Σάββατο, Μαΐου 26, 2007
Ιστορία της εποχής
Η προσφώνηση που ακόμη δεν κατάφερα να συνηθίσω.
Έστω και στο σχολείο.
Μια γλυκιά φωνούλα πίσω από την πλάτη μου. Δυο χεράκια που σφιχτήκαν πάνω μου.
Οχτώ χρονών. Λεπτά σα νιόβγαλτα κλαράκια.
- Γεια σου αστεράκι! Τι όμορφη μπλούζα που φοράς! Σου πάει πολύ αυτό το χρώμα.
- Την έχω και σε κόκκινο.
- Α! σε δυο χρώματα; Τι ωραία!
- Μου τα πήρε η μαμά.
- Τι καλή μανούλα!
Και η μικρή σκοτείνιασε. Το βλέμμα της κάπου αλλού…
- …Αλλά δουλεύει πολύ…
Τα μεγάλα, τα ορθάνοιχτα ματάκια μισοκλείσαν και μικρύνανε. Το χαμογελάκι μου σοβάρεψε.
- Όμως, μικρή μου, άμα δεν δούλευε δε θα μπορούσε να σου πάρει τη μπλουζίτσα. Κάτσε μαζί μου να σου πω∙ κι εμένα δούλευε η μαμά μου όταν ήμουνα μικρή. Και τότε στο σχολείο πηγαίναμε μια απόγευμα και μια πρωί. Κι όταν ήμουν απόγευμα, όλο το πρωινό στο σπίτι ήμουν μόνη.
- Κι έκλαιγες;
- Ε, στην αρχή έκλαιγα λίγο.
Όμως μετά, είδα στον ύπνο μου ένα βράδυ, πως τάχα απολύσαν τη μαμά μου απ` τη δουλειά.
Και τρόμαξα! Γιατί έκλαιγε εκείνη πιο πολύ.
Από τότε δεν παραπονέθηκα ξανά. Κι αν μου ‘λειπε, περίμενα να ρθει για να την αγκαλιάσω.
…Και πώς, σιγά σιγά, άρχισ` ο Ήλιος να ξαναβγαίνει μες στα μάτια της!
Πώς η Ζωή ξανάδωσε στα πόδια της ρυθμό
και κόκκινο στα μάγουλά της!
Δευτέρα, Μαΐου 21, 2007
Παράτονα
…Όταν ο Mozart μπερδεύεται με τη δυνατή βροχή.Και ψάχνεις την κατάλληλη ένταