθεί το 31ο έτος της, ασήμαντης για το μέγεθος του κόσμου, σημαντικής ίσως για μένα όμως, ζωής μου, λέω να μοιραστώ εδώ και δύο περιστατικά που θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι και μια “φιλοσοφία” για τον χρόνο, γενικότερα. Πώς τον βλέπουν τα μάτια των μικρότερων, πώς αυτά των μεγαλύτερων σε ηλικία…
Το 1ο συνέβη όταν δούλευα στο σχολείο. Είχα έναν μικρό,
σβούρα και φασαριόζο, που δεν σταματούσε πουθενά.
(Αδυναμία μου, παρόλ’ αυτά)
“Φώτη!” Βάζω μια φωνή εγώ.
“Κυρία, δε με λένε Φώτη.”
“Μπα, και πώς σε λένε;”
“Spiderman!”
Τρώω τη φλασιά με τον φίλο μου τον Zpi εγώ και του λέω:
“Α! Έχω έναν φίλο που τον λένε Zpiderman.”
“Αλήθεια κυρία;!” Σοβαρεύει ο μικρός.
(Όχι, νόμιζε ότι θα μου την έφερνε!)
“Ναι”, του λέω, “μόνο που αυτός είναι με “Z”, Zpiderman!”
Περνούν μερικές μέρες, έρχεται ο Φώτης και μου λέει:
“Κυρία, πόσων χρόνων είναι ο Zpiderman;”
Εγώ νόμιζα ρωτούσε για τον “κανονικό”, οπότε του λέω:
“Ξέρω γω ρε Φώτη; Εσύ τον βλέπεις.”
“Όχι αυτός! Ο φίλος σας ο Zpiderman.”
“Α! 30.”
“Ιιιιιιιιιιιιι!!!” Φρίκαρε ο μικρός! “Τόσο γέρος είναι;!!!”
“!!!.....Φύγε, Φώτη! Φύγε!”
...Φρίκαρα περισσότερο εγώ.
Είχε δεν είχε, μου την έφερε ο σβούρας, τελικά!
Το 2ο όμως ήταν μάλλον τονωτικό:
Ύστερα από μία ψιλοεξαντλητική μέρα με την κολλητή μου, φτάνουμε σε μία στάση και καθόμαστε, όχι για να πάρουμε το λεωφορείο, αλλά για να συνεχίσουμε την πάρλα που όταν την αρχίσουμε δεν την κόβουμε με τίποτα. Στην ίδια στάση περίμενε ένα ζευγάρι γύρω στα 60 – 60 και κάτι…κάπου εκεί, τέλος πάντων. (Αυτοί θα το παίρνανε το λεωφορείο:-))
Αφού ζητήσαν να τους δώσουμε κάποιες πληροφορίες σχετικά με κάποιες πολιτιστικές εκδηλώσεις στην περιοχή, μας ρωτάνε:
“Εσείς, σε ποιο σχολείο πάτε;”
Χαζογελάμε εμείς, “Το τελειώσαμε το σχολείο”, λέμε.
“Καλά, πόσων χρόνων είστε;”
“30.”
Γυρνάει ο κύριος, μας κοιτάει και λέει:
“15 η καθεμιά;” !!!!!
Τέλειο;
Τ-Ε-Λ-Ε-Ι-Ο !
Τι να το κάνεις το καμάκι ύστερα;
Να ‘ναι καλά κι οι μικροί κι οι μεγάλοι! Μια χαρά περάσαμε. Άλλωστε, κανείς δεν γλιτώνει;-)
Το 1ο συνέβη όταν δούλευα στο σχολείο. Είχα έναν μικρό,
σβούρα και φασαριόζο, που δεν σταματούσε πουθενά.
(Αδυναμία μου, παρόλ’ αυτά)
“Φώτη!” Βάζω μια φωνή εγώ.
“Κυρία, δε με λένε Φώτη.”
“Μπα, και πώς σε λένε;”
“Spiderman!”
Τρώω τη φλασιά με τον φίλο μου τον Zpi εγώ και του λέω:
“Α! Έχω έναν φίλο που τον λένε Zpiderman.”
“Αλήθεια κυρία;!” Σοβαρεύει ο μικρός.
(Όχι, νόμιζε ότι θα μου την έφερνε!)
“Ναι”, του λέω, “μόνο που αυτός είναι με “Z”, Zpiderman!”
Περνούν μερικές μέρες, έρχεται ο Φώτης και μου λέει:
“Κυρία, πόσων χρόνων είναι ο Zpiderman;”
Εγώ νόμιζα ρωτούσε για τον “κανονικό”, οπότε του λέω:
“Ξέρω γω ρε Φώτη; Εσύ τον βλέπεις.”
“Όχι αυτός! Ο φίλος σας ο Zpiderman.”
“Α! 30.”
“Ιιιιιιιιιιιιι!!!” Φρίκαρε ο μικρός! “Τόσο γέρος είναι;!!!”
“!!!.....Φύγε, Φώτη! Φύγε!”
...Φρίκαρα περισσότερο εγώ.
Είχε δεν είχε, μου την έφερε ο σβούρας, τελικά!
Το 2ο όμως ήταν μάλλον τονωτικό:
Ύστερα από μία ψιλοεξαντλητική μέρα με την κολλητή μου, φτάνουμε σε μία στάση και καθόμαστε, όχι για να πάρουμε το λεωφορείο, αλλά για να συνεχίσουμε την πάρλα που όταν την αρχίσουμε δεν την κόβουμε με τίποτα. Στην ίδια στάση περίμενε ένα ζευγάρι γύρω στα 60 – 60 και κάτι…κάπου εκεί, τέλος πάντων. (Αυτοί θα το παίρνανε το λεωφορείο:-))
Αφού ζητήσαν να τους δώσουμε κάποιες πληροφορίες σχετικά με κάποιες πολιτιστικές εκδηλώσεις στην περιοχή, μας ρωτάνε:
“Εσείς, σε ποιο σχολείο πάτε;”
Χαζογελάμε εμείς, “Το τελειώσαμε το σχολείο”, λέμε.
“Καλά, πόσων χρόνων είστε;”
“30.”
Γυρνάει ο κύριος, μας κοιτάει και λέει:
“15 η καθεμιά;” !!!!!
Τέλειο;
Τ-Ε-Λ-Ε-Ι-Ο !
Τι να το κάνεις το καμάκι ύστερα;
Να ‘ναι καλά κι οι μικροί κι οι μεγάλοι! Μια χαρά περάσαμε. Άλλωστε, κανείς δεν γλιτώνει;-)
Πέμπτη, Ιουλίου 17, 2008
Διάλογος
Πω πω! Μία ώρα έκανα ν’ αποφασίσω σήμερα τι να φορέσω για να πάω να τρέξω! Όταν τελικά τα κατάφερα να βγω μου ‘ρθε στο μυαλό ένας ευτράπελος διάλογος που ‘χα πριν από χρόνια με τον Σημάν. Ίσως ο πρώτος. Τότε ακόμα δεν τον ήξερα. Ήταν από τις πρώτες φορές που άκουγα τα Διαμάντια και μάλλον η πρώτη που έπαιρνα πρόσκληση για κάποια συναυλία. Τελειώνει η εκπομπή και μου τηλεφωνεί ο Σημάν για να μου πει το πώς, από πού και πότε θα πάρω την πρόσκληση. Κάτι λέμε για μουσική, κάτι για το τρέξιμο και με ρωτάει:
"Τι φοράς όταν τρέχεις;"…
Κολλάω εγώ. Ήμανε που ήμανε κομπλαρισμένη που μιλούσα μ’ έναν «άγνωστο» ουσιαστικά, με απόκαμε! Αλλά δεν ήθελα και να το δείξω. Οπότε, αρχίζω:
"Εξαρτάται. Αν έχει ζέστη, φοράω κοντό κολάν και φανελάκι. Αν έχει κρύο, εξαρτάται πάλι από το πόσο κρύο έχει. Άλλες φορές κολάν ¾ και φανελάκι ή κοντομάνικο, άλλες φόρμα και ίσως κάνα φουτεράκι…"
Μπλα μπλα μπλα εγώ, να περιγράφω ολόκληρη την τρεχτική μου ενδυματολογική δραστηριότητα σε σχέση με τις καιρικές συνθήκες. Ο Γιάννης, όλη αυτή την ώρα με ακούει ήσυχα, χωρίς να γελάει και χωρίς να με διακόψει καθόλου. Όταν τελικά αποφασίζω να βάλω τελεία, μου λέει σοβαρά:
"Τι ηχοσύστημα, εννοούσα!"…!!!!!!!!!!!!!!!
Ναι!
Χριστουγεννιάτικο δέντρο με φωτάκια που αναβοσβήνουν κι αλλάζουν χρώματα, εγώ!
Αν δεν καθόμουν ήδη στο πάτωμα θα είχα σωριαστεί τ’ ανάσκελα!
Ξεφτίλα!
Αλλά πάλι, συγνώμη δηλαδή, έπρεπε να καταλάβω ότι το
«Τι φοράς όταν τρέχεις;» αναφέρεται στο ηχοσύστημα;
Άντε! Και μια και τα Διαμάντια είναι και της επικαιρότητας μετά τη συναυλία των Kultur Shock στην Βλάστη, πάρτε κι ένα τραγουδάκι, να κουνηθούμε για να μην κοιμηθούμε, κατά το σύνθημα της εκπομπής.
GOD IS BUSY. MAY I HELP YOU?
"Τι φοράς όταν τρέχεις;"…
Κολλάω εγώ. Ήμανε που ήμανε κομπλαρισμένη που μιλούσα μ’ έναν «άγνωστο» ουσιαστικά, με απόκαμε! Αλλά δεν ήθελα και να το δείξω. Οπότε, αρχίζω:
"Εξαρτάται. Αν έχει ζέστη, φοράω κοντό κολάν και φανελάκι. Αν έχει κρύο, εξαρτάται πάλι από το πόσο κρύο έχει. Άλλες φορές κολάν ¾ και φανελάκι ή κοντομάνικο, άλλες φόρμα και ίσως κάνα φουτεράκι…"
Μπλα μπλα μπλα εγώ, να περιγράφω ολόκληρη την τρεχτική μου ενδυματολογική δραστηριότητα σε σχέση με τις καιρικές συνθήκες. Ο Γιάννης, όλη αυτή την ώρα με ακούει ήσυχα, χωρίς να γελάει και χωρίς να με διακόψει καθόλου. Όταν τελικά αποφασίζω να βάλω τελεία, μου λέει σοβαρά:
"Τι ηχοσύστημα, εννοούσα!"…!!!!!!!!!!!!!!!
Ναι!
Χριστουγεννιάτικο δέντρο με φωτάκια που αναβοσβήνουν κι αλλάζουν χρώματα, εγώ!
Αν δεν καθόμουν ήδη στο πάτωμα θα είχα σωριαστεί τ’ ανάσκελα!
Ξεφτίλα!
Αλλά πάλι, συγνώμη δηλαδή, έπρεπε να καταλάβω ότι το
«Τι φοράς όταν τρέχεις;» αναφέρεται στο ηχοσύστημα;
Άντε! Και μια και τα Διαμάντια είναι και της επικαιρότητας μετά τη συναυλία των Kultur Shock στην Βλάστη, πάρτε κι ένα τραγουδάκι, να κουνηθούμε για να μην κοιμηθούμε, κατά το σύνθημα της εκπομπής.
GOD IS BUSY. MAY I HELP YOU?

Περισσότερα για την συναυλία και πλούσιο φωτο-υλικό του Tertul, στο έσχατο ποστ του σημάν .
Τετάρτη, Ιουλίου 09, 2008
Κατεβαίνοντας...
Μ’ αρέσει όταν κατεβαίνω απ’ τον Χορτιάτη, μετά από βροχή,
και κοιτώ από ψηλά κάτω την πόλη πλυμένη, δροσερή.
Τέτοιες στιγμές μου φαίνεται πανέμορφη!
Μου αρέσει που, στον ίδιο δρόμο, βλέπω
κάπου κάπου μες στη νύχτα να γυαλίζουνε τα δυο ματάκια κάποιας αλεπούς.
Να κοιτάζουνε για μια στιγμή προς τη μεριά μου ξαφνιασμένα
και να κρύβονται αμέσως βιαστικά μέσα στα δέντρα.
Έτσι που η έκπληξή μου προλαβαίνει
ένα «Αχ!» μόνο να πει που τα αντίκρισα.
Όπως το «Αχ!» που λέει κι ο θαυμασμός μου
κάθε που πέφτει έν’ αστέρι στον βραδινό ουρανό.
Κι εγώ ποτέ δεν προλαβαίνω να κάνω μια ευχή πριν να χαθεί
γιατί την πνίγει αυτό το «Αχ!» του θαυμασμού μου.
Δεν πειράζει…
Άλλωστε, είναι λίγο χαζό να κάνεις μια ευχή
σ’ έν’ αστέρι που πέφτει.
Πώς να πιάσει;
Θα διαλυθεί το αστέρι με την πτώση…μαζί κι η ευχή…
Γι' αυτό κι εγώ θα κάνω τις δικές μου ευχές
στης αλεπούς τα μάτια
που 'ναι αστέρια με δικό τους φως, αληθινό.
Κοιτάζουν μέσα μου και αλιεύουν τις ευχές μου
Τις παίρνουνε και τρέχουν να τις κρύψουν μες στο δάσος.
και κοιτώ από ψηλά κάτω την πόλη πλυμένη, δροσερή.
Τέτοιες στιγμές μου φαίνεται πανέμορφη!
Μου αρέσει που, στον ίδιο δρόμο, βλέπω

κάπου κάπου μες στη νύχτα να γυαλίζουνε τα δυο ματάκια κάποιας αλεπούς.
Να κοιτάζουνε για μια στιγμή προς τη μεριά μου ξαφνιασμένα
και να κρύβονται αμέσως βιαστικά μέσα στα δέντρα.
Έτσι που η έκπληξή μου προλαβαίνει
ένα «Αχ!» μόνο να πει που τα αντίκρισα.
Όπως το «Αχ!» που λέει κι ο θαυμασμός μου
κάθε που πέφτει έν’ αστέρι στον βραδινό ουρανό.
Κι εγώ ποτέ δεν προλαβαίνω να κάνω μια ευχή πριν να χαθεί
γιατί την πνίγει αυτό το «Αχ!» του θαυμασμού μου.
Δεν πειράζει…
Άλλωστε, είναι λίγο χαζό να κάνεις μια ευχή
σ’ έν’ αστέρι που πέφτει.
Πώς να πιάσει;
Θα διαλυθεί το αστέρι με την πτώση…μαζί κι η ευχή…
Γι' αυτό κι εγώ θα κάνω τις δικές μου ευχές
στης αλεπούς τα μάτια
που 'ναι αστέρια με δικό τους φως, αληθινό.
Κοιτάζουν μέσα μου και αλιεύουν τις ευχές μου
Τις παίρνουνε και τρέχουν να τις κρύψουν μες στο δάσος.
Τρίτη, Ιουλίου 01, 2008
ΜΙΛΑΝ ΚΟΥΝΤΕΡΑ - "ΑΘΑΝΑΣΙΑ"
“Το πρόβλημα δεν είναι ο θάνατος: είναι η αθανασία.Η «μικρή» και η «μεγάλη». Τη μικρή την κερδίζουμε όλοι, λίγο-πολύ, στη μνήμη αυτών που μας αγάπησαν. Τη μεγάλη την αξιώνονται εκείνοι που διαβαίνουν το όριο της φήμης, αλλά και κάποιοι γύρω τους…”
Μακράν ο αγαπημένος μου συγγραφέας και παρόλ’ αυτά, δεν είναι λίγες οι φορές που με διχάζει. Οι πολιτικές τοποθετήσεις του, πολύ συχνά, με βρίσκουν αντίθετη. Όχι πάντα μα πολύ συχνά. Ωστόσο, στην ανθρώπινή μου φύση, στην ψυχή μου κάνει βουτιά και βγάζει τα πάντα στην επιφάνεια. Αμέτρητες φορές πιάνω τον εαυτό μου να κωφεύει στα σημεία που διαφωνεί και να τα προσπερνά στριμώχνοντάς τα σε μια γωνιά του μυαλού μου, προκειμένου να μην χάσω τη γοητεία, τη μαγεία, την απόλαυση (μοναδική, ασύγκριτη, αναντικατάστατη) που μου προσφέρουν τα βιβλία του. Έτσι και τώρα, το νυστέρι της ανθρώπινης ψυχής και συμπεριφοράς έκανε πάλι την εγχείρησή του.
Κατά τίτλο, το βιβλίο μιλάει για την Αθανασία. Τι είναι και πώς κερδίζεται. Είναι κάτι που όλοι μας, είτε συνειδητά είτε ασύνειδα αποζητούμε; Είναι αυτό που θέλουμε να κατακτήσουμε με τις πράξεις και τις αποφάσεις μας; Ο συγγραφέας διακρίνει δύο είδη: τη μικρή, αυτή που μένει στη μνήμη όσων μας γνώρισαν και μας αγάπησαν στη διάρκεια της ζωής μας, και τη μεγάλη, αυτή που ξεπερνάει τα όρια του στενού περίγυρου των προσωπικών μας σχέσεων, τα όρια του τόπου και του χρόνου που μας δόθηκαν πάνω στη γη, και μας κάνει παγκόσμιους και αιώνιους. Αθανασία που κατακτούν κάποιοι ενδεχομένως με τα έργα τους, τα συγγράμματά τους, την επιστήμη ή την τέχνη τους.
Ταυτόχρονα, μπλέκονται –ως συνήθως- χίλιες δυο άλλες έννοιες, σκέψεις, συμπεριφορές. Πώς καταφέρνει και χωράει αλλά και δένει τόσο πολλά και διαφορετικά πράγματα, ακόμα και ιστορίες, στο ίδιο μυθιστόρημα, χωρίς ποτέ τίποτα να αποτελεί παραφωνία και χωρίς να μπερδεύει τον αναγνώστη, είναι άξιο θαυμασμού!
«…Πώς να ζήσει κανείς σ’ έναν κόσμο με τον οποίο δεν συμφωνεί; Πώς να ζήσει με τους ανθρώπους, όταν δεν μπορεί να οικειοποιηθεί ούτε τα βάσανα ούτε τις χαρές τους; Όταν δεν ξέρεις να είσαι ένας απ’ αυτούς;…»
Τόσο πυκνογραμμένο σε νοήματα, συναισθήματα, εικόνες! Δίνει τόσες διαφορετικές οπτικές του ίδιου πράγματος, τόσες διαφορετικές πιθανές ερμηνείες της ίδιας συμπεριφοράς. Καταρρίπτει εντελώς φυσικά καθετί που θεωρούμε δεδομένο κι αυτονόητο, προκειμένου να ξεμπερδεύουμε με προβληματισμούς και σκέψεις.
Πόσο αυτό που ονομάζουμε «πραγματικότητα» είναι όντως έτσι και δεν είναι τελικά αυτό μόνο το «φαίνεσθαι», ενώ την πραγματική πραγματικότητα την αγνοούμε, την παραγνωρίζουμε και την υποτιμούμε. Πόσο, εν ολίγοις έχουν αποπροσανατολιστεί οι αξίες και μας απομακρύνουνε τελικά από την ουσία και την ευτυχία. Πόσο η πραγματική εικόνα του καθενός μας, αυτό που είμαστε πραγματικά και εσωτερικά, έχει καλυφθεί από την εξωτερική εικόνα μας και έχει βιαστεί και παρερμηνευτεί από τα βλέμματα των άλλων:
«…Φαντάσου ότι έχεις ζήσει σ’ έναν κόσμο όπου δεν υπάρχουν καθρέφτες. Θα το είχες ονειρευτεί το πρόσωπό σου, θα το είχες φανταστεί σαν ένα είδος εξωτερικής αντανάκλασης αυτού που θα υπήρχε μέσα σου. Κι έπειτα, υπόθεσε ότι στα σαράντα σου χρόνια θα σου έτειναν έναν καθρέφτη. Φαντάσου τη φρίκη σου. Θα είχες δει ένα τελείως ξένο πρόσωπο και θα είχες καταλάβει καθαρά αυτό που αρνείσαι να παραδεχτείς: το πρόσωπό σου δεν είσαι εσύ…»
«…τώρα το μάτι του Θεού είχε αντικατασταθεί από τη φωτογραφική μηχανή. Το μάτι του ενός μόνου είχε αντικατασταθεί από όλων τα μάτια. Η ζωή είχε μεταμορφωθεί σε μια εκτεταμένη παρτούζα στην οποία όλος ο κόσμος παίρνει μέρος…»
Πόσο η ίδια η ζωή δεν είναι αυτό που φαίνεται και πόσο σημαντική και καθοριστική μπορεί αν αποβεί μια απλή σύμπτωση και ν’ αλλάξει τα πάντα. Πόση σημασία μπορεί να έχει κάτι εντελώς απροσδόκητο.
Πόσο η διατήρηση της παιδικότητας μπορεί να μας προστατέψει, να γίνει καταφύγιο και ασπίδα:
«…Τίποτα δεν είναι περισσότερο προνομιακό από το να υιοθετείς μια παιδιάστικη συμπεριφορά. Καθώς είναι ακόμα αθώο και άπειρο, το παιδί μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό του ό,τι θέλει. Καθώς δεν έχει περάσει ακόμα στον κόσμο όπου βασιλεύει ο τύπος, δεν είναι υποχρεωμένο να τηρεί τους κανόνες της καλής συμπεριφοράς. Μπορεί να εκφράζει τα συναισθήματά του χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες…»
Τέλος, πώς πρέπει να γράφεται ένα μυθιστόρημα; :
«…Στις μέρες μας, ρίχνονται πάνω σε καθετί το οποίο έγινε δυνατό να γραφτεί για να το μεταμορφώσουν σε ταινία, σε τηλεοπτική ιστορία ή σε κινούμενα σχέδια. Καθώς το ουσιώδες στο μυθιστόρημά μου είναι αυτό που δεν μπορείς να πεις παρά μόνο μ’ ένα μυθιστόρημα, σε κάθε προσαρμογή δε μένει παρά το μη ουσιώδες. Οποιοσδήποτε είναι ακόμα αρκετά τρελός για να γράφει σήμερα μυθιστορήματα, πρέπει, αν θέλει να τα προστατέψει, να τα γράφει με τέτοιο τρόπο που να μην μπορούν να προσαρμοστούν, μ’ άλλα λόγια να μην μπορούν να τα διηγηθούν…»
Όλα αυτά και άλλα τόσα σ’ ένα και μόνο βιβλίο. Και βέβαια δοσμένα με την γνωστή μαεστρία του Κούντερα. Από μέρους μου, αποτελεί βιβλιοπρόταση που ελπίζω να απολαύσει όποιος την δεχτεί.
Κλείνω με δυο τελευταία αποσπάσματα απ΄τα πολλά που έχω ξεχωρίσει:
«Σκέπτομαι, άρα υπάρχω, είναι μια διανοητική τοποθέτηση που υποτιμά τον πονόδοντο. Αισθάνομαι, άρα υπάρχω, είναι μια αλήθεια με πολύ γενικότερο βεληνεκές που αφορά και κάθε ζωντανό πλάσμα. Το εγώ μου δεν διακρίνεται ουσιωδώς από το δικό σας με τη σκέψη. Πολλοί άνθρωποι, λίγες ιδέες: σκεπτόμαστε όλοι το ίδιο πράγμα λίγο πολύ, μεταθέτοντας, δανειζόμενοι, κλέβοντας ο ένας τις ιδέες του άλλου. Αν όμως κάποιος με πατήσει στον κάλο, είμαι εγώ μόνο που νιώθω τον πόνο. Το θεμέλιο του εγώ δεν είναι η σκέψη, αλλά ο πόνος, το πιο στοιχειώδες αίσθημα όλων…»
«…Παράξενη, αξέχαστη στιγμή: είχε ξεχάσει το εγώ της, είχε χάσει το εγώ της, και είχε απελευθερωθεί από αυτό. Και εκεί υπήρχε η ευτυχία…»
Καλή Ανάγνωση!
Η «Αθανασία» του Μίλαν Κούντερα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις
βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ σε μετάφραση Κατερίνας Δασκαλάκη
ΥΓ: Αχ! Και τώρα μου ‘ρθε η εικόνα της στιγμής που το αγόραζα. Έβρεχε καρέκλες!!!
Πότε ξανά; Άντε, πάει ο Ιούνης. Άλλοι δύο μήνες μείνανε, να φύγει το καλοκαίρι κι αυτή η κλιματολογική βλακεία που μας κάνει όλους ζόμπι:-P
Όπως και να ‘χει, Καλό Μήνα εύχομαι κι ελπίζω να δροσίσει λίγο…
Τετάρτη, Ιουνίου 18, 2008
Όνειρο...
Η νύχτα δεν υπάρχει.
Η κοπέλα αποκοιμήθηκε στο λεωφορείο
γυρνώντας από την δουλειά της.
Ο άνδρας που καθότανε στη θέση αντικριστά
ερωτεύτηκε το όνειρό της.
Το διάβασε στο παραδομένο της πρόσωπο
και το περιφρούρησε στοργικά
για το υπόλοιπο της διαδρομής.
Η κοπέλα αποκοιμήθηκε στο λεωφορείο
γυρνώντας από την δουλειά της.
Ο άνδρας που καθότανε στη θέση αντικριστά
ερωτεύτηκε το όνειρό της.
Το διάβασε στο παραδομένο της πρόσωπο
και το περιφρούρησε στοργικά
για το υπόλοιπο της διαδρομής.
Τετάρτη, Ιουνίου 11, 2008
Gabriel Garcia Marquez
Λίγα λόγια από έναν σημαντικό άνθρωπο της Ζωής και της Λογοτεχνίας.
0 Gabriel Garcia Marquez έχει αποσυρθεί από την δημόσια ζωή για λόγους υγείας: καρκίνος στους λεμφαδένες. Η κατάστασή του μοιάζει να επιδεινώνεται μέρα με τη μέρα. Η αποχαιρετιστήρια επιστολή που ακολουθεί, εστάλη από τον συγγραφέα στους φίλους του:
(Εδώ παραθέτω μόνο ένα απόσπασμα. Ολόκληρη την επιστολή, όπως και το πρωτότυπο, μπορείτε να την βρείτε εδώ.)
"Ένα σπουδαίο πνεύμα μας αποχαιρετά"
Μετάφραση από τα Ισπανικά: Βασίλης Τερζής
"Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ.
Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι' αυτό που αξίζουν,
αλλά γι' αυτό που σημαίνουν.
Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ,
γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια,
χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως.
Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμόταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!
Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου.
Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος. Θα ζωγράφιζα μ' ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρια μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από τ' αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους...
Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή... Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους που αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε γυναίκα και άνδρα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπημένοι μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.
Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται!
Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη.
Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους... Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά. Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα.
Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί...
........"
(Εδώ παραθέτω μόνο ένα απόσπασμα. Ολόκληρη την επιστολή, όπως και το πρωτότυπο, μπορείτε να την βρείτε εδώ.)
"Ένα σπουδαίο πνεύμα μας αποχαιρετά"
Μετάφραση από τα Ισπανικά: Βασίλης Τερζής
"Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ.
Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι' αυτό που αξίζουν,
αλλά γι' αυτό που σημαίνουν.
Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ,
γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια,
χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως.
Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμόταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!
Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου.
Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος. Θα ζωγράφιζα μ' ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρια μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από τ' αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους...
Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή... Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους που αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε γυναίκα και άνδρα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπημένοι μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.
Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται!
Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη.
Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους... Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά. Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα.
Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί...
........"
Δευτέρα, Ιουνίου 02, 2008
Κουκουλοφόροι στη λαϊκή
Σήμερα, πρωί πρωί, περιμένοντας να γίνει ο καφές, άνοιξα την τηλεόραση κι έπεσα στην εκπομπή του Παπαδάκη, σε μια είδηση που μου ‘φτιαξε τη μέρα. Μπορεί και να μην έπρεπε, αλλά μου την έφτιαξε. Ψέματα να πω;
Στο Περιστέρι, λέει, κι ενώ γινόταν λαϊκή, κουκουλοφόροι μοιράζανε τρόφιμα και άλλα είδη στον κόσμο, αφού πρώτα τα κλέψανε από σούπερ μάρκετ!!!
Παράλληλα, πετάξανε χαρτάκια που εν ολίγοις έλεγαν «Η απαλλοτρίωση είναι η απάντησή μας σ’ αυτούς που μας κλέβουνε» Κάπως έτσι, τέλος πάντων, απ’ όσο μπόρεσα να συγκρατήσω. Μετά αρχίσανε τα σχόλια απ’ τους παρευρισκομένους στο στούντιο, τα οποία συγκλίνανε περίπου στο ότι δεν μπορούμε να επικροτούμε τέτοιες ενέργειες γιατί έτσι νομιμοποιούμε την κλεψιά. Ναι καλά! Εμάς περίμενε η κλεψιά για να νομιμοποιηθεί! Κι εγώ πώς νόμιζα ότι το ίδιο το σύστημά τους την έχει νομιμοποιήσει καθολικά εδώ και χρόνια! Οι πρώτοι κλέφτες είναι οι ίδιοι. Αρκεί να δεις τα πόθεν αίσχη τους. Κάποια στιγμή, με κάποιον τρόπο, πρέπει όντως να τα πάρουμε πίσω. Τέλος πάντων.
Χαχαχαχαχα! Δεν πάμε καλά, γενικώς.
Αλλά, ποιος οδηγεί εκεί τα πράγματα;
Τώρα, εμένα, μετά απ’ αυτό, πώς μου ‘ρθε κι άρχισα να τραγουδώ το «Περιπολικό» των Μαγιονέζων;
Είχα πρόσφατη και τη συναυλία τους το Σάββατο το βράδυ στο γυμναστήριο του ΑΠΘ (μέρος που προσπαθώ να ξεχάσω, αφού μετά από 4 χρόνια που το ‘φαγα στη μάπα, με οδήγησε στο υπέροχο τίποτα!) κι έτσι το τραγουδάκι μού βγήκε κατευθείαν.
Ωραία συναυλία! Σε ανοιχτό ουρανό και με πολύ καλή παρέα. Κι αν και δεν ήμασταν πάρα πολλοί, η διάθεση για τραγούδι και χορό δεν μας έλειψε καθόλου. Ούτε εμάς ούτε κι απ’ το συγκρότημα, αφού τα παιδιά, παρά το περασμένο της ώρας κι ενώ είχαν ήδη ολοκληρώσει το πρόγραμμα, μας χάριζαν άλλο ένα κι άλλο ένα τραγούδι για αρκετά μετά.
Χαίρομαι που υπάρχουν τέτοια συγκροτήματα που, χωρίς σταριλίκια, χωρίς κύρια επιδίωξη το κέρδος, με μόνη την αγάπη γι’ αυτό που κάνουνε και την ανάγκη να πούνε κάποια πράγματα, που αφορούνε και εκφράζουνε κι όλους μας, συνεχίζουν να δημιουργούν και να μοιράζονται μαζί μας την τέχνη και τις σκέψεις τους. Χαίρομαι και παρηγοριέμαι και παίρνω και δύναμη. Ίσως αν τους ακούγαμε περισσότεροι (κι αυτούς και κάποιους άλλους) να μην χρειαζόταν καν να γίνουμε «κουκουλοφόροι».
Η τέχνη είναι μεγάλο σχολείο. Μπορεί να περάσει ιδέες που άλλοι χώροι δεν μπορούν. Γι’ αυτό και την έχουν ευτελίσει έτσι. Γι’ αυτό και προβάλλουν τη σαβούρα για τέχνη κι όσους λένε κάτι ουσιαστικό τους περιθωριοποιούν….
Κι έτσι είμαστε λίγοι…
Δεν πειράζει. Δεν βλέπεις; Θα το βρούνε από αλλού. Καλή η πίεση, αλλά μέχρι πότε; Θα τους γυρίσει μπούμερανγκ κάποια στιγμή.
Πω πω! Μας βλέπω καμιά μέρα κι εμάς μέσα στα περιπολικά, όπως το παν το πράγμα!
Τουλάχιστον θα τραγουδάμε και θα χορεύουμε:-)
Λέμε, τώρα!
"...Κάτι τρέχει, κάτι τρέχει και δεν είμαστε εμείς
όλοι εκείνοι που χαλάνε την αξία της ζωής..."
Χαρούμενο και φιλοσοφημένο.
Listen & Enjoy!
Στο Περιστέρι, λέει, κι ενώ γινόταν λαϊκή, κουκουλοφόροι μοιράζανε τρόφιμα και άλλα είδη στον κόσμο, αφού πρώτα τα κλέψανε από σούπερ μάρκετ!!!
Παράλληλα, πετάξανε χαρτάκια που εν ολίγοις έλεγαν «Η απαλλοτρίωση είναι η απάντησή μας σ’ αυτούς που μας κλέβουνε» Κάπως έτσι, τέλος πάντων, απ’ όσο μπόρεσα να συγκρατήσω. Μετά αρχίσανε τα σχόλια απ’ τους παρευρισκομένους στο στούντιο, τα οποία συγκλίνανε περίπου στο ότι δεν μπορούμε να επικροτούμε τέτοιες ενέργειες γιατί έτσι νομιμοποιούμε την κλεψιά. Ναι καλά! Εμάς περίμενε η κλεψιά για να νομιμοποιηθεί! Κι εγώ πώς νόμιζα ότι το ίδιο το σύστημά τους την έχει νομιμοποιήσει καθολικά εδώ και χρόνια! Οι πρώτοι κλέφτες είναι οι ίδιοι. Αρκεί να δεις τα πόθεν αίσχη τους. Κάποια στιγμή, με κάποιον τρόπο, πρέπει όντως να τα πάρουμε πίσω. Τέλος πάντων.
Χαχαχαχαχα! Δεν πάμε καλά, γενικώς.
Αλλά, ποιος οδηγεί εκεί τα πράγματα;
Τώρα, εμένα, μετά απ’ αυτό, πώς μου ‘ρθε κι άρχισα να τραγουδώ το «Περιπολικό» των Μαγιονέζων;
Είχα πρόσφατη και τη συναυλία τους το Σάββατο το βράδυ στο γυμναστήριο του ΑΠΘ (μέρος που προσπαθώ να ξεχάσω, αφού μετά από 4 χρόνια που το ‘φαγα στη μάπα, με οδήγησε στο υπέροχο τίποτα!) κι έτσι το τραγουδάκι μού βγήκε κατευθείαν.
Ωραία συναυλία! Σε ανοιχτό ουρανό και με πολύ καλή παρέα. Κι αν και δεν ήμασταν πάρα πολλοί, η διάθεση για τραγούδι και χορό δεν μας έλειψε καθόλου. Ούτε εμάς ούτε κι απ’ το συγκρότημα, αφού τα παιδιά, παρά το περασμένο της ώρας κι ενώ είχαν ήδη ολοκληρώσει το πρόγραμμα, μας χάριζαν άλλο ένα κι άλλο ένα τραγούδι για αρκετά μετά.
Χαίρομαι που υπάρχουν τέτοια συγκροτήματα που, χωρίς σταριλίκια, χωρίς κύρια επιδίωξη το κέρδος, με μόνη την αγάπη γι’ αυτό που κάνουνε και την ανάγκη να πούνε κάποια πράγματα, που αφορούνε και εκφράζουνε κι όλους μας, συνεχίζουν να δημιουργούν και να μοιράζονται μαζί μας την τέχνη και τις σκέψεις τους. Χαίρομαι και παρηγοριέμαι και παίρνω και δύναμη. Ίσως αν τους ακούγαμε περισσότεροι (κι αυτούς και κάποιους άλλους) να μην χρειαζόταν καν να γίνουμε «κουκουλοφόροι».
Η τέχνη είναι μεγάλο σχολείο. Μπορεί να περάσει ιδέες που άλλοι χώροι δεν μπορούν. Γι’ αυτό και την έχουν ευτελίσει έτσι. Γι’ αυτό και προβάλλουν τη σαβούρα για τέχνη κι όσους λένε κάτι ουσιαστικό τους περιθωριοποιούν….
Κι έτσι είμαστε λίγοι…
Δεν πειράζει. Δεν βλέπεις; Θα το βρούνε από αλλού. Καλή η πίεση, αλλά μέχρι πότε; Θα τους γυρίσει μπούμερανγκ κάποια στιγμή.
Πω πω! Μας βλέπω καμιά μέρα κι εμάς μέσα στα περιπολικά, όπως το παν το πράγμα!
Τουλάχιστον θα τραγουδάμε και θα χορεύουμε:-)
Λέμε, τώρα!
"...Κάτι τρέχει, κάτι τρέχει και δεν είμαστε εμείς
όλοι εκείνοι που χαλάνε την αξία της ζωής..."
Χαρούμενο και φιλοσοφημένο.
Listen & Enjoy!
Κυριακή, Ιουνίου 01, 2008
ΠΑΡΑΖΑΛΗ
Ξαπλώνω βολικά πάνω στο χώμα.
Στον αργαλειό του ουρανού
χρυσή κλωστή ο ήλιος
δένει άτακτα αλλά γερά
ανάμεσα στις ασημένιες της βροχής τις βελονιές.
Το πρόσωπό μου το δροσίζουν στάλες.
Φλέγεται το κορμί μου από του ήλιου τη φωτιά.
Τα μάτια μου αξεκόλλητα∙ εκστασιασμένα.
Πόθοι αρχέγονοι ξυπνούν.
Κι η λογική ζαλίζεται με τ’ άρωμα απ’ το χώμα.
Λιποθυμά και χάνεται…
Κάπου στα σκοτεινά σπλάχνα της γης
κουτρουβαλά ακόμα…
Στον αργαλειό του ουρανού
χρυσή κλωστή ο ήλιος
δένει άτακτα αλλά γερά
ανάμεσα στις ασημένιες της βροχής τις βελονιές.
Το πρόσωπό μου το δροσίζουν στάλες.
Φλέγεται το κορμί μου από του ήλιου τη φωτιά.
Τα μάτια μου αξεκόλλητα∙ εκστασιασμένα.
Πόθοι αρχέγονοι ξυπνούν.
Κι η λογική ζαλίζεται με τ’ άρωμα απ’ το χώμα.
Λιποθυμά και χάνεται…
Κάπου στα σκοτεινά σπλάχνα της γης
κουτρουβαλά ακόμα…
Καλό καλοκαίρι!
Τετάρτη, Μαΐου 28, 2008
Με αφορμή το Βερολίνο
Ειδικά τώρα μου μοιάζει με ανέκδοτο κανονικό.
Ύστερα από ένα σύντομο ταξιδάκι στο Βερολίνο η απογοήτευσή μου γι΄αυτή τη χώρα μεγάλωσε.
Υπέροχο το Βερολίνο! Αμέτρητα τα πράγματα που έχεις να δεις. Και οι Γερμανοί, καθόλου «δήθεν» και σε τίποτα. Καμία αίσθηση τεχνητής, επίπλαστης, γυαλιστερής, κραυγαλέας πολυτέλειας (σαν την αμερικανιά που κωλοβαράει εμάς). Αντίθετα, το μέτρο και η σεμνότητα κυριαρχούν παντού. Ένα σεμνό Μεγαλείο. Τα κτίριά τους, οι δρόμοι, τα πεζοδρόμια, η άψογη συγκοινωνία τους, η καθαριότητα, τα ποδήλατα, ο σεβασμός στους πεζούς, τα μνημεία τους, τα πάντα! Μία τεράστια πόλη και ωστόσο, καταπράσινη, χωρίς κίνηση, χωρίς καυσαέριο, χωρίς κόρνες. Ενώ εμείς, ευνοημένη χώρα από τη μητέρα Φύση, έχουμε μια Αθήνα (και μια Θεσσαλονίκη επίσης) κατάμαυρη, τσιμεντούπολη, θορυβώδη, αποπνικτική, απάνθρωπη. Το χορταράκι το ψάχνεις. Για να βρεις πράσινο πρέπει να ταξιδέψεις μερικά χιλιόμετρα για κάνα δασάκι. (Αλλά τώρα πια, όπως ανέβηκαν ναύλα, διόδια και βενζίνες και με την ανεργία που μας δέρνει, ούτε και αυτό μπορείς να το κάνεις.)
Οι Γερμανοί φιλικότατοι, ζεστοί, χαμογελαστοί, φιλόξενοι, ευγενικοί, εξυπηρετικοί. Καμία σχέση με το «κρύοι» που τους έχουμε κολλήσει ή το ακόμη πιο άσχετο «βάρβαροι»!!!?!!! Συγκριτικά μ’ αυτούς εμείς είμαστε οι άρχοντες της βαρβαρότητας. Με μετάλλια, διπλώματα, κύπελα κλπ.
Μιλούν οι Γερμανοί για πολιτισμό, μιλάμε κι εμείς! Εμείς δεν ξέρουμε καν τι είναι αυτό. Αυτό που εμείς βαφτίζουμε πολιτισμό είναι μια διεστραμμένη προγονοπληξία, που ούτε μας ανήκει στο κάτω κάτω, αλλά και δεν ξέρουμε και πώς να την διαχειριστούμε. Σε αντίθεση με τους Γερμανούς που αγαπούν την χώρα τους με τρόπο ουσιαστικό και το δείχνουν στην καθημερινότητά τους, οι Έλληνες τη μισούμε την Ελλάδα. Οι άνθρωποι βρίσκονται αιώνες μπροστά. Μπροστά τους μοιάζουμε με χαμστεράκια που τρέχουν ασταμάτητα σ’ έναν τροχό, κλεισμένα σ’ ένα μικρό κλουβί (έστω και φο-λουξ) και τρέχουν τρέχουν στον τροχό για να ‘χουν την ψευδαίσθηση ότι φεύγουν κι ότι είναι ελεύθερα και στην πραγματικότητα τρέχουν στάσιμα και βαλτωμένα, κορόιδα στο ίδιο μέρος. Ούτε βηματάκι μπρος. Μόνο λιγούρα και φιγούρα. Αλλά αυτό, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να μας κρατά εύκολο παιχνιδάκι στα χέρια κάποιων επιτήδειων που βέβαια, μόλις μας βαρεθούν και ως τέτοιο, άνετα θα μας πετάξουν απ’ τον χάρτη. Τι να τα κάνω τα νησιά, τα βουνά και τις θάλασσες; Δεν τρώγονται. Δεν με βοηθούν να ζήσω αξιοπρεπώς.
Θα ήμουνα πολύ πιο ελεύθερη σ’ ένα πειθαρχημένο κράτος.
Τώρα είναι που δεν είμαι. Τώρα είναι που αδικούμαι, απαξιώνομαι και πνίγομαι. Ποια Ελλάδα; Προσωπικά, την χαρίζω. Εμένα δεν μου έδωσε τίποτα. Μόνο οι δικοί μου, κάποιοι δάσκαλοι και μεμονομένα πρόσωπα που έτυχε να βρεθούν στο δρόμο μου. Σαν κράτος οργανωμένο (χαχαχα!) όμως, τίποτα απολύτως! Άσε που στα χέρια των Ελλήνων η Ελλάδα κινδυνεύει περισσότερο. Σε λίγο δεν θα υπάρχει. Θα την έχουν κάψει όλη. Μετά τις περσινές πυρκαγιές που κατακάψαν τη Μεσόγειο, Ιταλοί, Ισπανοί και λοιποί πληγέντες, υπογράψανε υποχρεωτικές αναδασώσεις. Εκτός από ποιον, βέβαια; Την Ελλάδα!!! Αυτή είναι η αγάπη για την πατρίδα.
Το ‘πα και σε κάτι φίλους: Εγώ πάντως, αν έρθουν να μας πάρουνε οι Γερμανοί, παραδίνομαι άνευ όρων. Χειρότερα απ΄τους Έλληνες δεν πρόκειται να μου φερθούν! Κι αν είχα γιο, σιγά να μην τον έστελνα στον ελληνικό στρατό! Δεν σφάξανε!
Ελλάδα χώρα της αναξιοκρατίας και της απαξίωσης!
Μικρή διευκρίνηση: Εννοείται ότι όλ’ αυτά είναι σκέψεις που αναπυροδοτήθηκαν από αυτές τις ελάχιστες μέρες του ταξιδιού και από μία πολύ συγκεκριμένη πόλη, ίσως την ωραιότερη της Γερμανίας. Το Βερολίνο είναι μόνο η αφορμή. Οι σκέψεις αυτές προϋπήρχαν κι απλά τώρα επανήλθαν και γίνανε πιο έντονες. Φυσικά και έχω υπόψιν μου ότι δεν είναι παντού έτσι κι ότι σίγουρα υπάρχουν και αρνητικά στοιχεία και στη Γερμανία και παντού (τίποτα δεν μπορεί να είναι άλλωστε ιδανικό). Όμως μιλάω για τη νοοτροπία, η οποία είναι κάτι εμφανές, και πάντα σε σύγκριση με την Ελλάδα και με όσα βιώνω εγώ στην καθημερινότητά μου. Απλά, φοβάμαι πως δεν είμαι η μόνη. Είτε κάποιοι το συνειδητοποιούν είτε όχι.
Τετάρτη, Μαΐου 21, 2008
Τα μικρά παιδιά με τα μεγάλα ποδήλατα

Τα μικρά παιδιά με τα μεγάλα ποδήλατα.
Μ’ εντυπωσίασε εκείνο το μικρούλι σωματάκι πάνω σ’ αυτές τις τεράστιες ρόδες!
Μόλις είχα σταματήσει να τρέχω κι αυτό πέρασε δίπλα μου
με θαυμαστή ισορροπία και περηφάνια.
Θυμήθηκα ότι μ’ όποιον σχεδόν κι αν έχω μιλήσει μου ‘χει πει πως όταν ήταν μικρός ήθελε να ‘χει ένα ποδήλατο. Ή…ότι “είχε ένα ποδήλατο…”…κι από κει ξεκινούσαν ιστορίες ατέλειωτες!
Ίσως εγώ να είμαι απ’ τους ελάχιστους που ποτέ τους δεν θέλησαν να ‘χουν. Ούτε τότε ούτε και τώρα. Γενικά, η ανακάλυψη του τροχού μοιάζει να ‘ναι για μένα σχεδόν αδιάφορη. Συναισθηματικά, τουλάχιστον. Μηχανάκια, αυτοκίνητα, τρένα…τίποτα. Μόνο απ’ ανάγκη.
Για τη Γη έχω τα πόδια μου. Κι αυτό δεν τ’ αλλάζω με τίποτα!
Η ηδονή να περπατάω, να τρέχω, να χορεύω, να χοροπηδώ,
να καλύπτω αποστάσεις ή ν’ αλωνίζω ίσα ίσα τα 4 μέτρα του δωματίου μου.
Αλλά να το αισθάνομαι! Να το νιώθω στα πόδια μου.
Να νιώθω το έδαφος. Όχι το γουργουρητό της ρόδας.
Να ‘ναι τα πόδια μου τεράστια. Όχι οι τροχοί.
Ίσως γι’ αυτό το αγαπημένο μου όχημα να ‘ναι τελικά
τ’ αεροπλάνο. Με το καράβι για δεύτερο.
Μ’ αυτά τα δυο οχήματα αγγίζω τ’ άλλα δυο στοιχεία.
Αυτά που με τα πόδια δεν μπορώ.
Το νερό, τον αέρα. Με βοηθούν να ταξιδέψω.
Να πλησιάσω στ’ όνειρο.
Για τις αποδράσεις στην ψυχή δεν χρειάζεται τροχός.
Ούτε και πόδια, βέβαια.
Τ’ αεροπλάνο πιο πολύ!
Δεν θα δώσω τώρα σημασία στις ροδίτσες που βγάζει όταν είναι στο έδαφος.
Είδες πόσο βιάζεται να τις μαζέψει για ν’ απογειωθεί!
Το λατρεύω! Το ευγνωμονώ που με βοηθάει να ξεκολλάω τα πόδια μου απ’ τη Γη και να πλησιάζω λίγο πιο κοντά εκεί που κάθε μέρα ταξιδεύω μόνο με την καρδιά και τη σκέψη.
Εκεί που “κοντινοί” και “ξένοι” άνθρωποι βρίσκονται πια το ίδιο κοντά μου και το ίδιο μακριά. Εκεί που απομακρύνομαι απ’ ό,τι εδώ κάτω με βαραίνει και με φυλακίζει.
Κι ο χρόνος δεν υπάρχει.
Δεν έχεις ηλικία ή είσαι πάντα παιδί που ονειρεύεται.
Ο μικρός ξαναπέρασε δίπλα μου. Χαμογέλασα.
…Τα μικρά παιδιά με τα μεγάλα ποδήλατα.
…Τα μικρά παιδιά με τα μεγάλα όνειρα.
Τα τεράστια όνειρα! Σαν αυτές τις τεράστιες ρόδες!
Άραγε θα καταφέρουμε να τα καβαλήσουμε μέχρι το τέλος
δίχως να γκρεμοτσακιστούμε;
Σε όλους όσοι ονειρεύονται –με ρόδες ή χωρίς…
Λίγο πιο ειδικά στον Σημάν γιατί έχει κι αυτός αυτά τα “τεράστια” πόδια
που γνωρίζουνε την ηδονή του τρέχειν.
Κυριακή, Μαΐου 18, 2008
Χωρίς Ειρμό
Βρίσκομαι εδώ και προσπαθώ να αισθανθώ τι αισθάνομαι… Δεν ξέρω αν αυτό έχει συμβεί και σ’ άλλους. Ίσως και να είναι ο ορισμός του “σαστισμένου”. Αλλά όχι ακριβώς. Γιατί το σάστισμα εμπεριέχει μάλλον και το ξάφνιασμα. Κι εγώ δεν είμαι ξαφνιασμένη. Το ήξερα ήδη 7 μήνες πριν που ξεκινούσε. Σήμερα θα τελείωνε. Και τέλειωσε. Και τώρα που τέλειωσε νιώθω λίγο άδεια μέσα μου
και λίγο στο κενό, ως αντικείμενο σε κάποιον χώρο.
Σαν κλειδωμένη απ’ έξω.
Κι ίσως έξω υπάρχουν πολλά πράγματα. Πολλές επιλογές ή εμπειρίες. (Καλά, πείσε και τον εαυτό σου τώρα!) Μόνο που εγώ θα ήθελα να ήμουν μέσα! Κι ας ήμουν ΚΛΕΙΔΩΜΕΝΗ σ’ αυτό το “μέσα”!
Σχετικό πράγμα ακόμη κι η ελευθερία.
Ξέρω. Θα περάσει. Σε λίγο καιρό δεν θα νιώθω πια έτσι. Ναι. Αλλά αυτόν τον “λίγο καιρό” δεν θέλω να τον ζήσω! Χάσιμο χρόνου.
Ας μπορούσα τουλάχιστον να κοιμηθώ βαθιά. Πολύ βαθιά για μερικές μέρες. Χωρίς καν όνειρα. Μέχρι ν’ απομακρυνθεί έτσι λίγο χρονικά, να μην βαραίνει τόσο. Να ξυπνήσω με καθαρό πια το μυαλό και με δύναμη για το επόμενο βήμα.
Δε βαριέσαι!
Τουλάχιστον, όλο αυτό είναι φυσιολογικό. Γιατί να το παλεύω;
Θα εκμεταλλευτώ πάλι τους φίλους μου, τα πόδια μου,
τα ΔΓιαμάντΓια…ό,τι μπορώ τέλος πάντων…μέχρι να μου περάσει. Μόνο το μυαλό μου θέλω ν’ αφήσω σε αδράνεια. Δεν μου χρειάζεται καθόλου τώρα. Αλλά μάλλον σε αυτό θα αντιμετωπίσω δυσκολία.
…Πωπω! Σταματάω! Τι σκορποχώρι είμαι σήμερα! Τι “ό,τι να ‘ναι” είν’ αυτό στον γραπτό λόγο! Σας ορκίζομαι όμως. Μέσα μου έχει συνοχή.
Αλήθεια! :-)
ΥΓ: Ψιτ! Μια σοκολάτα κανείς; Αλλά όχι ο Σημάν. Γιατί αυτός θα μου δώκει καμία υγείας κι εγώ δεν είμαι για υγείες τώρα.
(Γιατί είναι πικρή η υγείας, γμτ;)
και λίγο στο κενό, ως αντικείμενο σε κάποιον χώρο.
Σαν κλειδωμένη απ’ έξω.
Κι ίσως έξω υπάρχουν πολλά πράγματα. Πολλές επιλογές ή εμπειρίες. (Καλά, πείσε και τον εαυτό σου τώρα!) Μόνο που εγώ θα ήθελα να ήμουν μέσα! Κι ας ήμουν ΚΛΕΙΔΩΜΕΝΗ σ’ αυτό το “μέσα”!
Σχετικό πράγμα ακόμη κι η ελευθερία.
Ξέρω. Θα περάσει. Σε λίγο καιρό δεν θα νιώθω πια έτσι. Ναι. Αλλά αυτόν τον “λίγο καιρό” δεν θέλω να τον ζήσω! Χάσιμο χρόνου.
Ας μπορούσα τουλάχιστον να κοιμηθώ βαθιά. Πολύ βαθιά για μερικές μέρες. Χωρίς καν όνειρα. Μέχρι ν’ απομακρυνθεί έτσι λίγο χρονικά, να μην βαραίνει τόσο. Να ξυπνήσω με καθαρό πια το μυαλό και με δύναμη για το επόμενο βήμα.
Δε βαριέσαι!
Τουλάχιστον, όλο αυτό είναι φυσιολογικό. Γιατί να το παλεύω;
Θα εκμεταλλευτώ πάλι τους φίλους μου, τα πόδια μου,
τα ΔΓιαμάντΓια…ό,τι μπορώ τέλος πάντων…μέχρι να μου περάσει. Μόνο το μυαλό μου θέλω ν’ αφήσω σε αδράνεια. Δεν μου χρειάζεται καθόλου τώρα. Αλλά μάλλον σε αυτό θα αντιμετωπίσω δυσκολία.
…Πωπω! Σταματάω! Τι σκορποχώρι είμαι σήμερα! Τι “ό,τι να ‘ναι” είν’ αυτό στον γραπτό λόγο! Σας ορκίζομαι όμως. Μέσα μου έχει συνοχή.
Αλήθεια! :-)
ΥΓ: Ψιτ! Μια σοκολάτα κανείς; Αλλά όχι ο Σημάν. Γιατί αυτός θα μου δώκει καμία υγείας κι εγώ δεν είμαι για υγείες τώρα.
(Γιατί είναι πικρή η υγείας, γμτ;)
Πέμπτη, Μαΐου 15, 2008
Idioγράφημα
Άλλο ένα μπλογκοπαιχνίδι που δεν μπόρεσα να αρνηθώ. Ύστερα από πρόσκληση της λου, φωτογραφίζω κι εγώ κάτι χειρόγραφο...Μόνο που μάλλον πρέπει να κλικάρετε για να φανεί:-)
Όροι του παιχνιδιού :
1. Γράψε
2. Σκάναρε (ή φωτογράφισε… )
3. Πόσταρε.
4. Ειδοποία!
5. Προσκάλεσε άλλους 5 ή και περισσότερους blogger να συμμετέχουν.
6. Ανέφερε οτι είναι για το http://www.autographcollectors.blogspot.com/ (επίσης απαραίτητα, για να μαζευτούν όσο περισσότερα χειρόγραφα γίνεται).
Οι περισσότεροι το έχουν ήδη πράξει απ' όσο είδα. Ωστόσο, αν έχουν όρεξη και οι Freerider, Τertul, Zpi, παρείσακτος και Χαξού...:-)
Πέμπτη, Μαΐου 08, 2008
Η ΑΚΟΛΟΥΘΑ Η ΟΔΗΓΑ
Η ΑΚΟΛΟΥΘΑ Η ΟΔΗΓΑ
Η ΦΥΓΕ ΑΠ’ ΤΗ ΜΕΣΗ
Αν δεν μπορείς να μου δώσεις κάτι, κάτι να πιστέψω
Μη μιλάς, εγώ θέλω ν’ ακούσω το τραγούδι
Να διαλέξω, ν’ αναπνεύσω, να τελειώσω, να χορέψω
Πάνω απ’ όλες τις σκιές, κάτω από ένα λουλούδι
Τα ρυάκια συναντιούνται, σύντομα θα ‘ναι πλημμύρα
Ίσως ξεπλύνουν τους στάβλους όταν θα σπάσει η βιτρίνα
ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΣΑ ΨΕΜΑΤΑ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΑΤΑΠΙΕΙΣ;
ΝΑ ΦΛΥΑΡΕΙΣ! ΝΑ ΦΛΥΑΡΕΙΣ!
ΜΗΝ ΣΤΑΜΑΤΑΣ ΓΙΑΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΙΣ…
Δώσμου ένα καλό λόγο, ένα καλό λόγο να ζήσω
Εκτός απ’ το να νιώθω, ν’ ακούω και να χτίζω
Όχι κελιά, σαν αυτά που χτίζεις τα όνειρά σου
Ούτε πανάκριβα ψυγεία για να βάλεις την καρδιά σου
Είναι οι βέργες δεμάτι… Τώρα πια δεν λυγίζουν
Κάποιοι κάκτοι κάνουν κάτι, κάποιοι κάκτοι ανθίζουν
Και ναι, στους ανεμόμυλους κοιτάζουν τη θλίψη
Είναι τρελοί! Είναι τρελοί!
Που αναπνέουν και διαβρώνουν τη θλίψη…
Ναι, περπατάς όσο αντέχεις κι όσο αντέχεις περπατάς
Κι αν ποτέ σταματήσεις, σταματάς να γελάς
Δρόμος δεν υπάρχει, στο ‘χω πει ταξιδιώτη
ΜΟΝΟ O ΦΟΒΟΣ Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ ΝΑ ΣΕ ΛΕΕΙ “ΠΡΟΔΟΤΗ”
Η χιονοστιβάδα είναι μόνο χιονονιφάδες μακριά
Σ’ όλα τα δόγματα που χτίζεις πάντα υπάρχει ένα “αλλά”
Μία κίβδηλη πουτάνα κι ένας νόμιμος ληστής
Πού θα πας; Πού θα πας;
Από σένα δεν μπορείς να κρυφτείς…
Η ΑΚΟΛΟΥΘΑ Η ΟΔΗΓΑ
Η ΦΥΓΕ ΑΠ’ ΤΗ ΜΕΣΗ
Μαύρη Μαγιονέζα
Η ΦΥΓΕ ΑΠ’ ΤΗ ΜΕΣΗ
Αν δεν μπορείς να μου δώσεις κάτι, κάτι να πιστέψω
Μη μιλάς, εγώ θέλω ν’ ακούσω το τραγούδι
Να διαλέξω, ν’ αναπνεύσω, να τελειώσω, να χορέψω
Πάνω απ’ όλες τις σκιές, κάτω από ένα λουλούδι
Τα ρυάκια συναντιούνται, σύντομα θα ‘ναι πλημμύρα
Ίσως ξεπλύνουν τους στάβλους όταν θα σπάσει η βιτρίνα
ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΣΑ ΨΕΜΑΤΑ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΑΤΑΠΙΕΙΣ;
ΝΑ ΦΛΥΑΡΕΙΣ! ΝΑ ΦΛΥΑΡΕΙΣ!
ΜΗΝ ΣΤΑΜΑΤΑΣ ΓΙΑΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΙΣ…
Δώσμου ένα καλό λόγο, ένα καλό λόγο να ζήσω
Εκτός απ’ το να νιώθω, ν’ ακούω και να χτίζω
Όχι κελιά, σαν αυτά που χτίζεις τα όνειρά σου
Ούτε πανάκριβα ψυγεία για να βάλεις την καρδιά σου
Είναι οι βέργες δεμάτι… Τώρα πια δεν λυγίζουν
Κάποιοι κάκτοι κάνουν κάτι, κάποιοι κάκτοι ανθίζουν
Και ναι, στους ανεμόμυλους κοιτάζουν τη θλίψη
Είναι τρελοί! Είναι τρελοί!
Που αναπνέουν και διαβρώνουν τη θλίψη…
Ναι, περπατάς όσο αντέχεις κι όσο αντέχεις περπατάς
Κι αν ποτέ σταματήσεις, σταματάς να γελάς
Δρόμος δεν υπάρχει, στο ‘χω πει ταξιδιώτη
ΜΟΝΟ O ΦΟΒΟΣ Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ ΝΑ ΣΕ ΛΕΕΙ “ΠΡΟΔΟΤΗ”
Η χιονοστιβάδα είναι μόνο χιονονιφάδες μακριά
Σ’ όλα τα δόγματα που χτίζεις πάντα υπάρχει ένα “αλλά”
Μία κίβδηλη πουτάνα κι ένας νόμιμος ληστής
Πού θα πας; Πού θα πας;
Από σένα δεν μπορείς να κρυφτείς…
Η ΑΚΟΛΟΥΘΑ Η ΟΔΗΓΑ
Η ΦΥΓΕ ΑΠ’ ΤΗ ΜΕΣΗ
Μαύρη Μαγιονέζα
Τετάρτη, Απριλίου 30, 2008
ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ
Επειδή η Πρωτομαγιά ως γνωστόν, “δεν είν’ αργία είν’ απεργία” κι επειδή όλοι πιστεύω ότι καταλαβαίνουμε καλά πλέον πως τα πράγματα σφίξανε και συνεχίζουνε να σφίγγουνε επικίνδυνα, θα κάνω την δική μου αναφορά στη μέρα, μ’ ένα ποστ κι ένα τραγούδι.
Όχι μία ακόμη ιστορική/επετειακή αναφορά στη μνήμη όσων αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν, αλλά μία πρόσκληση μάλλον, για αγώνες που πρέπει να κάνουμε εμείς. Οι αγώνες άλλωστε πιστεύω πως είναι ο πραγματικός φόρος τιμής σ’ εκείνους αλλά και ο μονόδρομος για μας, αν δεν θέλουμε να βαυκαλιζόμαστε πως θα μας χαριστούν όσα μας ανήκουν.
Όχι άλλα λόγια δικά μου. Παραθέτω ένα κείμενο που μοιράζανε οι εκπαιδευτικοί κατά τη μεγάλη απεργιακή κινητοποίηση που κάνανε πέρυσι και που νομίζω ότι πολύ απλά και όμορφα τα λέει όλα.
Νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να το διαβάσετε και κάντε τη μεταφορά σε όποιον χώρο επαγγελματικό κι αν ανήκετε.
- Εσείς κυρία θα απεργήσετε;
- Φυσικά παιδί μου.
- Και θα πληρώνεστε τις μέρες της απεργίας;
- Όχι παιδί μου.
- Κι αν τα αιτήματα σας δικαιωθούν θα αφορούν κι αυτούς που δεν απείργησαν;
- Μα φυσικά.
- Μα αυτό κυρία, εκτός από άδικο, είναι κι άτιμο.
(αυθεντικός διάλογος ανάμεσα σε εκπαιδευτικό και μαθητή λίγο πριν την απεργία)
Μας έλεγες: «Με 24ωρες και 48ωρες απεργίες τίποτα δεν γίνεται»
Για αυτό και ‘μεις αποφασίσαμε αγώνα διαρκείας. Αν έρθεις μαζί μας θα είμαστε πιο δυνατοί. Αν έρθεις μαζί μας θα νικήσουμε συντομότερα.
Μας λες: «Δεν μπορώ να χάσω μεροκάματο. Δεν έχω. Με πνίγουν οι ανάγκες. Λυπάμαι.»
Σου λέμε: Δεν απεργεί αυτός που «έχει». Απεργούμε όλοι για να «έχουμε».
Και το δικό μας βιβλιάριο αδειάζει πριν τελειώσει το δεκαπενθήμερο. Κι εμείς δάνεια έχουμε. Κι αν χρειαστεί θα ξαναδανειστούμε, για να μη γίνουμε άδικοι, άτιμοι κι ανεύθυνοι.
Για να μη γίνουμε απεργοσπάστες. Κατάλαβε το. Μας προσβάλλει ο εγωισμός σου.
Κι εμείς ανάγκες έχουμε. Γι’ αυτό και απεργούμε.
Μας λες: «Πρέπει να βρούμε διαφορετικές μορφές πάλης»
Σε προσκαλέσαμε σε τόσες συνελεύσεις και σε προσκαλούμε και τώρα να ‘ρθεις μαζί μας και να μας πεις τις δικές σου μορφές πάλης για να τις περπατήσουμε μαζί.
Σου λέμε πάντως καθαρά και ξάστερα: στο βασίλειο της «ελεύθερης οικονομίας» τα πάντα «κοστίζουν». Και πάνω απ’ όλα οι αγώνες.
Μας λες: «έλα μωρέ, με την απεργία τίποτε δεν γίνεται».
Σου λέμε: Πολλά γύρω μας γίνανε. Μήπως δεν ξέρεις ότι τίποτα δεν μας χαρίστηκε; Μήπως δεν ξέρεις ότι αυτά που σήμερα ακόμα κρατάμε τα πήραμε με τους αγώνες των προηγούμενων;
Άλλωστε καταλαβαίνεις τι μας περιμένει χωρίς την απεργία. Το βλέπεις δέκα χρόνια τώρα. Στη δουλειά που κάθε χρόνο γίνεται και χειρότερη. Στο μισθό που λιγοστεύει. Στη σύνταξη που απομακρύνεται. Στα μάτια των μεγαλύτερων μαθητών που κάθε μέρα αδειάζουν από τη δυσπιστία γι’ αυτό που τους περιμένει.
Την απεργία δεν την κάνουμε εμείς. Την κάνουν αυτοί που κάθε μέρα πριονίζουν περισσότερο το δικαίωμα μας να εργαζόμαστε με αξιοπρέπεια.
Αυτοί που με τους ασφαλιστικούς τους νόμους θέλουν να κάνουν τις τάξεις μας –εκτός από χώρους ζωής μας- και χώρους θανάτου μας.
Αυτοί που πιστεύουν πως δεν πιστεύουμε τα λόγια για αλληλεγγύη, αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη που καθημερινά διδάσκουμε στους μαθητές μας.
Μας λες: «ποιος θα μας ακούσει; ποιος νοιάζεται τώρα για την εκπαίδευση;»
Σου απαντάμε. Εσύ. Κι εμείς. Και χιλιάδες άλλοι που βλέπουν πως το αυτονόητο στις μέρες μας παράλογο βαφτίζεται, πως το αίτημα να ζούμε με αξιοπρέπεια από το μισθό μας βαφτίζεται κλοπή, πως το δικαίωμα στη δουλειά και τη μόρφωση βαφτίζεται άχρηστη πολυτέλεια, πως η καταδίκη των φτωχών μέσα από την εμπορευματοποίηση της παιδείας λογίζεται μεγάλη εξυπνάδα, πως το ανθρωπιστικό κέρδος από την κουλτούρα υποχωρεί μπροστά στην «κουλτούρα του κέρδους».
Μας λες: «δεν έχω εμπιστοσύνη στην ηγεσία»
Σου λέμε: Σε προσκαλούμε (και τώρα) να ‘ρθεις στις συνελεύσεις για να σ’ ακούσουμε και να μας ακούσεις. Να δικαιολογήσουμε το «συν» του συνάδελφου μέσα από την κοινή μας απόφαση. Κι αν χάσουμε να ψάξουμε μαζί για το λάθος. Για να ξαναρχίσουμε τους αγώνες πιο σωστά. Έτσι κι αλλιώς θα έχουμε κερδίσει τη δυνατότητα να είμαστε μαζί, χωρίς να ντρέπεσαι, χωρίς να ντρεπόμαστε. Κι αν κερδίσουμε μαζί να χαρούμε.
Λες στους μαθητές σου: «στη ζωή πρέπει να βαδίζετε με ψηλά το κεφάλι»
Σε ρωτάμε: Με πόσο ψηλά το κεφάλι μπορούν να βαδίσουν οι «προσκυνημένοι»;
Το ξέρεις καλά και το ξέρουμε. Οι μεγάλες λέξεις που χρησιμοποιείς για να αποφύγεις τη συστράτευση έχουν ένα μεγάλο πλεονέκτημα. Πίσω τους μπορούν να κρυφτούν μικροί άνθρωποι.
Σου λέμε λοιπόν για στερνή φορά: Όποιος μάθημα κάνει σαν αρχίζουν τα μαθήματα των αγώνων κι αφήνει άλλους να αγωνισθούν για πράγματα που κι αυτόν τον αφορούν θα πρέπει δειλός κι ανεύθυνος να λέγεται.
Κι αν έρθει στην ήττα για να πει «εγώ σας τάλεγα» θα πρέπει επιπλέον κι αναίσθητος να λέγεται: αφού τα πράγματα που χάθηκαν κι αυτόν αφορούσαν.
Κι όταν έρθει στη νίκη με το τενεκεδάκι του απεργοσπάστη να μοιραστεί τα κέρδη,
πέρα από δειλός και ανεύθυνος και αναίσθητος, κι άτιμος να λέγεται πρέπει,
αφού τα πράγματα που με την τιμή των αγώνων και τους αγώνες της τιμής κερδήθηκαν
ήταν πράγματα που κι αυτόν αφορούσαν.
Αυτά!
Και το τραγουδάκι που τραγουδούνε πάντα αυτή τη μέρα στο τέλος της πορείας και που εμένα πάντα με συγκινεί πολύ.
Καλή Πρωτομαγιά
Στους δρόμους ελπίζω…
Όχι μία ακόμη ιστορική/επετειακή αναφορά στη μνήμη όσων αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν, αλλά μία πρόσκληση μάλλον, για αγώνες που πρέπει να κάνουμε εμείς. Οι αγώνες άλλωστε πιστεύω πως είναι ο πραγματικός φόρος τιμής σ’ εκείνους αλλά και ο μονόδρομος για μας, αν δεν θέλουμε να βαυκαλιζόμαστε πως θα μας χαριστούν όσα μας ανήκουν.
Όχι άλλα λόγια δικά μου. Παραθέτω ένα κείμενο που μοιράζανε οι εκπαιδευτικοί κατά τη μεγάλη απεργιακή κινητοποίηση που κάνανε πέρυσι και που νομίζω ότι πολύ απλά και όμορφα τα λέει όλα.
Νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να το διαβάσετε και κάντε τη μεταφορά σε όποιον χώρο επαγγελματικό κι αν ανήκετε.
- Εσείς κυρία θα απεργήσετε;
- Φυσικά παιδί μου.
- Και θα πληρώνεστε τις μέρες της απεργίας;
- Όχι παιδί μου.
- Κι αν τα αιτήματα σας δικαιωθούν θα αφορούν κι αυτούς που δεν απείργησαν;
- Μα φυσικά.
- Μα αυτό κυρία, εκτός από άδικο, είναι κι άτιμο.
(αυθεντικός διάλογος ανάμεσα σε εκπαιδευτικό και μαθητή λίγο πριν την απεργία)
Μας έλεγες: «Με 24ωρες και 48ωρες απεργίες τίποτα δεν γίνεται»
Για αυτό και ‘μεις αποφασίσαμε αγώνα διαρκείας. Αν έρθεις μαζί μας θα είμαστε πιο δυνατοί. Αν έρθεις μαζί μας θα νικήσουμε συντομότερα.
Μας λες: «Δεν μπορώ να χάσω μεροκάματο. Δεν έχω. Με πνίγουν οι ανάγκες. Λυπάμαι.»
Σου λέμε: Δεν απεργεί αυτός που «έχει». Απεργούμε όλοι για να «έχουμε».
Και το δικό μας βιβλιάριο αδειάζει πριν τελειώσει το δεκαπενθήμερο. Κι εμείς δάνεια έχουμε. Κι αν χρειαστεί θα ξαναδανειστούμε, για να μη γίνουμε άδικοι, άτιμοι κι ανεύθυνοι.
Για να μη γίνουμε απεργοσπάστες. Κατάλαβε το. Μας προσβάλλει ο εγωισμός σου.
Κι εμείς ανάγκες έχουμε. Γι’ αυτό και απεργούμε.
Μας λες: «Πρέπει να βρούμε διαφορετικές μορφές πάλης»
Σε προσκαλέσαμε σε τόσες συνελεύσεις και σε προσκαλούμε και τώρα να ‘ρθεις μαζί μας και να μας πεις τις δικές σου μορφές πάλης για να τις περπατήσουμε μαζί.
Σου λέμε πάντως καθαρά και ξάστερα: στο βασίλειο της «ελεύθερης οικονομίας» τα πάντα «κοστίζουν». Και πάνω απ’ όλα οι αγώνες.
Μας λες: «έλα μωρέ, με την απεργία τίποτε δεν γίνεται».
Σου λέμε: Πολλά γύρω μας γίνανε. Μήπως δεν ξέρεις ότι τίποτα δεν μας χαρίστηκε; Μήπως δεν ξέρεις ότι αυτά που σήμερα ακόμα κρατάμε τα πήραμε με τους αγώνες των προηγούμενων;
Άλλωστε καταλαβαίνεις τι μας περιμένει χωρίς την απεργία. Το βλέπεις δέκα χρόνια τώρα. Στη δουλειά που κάθε χρόνο γίνεται και χειρότερη. Στο μισθό που λιγοστεύει. Στη σύνταξη που απομακρύνεται. Στα μάτια των μεγαλύτερων μαθητών που κάθε μέρα αδειάζουν από τη δυσπιστία γι’ αυτό που τους περιμένει.
Την απεργία δεν την κάνουμε εμείς. Την κάνουν αυτοί που κάθε μέρα πριονίζουν περισσότερο το δικαίωμα μας να εργαζόμαστε με αξιοπρέπεια.
Αυτοί που με τους ασφαλιστικούς τους νόμους θέλουν να κάνουν τις τάξεις μας –εκτός από χώρους ζωής μας- και χώρους θανάτου μας.
Αυτοί που πιστεύουν πως δεν πιστεύουμε τα λόγια για αλληλεγγύη, αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη που καθημερινά διδάσκουμε στους μαθητές μας.
Μας λες: «ποιος θα μας ακούσει; ποιος νοιάζεται τώρα για την εκπαίδευση;»
Σου απαντάμε. Εσύ. Κι εμείς. Και χιλιάδες άλλοι που βλέπουν πως το αυτονόητο στις μέρες μας παράλογο βαφτίζεται, πως το αίτημα να ζούμε με αξιοπρέπεια από το μισθό μας βαφτίζεται κλοπή, πως το δικαίωμα στη δουλειά και τη μόρφωση βαφτίζεται άχρηστη πολυτέλεια, πως η καταδίκη των φτωχών μέσα από την εμπορευματοποίηση της παιδείας λογίζεται μεγάλη εξυπνάδα, πως το ανθρωπιστικό κέρδος από την κουλτούρα υποχωρεί μπροστά στην «κουλτούρα του κέρδους».
Μας λες: «δεν έχω εμπιστοσύνη στην ηγεσία»
Σου λέμε: Σε προσκαλούμε (και τώρα) να ‘ρθεις στις συνελεύσεις για να σ’ ακούσουμε και να μας ακούσεις. Να δικαιολογήσουμε το «συν» του συνάδελφου μέσα από την κοινή μας απόφαση. Κι αν χάσουμε να ψάξουμε μαζί για το λάθος. Για να ξαναρχίσουμε τους αγώνες πιο σωστά. Έτσι κι αλλιώς θα έχουμε κερδίσει τη δυνατότητα να είμαστε μαζί, χωρίς να ντρέπεσαι, χωρίς να ντρεπόμαστε. Κι αν κερδίσουμε μαζί να χαρούμε.
Λες στους μαθητές σου: «στη ζωή πρέπει να βαδίζετε με ψηλά το κεφάλι»
Σε ρωτάμε: Με πόσο ψηλά το κεφάλι μπορούν να βαδίσουν οι «προσκυνημένοι»;
Το ξέρεις καλά και το ξέρουμε. Οι μεγάλες λέξεις που χρησιμοποιείς για να αποφύγεις τη συστράτευση έχουν ένα μεγάλο πλεονέκτημα. Πίσω τους μπορούν να κρυφτούν μικροί άνθρωποι.
Σου λέμε λοιπόν για στερνή φορά: Όποιος μάθημα κάνει σαν αρχίζουν τα μαθήματα των αγώνων κι αφήνει άλλους να αγωνισθούν για πράγματα που κι αυτόν τον αφορούν θα πρέπει δειλός κι ανεύθυνος να λέγεται.
Κι αν έρθει στην ήττα για να πει «εγώ σας τάλεγα» θα πρέπει επιπλέον κι αναίσθητος να λέγεται: αφού τα πράγματα που χάθηκαν κι αυτόν αφορούσαν.
Κι όταν έρθει στη νίκη με το τενεκεδάκι του απεργοσπάστη να μοιραστεί τα κέρδη,
πέρα από δειλός και ανεύθυνος και αναίσθητος, κι άτιμος να λέγεται πρέπει,
αφού τα πράγματα που με την τιμή των αγώνων και τους αγώνες της τιμής κερδήθηκαν
ήταν πράγματα που κι αυτόν αφορούσαν.
Αυτά!
Και το τραγουδάκι που τραγουδούνε πάντα αυτή τη μέρα στο τέλος της πορείας και που εμένα πάντα με συγκινεί πολύ.
Καλή Πρωτομαγιά
Στους δρόμους ελπίζω…
Κυριακή, Απριλίου 27, 2008
...........
Σήμερα ξύπνησα αργά –πολύ αργά για μένα- και δεν μπορούσα ν’ αποφασίσω τι θέλω να κάνω. Δεν ήξερα αν θέλω να διαβάσω, ν’ ακούσω μουσική, να βγω έξω να τρέξω, να κάνω καμιά δουλειά στο σπίτι ή να βγω με φίλους για καφέ. Η μέρα ψιλομουντή αλλά δεν μπορώ να πω ότι μ’ επηρεάζει αρνητικά. Μάλλον φιλική τη νιώθω.
Έκανα έναν καφέ και…δεν ξέρω…είναι απ’ τις ελάχιστες φορές που δεν «χρησιμοποιώ» μουσική…Μες στο κεφάλι μου συμβαίνουν διάφορα. Ίσως γι’ αυτό. Ίσως να επικρατεί πολλή φασαρία εκεί μέσα ήδη.
Μπερδεύονται τα πριν με τα τωρινά και τα μελλούμενα –άλλα συναισθήματα για κάθε χρόνο- τα σωστά με τα λάθη, η αλήθεια με το ψέμα κι η πραγματικότητα…Άλλο πράγμα η πραγματικότητα, άλλο η αλήθεια, άλλο η καθημερινότητα κι όλ’ αυτά κομμάτια ΜΙΑΣ ζωής, της ίδιας ζωής, που δεν ξέρει πώς να τα ταιριάξει μεταξύ τους χωρίς να διχάζεται, να μπερδεύεται και να “παραφρονεί”.
Πολλές φορές έχω την αίσθηση ότι ζω σε πολλούς κόσμους ταυτόχρονα. Και δεν μιλάω για την φαντασία –αν και, εδώ που τα λέμε, δεν είναι κι αυτήν μια πραγματικότητα γι’ αυτόν που φαντάζεται; Καταναλώνει χρόνο, ενέργεια, «ζει» κάποια πράγματα, βιώνει μία κατάσταση. Και στο μεταξύ, περνάει κάποιος χρόνος, λεπτά ή ώρες, χρόνος της ζωής του, υπαρκτός χρόνος που δεν θα επιστρέψει, έχει όμως γραφτεί στην ιστορία του και στην φθορά των κυττάρων του.
Όμως εγώ δεν εννοώ αυτό. Εννοώ κανονικούς κόσμους. Κόσμους που γνωρίζει κανείς στην πορεία της ζωής του, όσο συνεχίζει να κινείται και να μαθαίνει… Όσο είναι παιδί, τα πράγματα είναι απλά. Ο κόσμος είναι η οικογένειά του. Λίγο μετά, προστίθεται ένας ακόμα, διαφορετικός, με άλλη σύνθεση προσώπων και άλλους κανόνες. Το σχολείο. Καθώς μεγαλώνει και ανάλογα με τις ασχολίες και τις συναναστροφές του, πάρα πολλοί κόσμοι προστίθενται, στους οποίους παίρνει μέρος ή πρέπει να πάρει ή θέλει να πάρει…Άλλο ένα πράγμα που μπερδεύεται στο μυαλό μου και προσθέτει κι αυτό στο μπάχαλο που επικρατεί: το “θέλω” με το “πρέπει” και με το “μπορώ”…
Και πάνω απ’ όλ’ αυτά, σαν σκιά…σαν ευχή και κατάρα μαζί, ο χρόνος.
…Δεν ξέρω τι κάνει στους άλλους ο χρόνος, νομίζω όμως ότι σ’ εμένα κάνει το αντίθετο. Όταν σκέφτομαι το χρόνο σαν απειλή, σαν κάτι που πρέπει να προλάβω, τα “πρέπει”, οι “κανόνες”, οι “απιθανότητες” και το “λογικό” εξουδετερώνονται. Η σημασία και η έπαρσή τους εκμηδενίζονται. Συνθλίβονται. Και τότε θέλω να τα κάνω όλα! Όλα αυτά που θέλω αλλά “δεν πρέπει”, όλα αυτά που “δεν γίνονται”, που ανήκουν σ’ άλλον κόσμο ή δεν είναι “λογικά” (Who says so?) Και το μόνο που με σταματάει είναι το μυαλό των υπολοίπων που συμπεριφέρονται σα να ‘ναι δεδομένοι πάνω στη γη, σα να πρόκειται να ζήσουνε για πάντα κι όλο αναβάλουνε τα θέλω τους και ζουν με…σύνεση. Εγώ πάντως, δεν ξέρω αν θα ζω αύριο. Κανένας δεν μου το εγγυάται. Κι εδώ είναι κι η ερώτησή μου: αν σου έλεγαν ότι σίγουρα σε δυο βδομάδες θα πεθάνεις, σε ποιο “πρέπει” θα έδινες σημασία προκειμένου να κάνεις κάτι που θέλεις πολύ; Τι θα ήταν τότε αλήθεια και τι όχι; Τι θα σου φαινότανε απίθανο και τι παράλογο; Τι “λογικό” θα σε σταματούσε;…Ή μήπως θα βρισκόσουν τότε υπό την επήρεια κάποιας τρέλας; Εγώ λέω, καθόλου! Καμιά τρέλα! Απλά, τότε θα αποκτούσες άλλη σχέση με τον χρόνο και τα πράγματα. Τότε, κάποια πράγματα θα είχαν άλλο βάρος.
Μάλλον το πραγματικό τους.
Έκανα έναν καφέ και…δεν ξέρω…είναι απ’ τις ελάχιστες φορές που δεν «χρησιμοποιώ» μουσική…Μες στο κεφάλι μου συμβαίνουν διάφορα. Ίσως γι’ αυτό. Ίσως να επικρατεί πολλή φασαρία εκεί μέσα ήδη.
Μπερδεύονται τα πριν με τα τωρινά και τα μελλούμενα –άλλα συναισθήματα για κάθε χρόνο- τα σωστά με τα λάθη, η αλήθεια με το ψέμα κι η πραγματικότητα…Άλλο πράγμα η πραγματικότητα, άλλο η αλήθεια, άλλο η καθημερινότητα κι όλ’ αυτά κομμάτια ΜΙΑΣ ζωής, της ίδιας ζωής, που δεν ξέρει πώς να τα ταιριάξει μεταξύ τους χωρίς να διχάζεται, να μπερδεύεται και να “παραφρονεί”.
Πολλές φορές έχω την αίσθηση ότι ζω σε πολλούς κόσμους ταυτόχρονα. Και δεν μιλάω για την φαντασία –αν και, εδώ που τα λέμε, δεν είναι κι αυτήν μια πραγματικότητα γι’ αυτόν που φαντάζεται; Καταναλώνει χρόνο, ενέργεια, «ζει» κάποια πράγματα, βιώνει μία κατάσταση. Και στο μεταξύ, περνάει κάποιος χρόνος, λεπτά ή ώρες, χρόνος της ζωής του, υπαρκτός χρόνος που δεν θα επιστρέψει, έχει όμως γραφτεί στην ιστορία του και στην φθορά των κυττάρων του.
Όμως εγώ δεν εννοώ αυτό. Εννοώ κανονικούς κόσμους. Κόσμους που γνωρίζει κανείς στην πορεία της ζωής του, όσο συνεχίζει να κινείται και να μαθαίνει… Όσο είναι παιδί, τα πράγματα είναι απλά. Ο κόσμος είναι η οικογένειά του. Λίγο μετά, προστίθεται ένας ακόμα, διαφορετικός, με άλλη σύνθεση προσώπων και άλλους κανόνες. Το σχολείο. Καθώς μεγαλώνει και ανάλογα με τις ασχολίες και τις συναναστροφές του, πάρα πολλοί κόσμοι προστίθενται, στους οποίους παίρνει μέρος ή πρέπει να πάρει ή θέλει να πάρει…Άλλο ένα πράγμα που μπερδεύεται στο μυαλό μου και προσθέτει κι αυτό στο μπάχαλο που επικρατεί: το “θέλω” με το “πρέπει” και με το “μπορώ”…
Και πάνω απ’ όλ’ αυτά, σαν σκιά…σαν ευχή και κατάρα μαζί, ο χρόνος.
…Δεν ξέρω τι κάνει στους άλλους ο χρόνος, νομίζω όμως ότι σ’ εμένα κάνει το αντίθετο. Όταν σκέφτομαι το χρόνο σαν απειλή, σαν κάτι που πρέπει να προλάβω, τα “πρέπει”, οι “κανόνες”, οι “απιθανότητες” και το “λογικό” εξουδετερώνονται. Η σημασία και η έπαρσή τους εκμηδενίζονται. Συνθλίβονται. Και τότε θέλω να τα κάνω όλα! Όλα αυτά που θέλω αλλά “δεν πρέπει”, όλα αυτά που “δεν γίνονται”, που ανήκουν σ’ άλλον κόσμο ή δεν είναι “λογικά” (Who says so?) Και το μόνο που με σταματάει είναι το μυαλό των υπολοίπων που συμπεριφέρονται σα να ‘ναι δεδομένοι πάνω στη γη, σα να πρόκειται να ζήσουνε για πάντα κι όλο αναβάλουνε τα θέλω τους και ζουν με…σύνεση. Εγώ πάντως, δεν ξέρω αν θα ζω αύριο. Κανένας δεν μου το εγγυάται. Κι εδώ είναι κι η ερώτησή μου: αν σου έλεγαν ότι σίγουρα σε δυο βδομάδες θα πεθάνεις, σε ποιο “πρέπει” θα έδινες σημασία προκειμένου να κάνεις κάτι που θέλεις πολύ; Τι θα ήταν τότε αλήθεια και τι όχι; Τι θα σου φαινότανε απίθανο και τι παράλογο; Τι “λογικό” θα σε σταματούσε;…Ή μήπως θα βρισκόσουν τότε υπό την επήρεια κάποιας τρέλας; Εγώ λέω, καθόλου! Καμιά τρέλα! Απλά, τότε θα αποκτούσες άλλη σχέση με τον χρόνο και τα πράγματα. Τότε, κάποια πράγματα θα είχαν άλλο βάρος.
Μάλλον το πραγματικό τους.
Τετάρτη, Απριλίου 16, 2008
ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ
Παράβολο από ΔΟΥ: 10€
Μεταφρασμένο πτυχίο αγγλικών: 30€
Μεταφρασμένο πτυχίο ισπανικών: 30€
Σφραγίδα για κάθε πτυχίο χρήσης H/Y: άλλα ποσά που δεν θυμάμαι…ζαλίστηκα!
Έξοδα αποστολής στον φορέα προκήρυξης: 5€
Δηλαδή, γύρω στα 100€ για να κάνεις απλά μια αίτηση!
(Για να μην πω για το ψυχικό και σωματικό κόστος)
Θέσεις γυμναστών σε όλη την Ελλάδα: 4!!!
Αδιόριστοι γυμναστές: ?!!!!!!!!!!!!???
Πάντως, στον τελευταίο ΑΣΕΠ ήμασταν 12.000 υποψήφιοι…οπότε υπολογίστε…
Και βέβαια, θα περάσεις κι από συνέντευξη στην Αθήνα (να υπολογίσω και τα έξοδα του ταξιδιού με τις νέες τιμές στα διόδια?), από 6 άτομα.
Και πείτε μου έναν που να πιστεύει ότι οι θέσεις αυτές δεν είναι καπαρωμένες ήδη.
Και το ξέρουν όλοι. Αλλά όλοι πηγαίνουν.
Κι εγώ μαζί. Κι η κολλητή μου, μουσικολόγα εκείνη για 8 θέσεις, ε! είναι σε καλύτερη μοίρα, δεν είναι? ΧΑΧΑΧΑ!
Στα 7 με 10 λεπτά που ήμασταν στο ταχυδρομείο ήταν τουλάχιστον άλλοι 10 για τον ίδιο σκοπό. Αναρωτιέμαι∙ όλη τη μέρα, πόσοι? Κι όλες τις προηγούμενες μέρες? Και σ’ όλη την Ελλάδα?
Κι όμως, πάνε! Όλοι πάνε!
Τελικά δεν την έκανα την αίτηση…Αυτή τη φορά, δεν άντεξα το δούλεμα. Ξεκίνησα τη διαδικασία, μάζεψα το χαρτομάνι, ξενύχτησα μες στο άγχος, έχασα και τα 20 πρώτα €, αλλά όταν υπολόγισα το σύνολο, τους έστειλα στον διάολο!
Αλήθεια, υπάρχει άλλη χώρα όπου το επίσημο κράτος φέρεται τόσο μα τόσο πρόστυχα?
Ζητούν από ανέργους (που οι ίδιοι δημιουργούν) να δίνουν κάθε τόσο τόσα χρήματα για μία προκήρυξη που βγάζει μάτι πως είναι σικέ απ’ την αρχή.
Κι άντε, να κάνω τη χαζή και να πω ότι δεν είναι σικέ. Για ποιον δουλεύουν, δε μας λένε?
Για τους δικηγόρους? Για τα μεταφραστικά? Για ποιους? Βοηθήστε με να καταλάβω, αν ξέρετε. Εμένα μου φαίνονται όλοι μια συντεχνία απατεώνων.
Θα καταλάβαινα να δώσω αυτά τα χρήματα (λέμε τώρα!) αν μου λέγαν να προσκομίσω όσα ζητούν ΕΦΟΣΟΝ με προσλαμβάνανε. Όχι όμως απλά και μόνο για την αίτηση. Αν αυτό δεν είναι χυδαιότητα τότε ποιο είναι?
Και τέλος πάντων, και όλοι εμείς που παίζουμε και ξαναπαίζουμε το παιχνιδάκι τους πάλι και πάλι -καθόλου από αφέλεια αλλά από ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ- τι προβατάρες είμαστε τελικά!!!
Πόσες φορές ηλίθιοι! Πάλι και πάλι! Και μέχρι πότε!
Κατά τ’ άλλα, η εξυγίανση του αθλητισμού τους μάρανε! Από άρρωστα μυαλά (η αρρώστια της ματαιοδοξίας, της αχορταγιάς και της ανηθικότητας!), τι εξυγίανση να περιμένεις! Και ποιον πείθουν ότι τους νοιάζει? Μας δουλεύουνε? Αφού δεν έχουν καν αθλητισμό. Μόνο ντόπινγκ!
Άει στο διάολο! Αυτό έχω μόνο να πω!
………………………………………………………………………………………………
Κι ήρθε η ώρα εδώ να κολλήσω κι ένα μπλογκοπαίχνιδο που χρωστάω στην Ανεφελίτσα και που μ’ όλες αυτές τις μπούρδες το άργησα πάρα πολύ. Αλλά τώρα, κολλάει κιόλας γάντι!
Γιατί το παιχνιδάκι έχει ως εξής: Πρέπει να γράψω τα τρία τραγούδια που μπορούν να μου φέρουν ως και δάκρυα στα μάτια. Καλά, κατά καιρούς το παθαίνω με διάφορα. Αφού όμως πρέπει να πω τρία, θα πω αυτά με τα οποία το παθαίνω σχεδόν πάντα.
1) Το «Πέσατε Θύματα» από τα ΑΝΤΑΡΤΙΚΑ.
2) Το «Δεν πα’ να μας χτυπάν» του Άσιμου
3) Το «Βαρέθηκα» του Άσιμου.
Από τα τρία, λόγω ποστ, επιλέγω να βάλω το τρίτο, μια που εκφράζει ΑΠΟΛΥΤΑ αυτό που θέλω να πω.
Καλή ακρόαση!
Μεταφρασμένο πτυχίο αγγλικών: 30€
Μεταφρασμένο πτυχίο ισπανικών: 30€
Σφραγίδα για κάθε πτυχίο χρήσης H/Y: άλλα ποσά που δεν θυμάμαι…ζαλίστηκα!
Έξοδα αποστολής στον φορέα προκήρυξης: 5€
Δηλαδή, γύρω στα 100€ για να κάνεις απλά μια αίτηση!
(Για να μην πω για το ψυχικό και σωματικό κόστος)
Θέσεις γυμναστών σε όλη την Ελλάδα: 4!!!
Αδιόριστοι γυμναστές: ?!!!!!!!!!!!!???
Πάντως, στον τελευταίο ΑΣΕΠ ήμασταν 12.000 υποψήφιοι…οπότε υπολογίστε…
Και βέβαια, θα περάσεις κι από συνέντευξη στην Αθήνα (να υπολογίσω και τα έξοδα του ταξιδιού με τις νέες τιμές στα διόδια?), από 6 άτομα.
Και πείτε μου έναν που να πιστεύει ότι οι θέσεις αυτές δεν είναι καπαρωμένες ήδη.
Και το ξέρουν όλοι. Αλλά όλοι πηγαίνουν.
Κι εγώ μαζί. Κι η κολλητή μου, μουσικολόγα εκείνη για 8 θέσεις, ε! είναι σε καλύτερη μοίρα, δεν είναι? ΧΑΧΑΧΑ!
Στα 7 με 10 λεπτά που ήμασταν στο ταχυδρομείο ήταν τουλάχιστον άλλοι 10 για τον ίδιο σκοπό. Αναρωτιέμαι∙ όλη τη μέρα, πόσοι? Κι όλες τις προηγούμενες μέρες? Και σ’ όλη την Ελλάδα?
Κι όμως, πάνε! Όλοι πάνε!
Τελικά δεν την έκανα την αίτηση…Αυτή τη φορά, δεν άντεξα το δούλεμα. Ξεκίνησα τη διαδικασία, μάζεψα το χαρτομάνι, ξενύχτησα μες στο άγχος, έχασα και τα 20 πρώτα €, αλλά όταν υπολόγισα το σύνολο, τους έστειλα στον διάολο!
Αλήθεια, υπάρχει άλλη χώρα όπου το επίσημο κράτος φέρεται τόσο μα τόσο πρόστυχα?
Ζητούν από ανέργους (που οι ίδιοι δημιουργούν) να δίνουν κάθε τόσο τόσα χρήματα για μία προκήρυξη που βγάζει μάτι πως είναι σικέ απ’ την αρχή.
Κι άντε, να κάνω τη χαζή και να πω ότι δεν είναι σικέ. Για ποιον δουλεύουν, δε μας λένε?
Για τους δικηγόρους? Για τα μεταφραστικά? Για ποιους? Βοηθήστε με να καταλάβω, αν ξέρετε. Εμένα μου φαίνονται όλοι μια συντεχνία απατεώνων.
Θα καταλάβαινα να δώσω αυτά τα χρήματα (λέμε τώρα!) αν μου λέγαν να προσκομίσω όσα ζητούν ΕΦΟΣΟΝ με προσλαμβάνανε. Όχι όμως απλά και μόνο για την αίτηση. Αν αυτό δεν είναι χυδαιότητα τότε ποιο είναι?
Και τέλος πάντων, και όλοι εμείς που παίζουμε και ξαναπαίζουμε το παιχνιδάκι τους πάλι και πάλι -καθόλου από αφέλεια αλλά από ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ- τι προβατάρες είμαστε τελικά!!!
Πόσες φορές ηλίθιοι! Πάλι και πάλι! Και μέχρι πότε!
Κατά τ’ άλλα, η εξυγίανση του αθλητισμού τους μάρανε! Από άρρωστα μυαλά (η αρρώστια της ματαιοδοξίας, της αχορταγιάς και της ανηθικότητας!), τι εξυγίανση να περιμένεις! Και ποιον πείθουν ότι τους νοιάζει? Μας δουλεύουνε? Αφού δεν έχουν καν αθλητισμό. Μόνο ντόπινγκ!
Άει στο διάολο! Αυτό έχω μόνο να πω!
………………………………………………………………………………………………
Κι ήρθε η ώρα εδώ να κολλήσω κι ένα μπλογκοπαίχνιδο που χρωστάω στην Ανεφελίτσα και που μ’ όλες αυτές τις μπούρδες το άργησα πάρα πολύ. Αλλά τώρα, κολλάει κιόλας γάντι!
Γιατί το παιχνιδάκι έχει ως εξής: Πρέπει να γράψω τα τρία τραγούδια που μπορούν να μου φέρουν ως και δάκρυα στα μάτια. Καλά, κατά καιρούς το παθαίνω με διάφορα. Αφού όμως πρέπει να πω τρία, θα πω αυτά με τα οποία το παθαίνω σχεδόν πάντα.
1) Το «Πέσατε Θύματα» από τα ΑΝΤΑΡΤΙΚΑ.
2) Το «Δεν πα’ να μας χτυπάν» του Άσιμου
3) Το «Βαρέθηκα» του Άσιμου.
Από τα τρία, λόγω ποστ, επιλέγω να βάλω το τρίτο, μια που εκφράζει ΑΠΟΛΥΤΑ αυτό που θέλω να πω.
Καλή ακρόαση!
Δευτέρα, Μαρτίου 31, 2008
Το νεροπαραμύθι
Κάποτε το νερό ερωτεύτηκε τη φωτιά.
Πρώτη φορά την κοίταξε όταν ακόμα εκείνη ήτανε φλόγα μόνο.
Την κοιτούσε από ψηλά ενώ το ίδιο ήταν ακόμη σύννεφο στον ουρανό.
Την κοιτούσε που τρεμόπαιζε τσαχπίνικα
Που χόρευε μέσα στα κόκκινα φορέματά της.
Κι όσο την κοίταζε τόσο τη θαύμαζε.
Κι όσο τη θαύμαζε τόσο η θέρμη της το φόρτιζε
και την ερωτευόταν.
Το συγκινούσε και η μοναξιά της∙
αφού ήταν καταδικασμένη να καίει ό,τι υπάρχει γύρω της
κι έτσι να μένει μόνη.
Δεν το ‘θελε∙
Μα ήτανε στη φύση της όλα να τα καίει.
Το πάθος της ήτανε τέτοιο που δεν μπορούσε να το συγκρατήσει.
Κι έτσι όλο έκαιγε…και έκαιγε…
Κι όσο έκαιγε τόσο απλωνότανε∙ και φούντωνε∙ κι ομόρφαινε…
Οι άνθρωποι πανικοβλήθηκαν!
Κι αυτό, που ήτανε σύννεφο και την ερωτευόταν,
κατακλυζόταν απ’ τις παρακλήσεις τους και τις ευχές τους
νερό να γίνει,
μια δυνατή νεροποντή, να πέσει πάνω στη φωτιά να τη σκοτώσει.
Μα εκείνο αρνιότανε!
Και μαύριζε και θύμωνε
και κανενός δεν ήθελε να κάνει τέτοια χάρη!
Κι αντί για στάλες, έστελνε μόνο κεραυνούς∙
συμπαραστάτες στην αγαπημένη.
Όμως, κι αν μπόρεσε ν’ αντισταθεί στων ανθρώπων
τις κατάρες και ευχές,
κι αν τελικά δεν έγινε νεροποντή, όπως αυτοί θα ‘θέλαν,
στον πόνο για τον ίδιο του τον έρωτα
–τον ανεκπλήρωτο εξαρχής- δεν άντεξε.
Έγινε δάκρυ…ζεστή βροχή…κι έσταξε ίσια στην καρδιά της.
Εκείνη έσβησε,...
…Εκείνο στέγνωσε,...
Πρώτη φορά την κοίταξε όταν ακόμα εκείνη ήτανε φλόγα μόνο.
Την κοιτούσε από ψηλά ενώ το ίδιο ήταν ακόμη σύννεφο στον ουρανό.
Την κοιτούσε που τρεμόπαιζε τσαχπίνικα

Που χόρευε μέσα στα κόκκινα φορέματά της.
Κι όσο την κοίταζε τόσο τη θαύμαζε.
Κι όσο τη θαύμαζε τόσο η θέρμη της το φόρτιζε
και την ερωτευόταν.
Το συγκινούσε και η μοναξιά της∙
αφού ήταν καταδικασμένη να καίει ό,τι υπάρχει γύρω της
κι έτσι να μένει μόνη.
Δεν το ‘θελε∙
Μα ήτανε στη φύση της όλα να τα καίει.
Το πάθος της ήτανε τέτοιο που δεν μπορούσε να το συγκρατήσει.
Κι έτσι όλο έκαιγε…και έκαιγε…
Κι όσο έκαιγε τόσο απλωνότανε∙ και φούντωνε∙ κι ομόρφαινε…
Οι άνθρωποι πανικοβλήθηκαν!
Κι αυτό, που ήτανε σύννεφο και την ερωτευόταν,
κατακλυζόταν απ’ τις παρακλήσεις τους και τις ευχές τους
νερό να γίνει,
μια δυνατή νεροποντή, να πέσει πάνω στη φωτιά να τη σκοτώσει.
Μα εκείνο αρνιότανε!
Και μαύριζε και θύμωνε
και κανενός δεν ήθελε να κάνει τέτοια χάρη!
Κι αντί για στάλες, έστελνε μόνο κεραυνούς∙
συμπαραστάτες στην αγαπημένη.
Όμως, κι αν μπόρεσε ν’ αντισταθεί στων ανθρώπων
τις κατάρες και ευχές,
κι αν τελικά δεν έγινε νεροποντή, όπως αυτοί θα ‘θέλαν,
στον πόνο για τον ίδιο του τον έρωτα
–τον ανεκπλήρωτο εξαρχής- δεν άντεξε.
Έγινε δάκρυ…ζεστή βροχή…κι έσταξε ίσια στην καρδιά της.
Εκείνη έσβησε,...
…Εκείνο στέγνωσε,...
Τρίτη, Μαρτίου 25, 2008
Γνωρίζοντας τους ανθρώπους...?
Μου τη δίνουν οι άνθρωποι που όλη την ώρα σου χαμογελούν χωρίς καθόλου να το αισθάνονται, μόνο και μόνο για να είναι «ευγενοφανείς» -αλήθεια γιατί δεν τη χρησιμοποιούμε αυτή τη λέξη; Νομίζω ότι παίζει περισσότερο κι από το «σοβαροφανείς».
Μου τη δίνουν οι γλοιώδεις και οι κόλακες, που ανεπίσημα θα σπέυσουνε με θέρμη να σε παραδεχτούν για τα ταλέντα, τις απόψεις σου, το θάρρος σου, αλλά μπροστά σε άλλους δεν θα πάρουνε ποτέ τους θέση.
Μου τη δίνουν οι απίστευτα κουτσομπόληδες, που θέλουν να τα ξέρουν όλα, για όλους και για όλα, και που δεν έχουν το στοιχειώδες τακτ να το κρύψουν, αλλά γίνονται στην ψύχρα αδιάκριτοι σε βαθμό αηδιαστικό και προσβλητικό, κάνοντας προσωπικές ερωτήσεις με το θράσος να αυτοθεωρούνται φίλοι που ως εκ τούτου ενδιαφέρονται ή παριστάνοντας απλά τους δήθεν αφελείς.
(Άσε που έχω την εντύπωση ότι αυτό το τελευταίο, το να το παίζουν λίγο αφελείς, κάποιοι το θεωρούνε και γοητευτικό. Ή χαριτωμένο. Μπλιαχ, δηλαδή!)
Και επίσης, απορώ. Τόσο άδειες είναι οι ζωές τους δηλαδή που προσπαθούν να τις γεμίσουνε παρατηρώντας και μιλώντας για τους άλλους; Εγώ γιατί το θεωρώ αφόρητα κουραστικό, αδιάφορο και βαρετό;
Και, συγχωρήστε μου και τον συντηρητισμό αλλά για μένα η ευγένεια κι η διακριτικότητα είναι αρετές!
Μου γυρίζουν τ’ άντερα στην κυριολεξία οι δημοσιοσχεσήτες, με τα «καλημέρα», «καλησπέρα», «καληνύχτα» και «τι ωραία ρούχα που φοράς», που χώνονται παντού για να γνωρίσουνε τους πάντες και ΚΥΡΙΩΣ για να ΤΟΥΣ γνωρίσουνε οι πάντες.
Θα μου πείτε∙ μα αυτοί είναι οι μόνοι που πιάσανε το νόημα. Ξέρουν καλά πως μόνο έτσι θα προοδεύσουν. Και μια και η αναξιοκρατία είναι ό,τι κυριαρχεί στις μέρες μας, τους συγκεκριμένους ανθρώπους, τους ευνοεί στο έπακρο. Γιατί να μην το εκμεταλλευτούν; Κατά αυτούς, είναι εξυπνάδα.
Δίκιο έχουν όντως, αυτοί προοδεύουν.
Εμένα πάντως, εξακολουθούν να μ’ αηδιάζουν.
Και πολύ θα ήθελα να τους δω σ’ ένα απόλυτα αξιοκρατικό καθεστώς. Υποψιάζομαι, αυτοί δεν θα το θέλανε καθόλου.
Σιχαίνομαι και τρομάζω με την κακία, πράγμα που, προσωπικά, πολύ σπάνια καταλογίζω σε κάποιον, αλλά επειδή μου έτυχε πάρα πολύ πρόσφατα, το αναφέρω κι αυτό. Υπάρχουν και κακοί άνθρωποι. Δεν ξέρω πώς γίνονται, αλλά υπάρχουν. Δεν το έχω σχεδόν ποτέ στο μυαλό μου, όμως δυστυχώς –όχι συχνά, ευτυχώς- κάποια στιγμή, έρχεται κάποιος να στο θυμίσει.
Μου τη δίνουνε και όσοι θεωρούν τον εαυτό τους κάτι το ιδιαίτερο, παιδιά άλλου θεού ένα πράγμα, που τους αρμόζει διαφορετική αντιμετώπιση από άλλους σε μια ίδια κατάσταση. Τους οποίους άλλους, υποτιμούν…(Πωπω! Κάτι τέτοιοι, ένα μπερντάκι οφ δε ρέκορντς, το χρειάζονται.) Που κανείς δεν θέλουνε να τους κρίνει, οι ίδιοι όμως ως ξερόλες, έχουν το δικαίωμα να δηλώνουν γνώμη για τα πάντα (εκεί που τους παίρνει, βέβαια, γιατί είναι και θρασύδειλοι, συνήθως.)
Ύστερα εγώ είμαι σνομπ!
Μου τη δίνει όταν τη δική μου/σου/του –γενικώς- διακριτικότητα, ευγένεια, αξιοπρέπεια και -γιατί να μην το πω κι έτσι;- ανωτερότητα, οι άλλοι την περνούν για αφέλεια και σου συμπεριφέρονται σαν ηλίθιο, νομίζοντας πως επειδή δεν μιλάς δεν καταλαβαίνεις κιόλας ή παριστάνοντας ότι νομίζουν πως δεν καταλαβαίνεις επειδή ακριβώς ξέρουν ότι όσο κι αν καταλαβαίνεις, δεν θα μιλήσεις.
Με απογοητεύουν και με πληγώνουν κάποιοι που είναι ευφυέστατοι, έχουν κι έναν βαθμό ευαισθησίας αρκετά αναπτυγμένο, ώστε να αντιλαμβάνονται, να διακρίνουν και να αναγνωρίζουν αξίες, ήθη, χαμέρπειες, μικρονοησίες, καθώς και όλα όσα λέω παραπάνω, αλλά για ένα ελάχιστο προσωπικό κέρδος, ίσως (όπως το αντιλαμβάνονται αυτοί) ή δεν ξέρω για ποιον άλλον λόγο, δέχονται/ανέχονται όλες αυτές τις συναναστροφές, ανταλλάσσοντας κολακείες, απορροφώντας με αξιοθαύμαστη διπλωματία κουτσομπολιά αποφεύγοντας να φορτωθούν οι ίδιοι τη ρετσινιά του «κουτσομπόλη» και μην καταλαβαίνοντας πως χάνουν έτσι την γοητεία που τόσο απλόχερα τους χαρίζει η ευφυΐα τους. Ίσως μερικές φορές η ανασφάλεια να ξεπερνά την ευφυΐα. Ξέρω ‘γω;
Αλλά πάνω απ’ όλα, μου τη δίνει αφάνταστα ο εαυτός μου, που όταν βρίσκεται σε ένα τέτοιο περιβάλλον παριστάνει όντως τον ηλίθιο και αφήνει να τον υποτιμούν. Κι ύστερα πρέπει να παλεύω για μέρες μόνη μου μαζί του, με σκέψεις και με συναισθήματα που γεννιούνται αναδρομικά και φουντώνουν προοδευτικά. Μου τη δίνει να το παίζω φίλη ενώ δεν είμαι ούτε γι’ αυτούς ούτε για μένα και το ξέρουμε όλοι.
Θα ήθελα να ξέρουν τουλάχιστον, να τους το είχα δείξει με κάποιον τρόπο, ότι καταλαβαίνω και πολύ καλά μάλιστα.
Απλά, ανέχομαι.
Μου τη δίνουν οι γλοιώδεις και οι κόλακες, που ανεπίσημα θα σπέυσουνε με θέρμη να σε παραδεχτούν για τα ταλέντα, τις απόψεις σου, το θάρρος σου, αλλά μπροστά σε άλλους δεν θα πάρουνε ποτέ τους θέση.
Μου τη δίνουν οι απίστευτα κουτσομπόληδες, που θέλουν να τα ξέρουν όλα, για όλους και για όλα, και που δεν έχουν το στοιχειώδες τακτ να το κρύψουν, αλλά γίνονται στην ψύχρα αδιάκριτοι σε βαθμό αηδιαστικό και προσβλητικό, κάνοντας προσωπικές ερωτήσεις με το θράσος να αυτοθεωρούνται φίλοι που ως εκ τούτου ενδιαφέρονται ή παριστάνοντας απλά τους δήθεν αφελείς.
(Άσε που έχω την εντύπωση ότι αυτό το τελευταίο, το να το παίζουν λίγο αφελείς, κάποιοι το θεωρούνε και γοητευτικό. Ή χαριτωμένο. Μπλιαχ, δηλαδή!)
Και επίσης, απορώ. Τόσο άδειες είναι οι ζωές τους δηλαδή που προσπαθούν να τις γεμίσουνε παρατηρώντας και μιλώντας για τους άλλους; Εγώ γιατί το θεωρώ αφόρητα κουραστικό, αδιάφορο και βαρετό;
Και, συγχωρήστε μου και τον συντηρητισμό αλλά για μένα η ευγένεια κι η διακριτικότητα είναι αρετές!
Μου γυρίζουν τ’ άντερα στην κυριολεξία οι δημοσιοσχεσήτες, με τα «καλημέρα», «καλησπέρα», «καληνύχτα» και «τι ωραία ρούχα που φοράς», που χώνονται παντού για να γνωρίσουνε τους πάντες και ΚΥΡΙΩΣ για να ΤΟΥΣ γνωρίσουνε οι πάντες.
Θα μου πείτε∙ μα αυτοί είναι οι μόνοι που πιάσανε το νόημα. Ξέρουν καλά πως μόνο έτσι θα προοδεύσουν. Και μια και η αναξιοκρατία είναι ό,τι κυριαρχεί στις μέρες μας, τους συγκεκριμένους ανθρώπους, τους ευνοεί στο έπακρο. Γιατί να μην το εκμεταλλευτούν; Κατά αυτούς, είναι εξυπνάδα.
Δίκιο έχουν όντως, αυτοί προοδεύουν.
Εμένα πάντως, εξακολουθούν να μ’ αηδιάζουν.
Και πολύ θα ήθελα να τους δω σ’ ένα απόλυτα αξιοκρατικό καθεστώς. Υποψιάζομαι, αυτοί δεν θα το θέλανε καθόλου.
Σιχαίνομαι και τρομάζω με την κακία, πράγμα που, προσωπικά, πολύ σπάνια καταλογίζω σε κάποιον, αλλά επειδή μου έτυχε πάρα πολύ πρόσφατα, το αναφέρω κι αυτό. Υπάρχουν και κακοί άνθρωποι. Δεν ξέρω πώς γίνονται, αλλά υπάρχουν. Δεν το έχω σχεδόν ποτέ στο μυαλό μου, όμως δυστυχώς –όχι συχνά, ευτυχώς- κάποια στιγμή, έρχεται κάποιος να στο θυμίσει.
Μου τη δίνουνε και όσοι θεωρούν τον εαυτό τους κάτι το ιδιαίτερο, παιδιά άλλου θεού ένα πράγμα, που τους αρμόζει διαφορετική αντιμετώπιση από άλλους σε μια ίδια κατάσταση. Τους οποίους άλλους, υποτιμούν…(Πωπω! Κάτι τέτοιοι, ένα μπερντάκι οφ δε ρέκορντς, το χρειάζονται.) Που κανείς δεν θέλουνε να τους κρίνει, οι ίδιοι όμως ως ξερόλες, έχουν το δικαίωμα να δηλώνουν γνώμη για τα πάντα (εκεί που τους παίρνει, βέβαια, γιατί είναι και θρασύδειλοι, συνήθως.)
Ύστερα εγώ είμαι σνομπ!
Μου τη δίνει όταν τη δική μου/σου/του –γενικώς- διακριτικότητα, ευγένεια, αξιοπρέπεια και -γιατί να μην το πω κι έτσι;- ανωτερότητα, οι άλλοι την περνούν για αφέλεια και σου συμπεριφέρονται σαν ηλίθιο, νομίζοντας πως επειδή δεν μιλάς δεν καταλαβαίνεις κιόλας ή παριστάνοντας ότι νομίζουν πως δεν καταλαβαίνεις επειδή ακριβώς ξέρουν ότι όσο κι αν καταλαβαίνεις, δεν θα μιλήσεις.
Με απογοητεύουν και με πληγώνουν κάποιοι που είναι ευφυέστατοι, έχουν κι έναν βαθμό ευαισθησίας αρκετά αναπτυγμένο, ώστε να αντιλαμβάνονται, να διακρίνουν και να αναγνωρίζουν αξίες, ήθη, χαμέρπειες, μικρονοησίες, καθώς και όλα όσα λέω παραπάνω, αλλά για ένα ελάχιστο προσωπικό κέρδος, ίσως (όπως το αντιλαμβάνονται αυτοί) ή δεν ξέρω για ποιον άλλον λόγο, δέχονται/ανέχονται όλες αυτές τις συναναστροφές, ανταλλάσσοντας κολακείες, απορροφώντας με αξιοθαύμαστη διπλωματία κουτσομπολιά αποφεύγοντας να φορτωθούν οι ίδιοι τη ρετσινιά του «κουτσομπόλη» και μην καταλαβαίνοντας πως χάνουν έτσι την γοητεία που τόσο απλόχερα τους χαρίζει η ευφυΐα τους. Ίσως μερικές φορές η ανασφάλεια να ξεπερνά την ευφυΐα. Ξέρω ‘γω;
Αλλά πάνω απ’ όλα, μου τη δίνει αφάνταστα ο εαυτός μου, που όταν βρίσκεται σε ένα τέτοιο περιβάλλον παριστάνει όντως τον ηλίθιο και αφήνει να τον υποτιμούν. Κι ύστερα πρέπει να παλεύω για μέρες μόνη μου μαζί του, με σκέψεις και με συναισθήματα που γεννιούνται αναδρομικά και φουντώνουν προοδευτικά. Μου τη δίνει να το παίζω φίλη ενώ δεν είμαι ούτε γι’ αυτούς ούτε για μένα και το ξέρουμε όλοι.
Θα ήθελα να ξέρουν τουλάχιστον, να τους το είχα δείξει με κάποιον τρόπο, ότι καταλαβαίνω και πολύ καλά μάλιστα.
Απλά, ανέχομαι.
Παρασκευή, Μαρτίου 21, 2008
ΠΑΝΔΑΙΣΙΑ
Περπατούσα στην παραλία,
την ώρα που τσιλιμπούρδιζε η μέρα με τη νύχτα.
Λεπτή ομίχλη ή το πέπλο της βροχής,
δε μ’ αφήνανε να βλέπω καθαρά.
Μαγικό το τοπίο.
Περπατούσα πλάι στη θάλασσα, κάτω από τα φαναράκια.
Καθαρά τα κοντινά, θόλωνε το φως στα πιο απομακρυσμένα.
Όμως, όπως εγώ περνούσα, αλλάζανε κι αυτά.
Κι ήτανε άλλα εκείνα που φωτίζαν καθαρά,
ενώ τα προηγούμενα σβήνανε τώρα στην ομίχλη.
Όσα ήταν αρκετά μπροστά, μέλλον θαμπό, σαν απειλητικό προμήνυμα.
Μα πώς ανάβαν μόλις τα πλησίαζα!
Κι ας ήτανε θολά όσα κοιτούσα με τα μάτια.
Όταν πατούσα με τα πόδια τελικά, ξεκαθαρίζαν όλα.
Κι ένα τραγουδάκι που εκφράζει τα κάτω και τα πάνω μου
(που συνέχεια πάνω-κάτω είναι δηλαδή και θα πρέπει να τα συνηθίσω:-p)
Από την πανδαισία ήχων, στίχων και...ΔΑΡΝΑΚΩΝ.
Υπέροχο!
την ώρα που τσιλιμπούρδιζε η μέρα με τη νύχτα.
Λεπτή ομίχλη ή το πέπλο της βροχής,
δε μ’ αφήνανε να βλέπω καθαρά.
Μαγικό το τοπίο.
Περπατούσα πλάι στη θάλασσα, κάτω από τα φαναράκια.
Καθαρά τα κοντινά, θόλωνε το φως στα πιο απομακρυσμένα.
Όμως, όπως εγώ περνούσα, αλλάζανε κι αυτά.
Κι ήτανε άλλα εκείνα που φωτίζαν καθαρά,
ενώ τα προηγούμενα σβήνανε τώρα στην ομίχλη.
Όσα ήταν αρκετά μπροστά, μέλλον θαμπό, σαν απειλητικό προμήνυμα.
Μα πώς ανάβαν μόλις τα πλησίαζα!
Κι ας ήτανε θολά όσα κοιτούσα με τα μάτια.
Όταν πατούσα με τα πόδια τελικά, ξεκαθαρίζαν όλα.
Κι ένα τραγουδάκι που εκφράζει τα κάτω και τα πάνω μου
(που συνέχεια πάνω-κάτω είναι δηλαδή και θα πρέπει να τα συνηθίσω:-p)
Από την πανδαισία ήχων, στίχων και...ΔΑΡΝΑΚΩΝ.
Υπέροχο!
Δευτέρα, Μαρτίου 10, 2008
ΟΤΑΝ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ "ΠΑΙΧΝΙΔΙ"
Και το θεωρούσα ένα από τα καλύτερα παιχνίδια που κυκλοφορούν...
Μου το είπε ένας εκπαιδευτικός. Έκανε το λάθος και πήρε δώρο στο παιδί του το παιχνίδι «γνώσεων» με κάρτες Trivial Persuit '90. Μούδιασε όταν άκουσε από την μικρή του κόρη να τον ρωτάει "Μαθηματικός που έπεσε νεκρός προσπαθώντας να θέσει τέλος σε κατάληψη Λυκείου στην Πάτρα το 1991". Η απάντηση στο πίσω μέρος της κάρτας έγραφε "Νίκος Τεμπονέρας".
Έπεσε νεκρός; Πώς δηλαδή, παραπάτησε; Αυτό δε το τεράστιο ψέμα ότι προσπαθούσε να θέσει τέλος στην κατάληψη, ενώ στην πραγματικότητα συμπαραστεκόταν στους καταληψίες μαθητές πώς να το εξηγήσουμε;
Για να μην ξεχνάμε λοιπόν την ιστορία και για να μην την ξαναγράφουν κάποιοι όπως τη θυμούνται (στην καλύτερη) ή όπως τους βολεύει: "Ο Ν. Τεμπονέρας δολοφονήθηκε από τα μέλη της ΟΝΝΕΔ Σπίνο και Καλαμπόκα που προσπάθησαν να εισβάλουν βιαίως στον χώρο της κατάληψης χρησιμοποιώντας λοστούς (και άλλα φονικά αντικείμενα)". Αν μη τι άλλο είναι και απόφαση δικαστηρίου...
(Από την Αυγή 28/12)
Χρήστος Κάτσικας
Τελικά ο σκόπιμος, βεβαίως, αποπροσανατολισμός (γιατί, μη μου πείτε ότι αυτά γίνονται τυχαία και επιπόλαια) έχει εισχωρήσει παντού. Από πού να προφυλαχτεί κανείς και τι να παρακολουθήσει πρώτα;
Τα συμπεράσματα, δικά σας.
Μου το είπε ένας εκπαιδευτικός. Έκανε το λάθος και πήρε δώρο στο παιδί του το παιχνίδι «γνώσεων» με κάρτες Trivial Persuit '90. Μούδιασε όταν άκουσε από την μικρή του κόρη να τον ρωτάει "Μαθηματικός που έπεσε νεκρός προσπαθώντας να θέσει τέλος σε κατάληψη Λυκείου στην Πάτρα το 1991". Η απάντηση στο πίσω μέρος της κάρτας έγραφε "Νίκος Τεμπονέρας".
Έπεσε νεκρός; Πώς δηλαδή, παραπάτησε; Αυτό δε το τεράστιο ψέμα ότι προσπαθούσε να θέσει τέλος στην κατάληψη, ενώ στην πραγματικότητα συμπαραστεκόταν στους καταληψίες μαθητές πώς να το εξηγήσουμε;
Για να μην ξεχνάμε λοιπόν την ιστορία και για να μην την ξαναγράφουν κάποιοι όπως τη θυμούνται (στην καλύτερη) ή όπως τους βολεύει: "Ο Ν. Τεμπονέρας δολοφονήθηκε από τα μέλη της ΟΝΝΕΔ Σπίνο και Καλαμπόκα που προσπάθησαν να εισβάλουν βιαίως στον χώρο της κατάληψης χρησιμοποιώντας λοστούς (και άλλα φονικά αντικείμενα)". Αν μη τι άλλο είναι και απόφαση δικαστηρίου...
(Από την Αυγή 28/12)
Χρήστος Κάτσικας
Τελικά ο σκόπιμος, βεβαίως, αποπροσανατολισμός (γιατί, μη μου πείτε ότι αυτά γίνονται τυχαία και επιπόλαια) έχει εισχωρήσει παντού. Από πού να προφυλαχτεί κανείς και τι να παρακολουθήσει πρώτα;
Τα συμπεράσματα, δικά σας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
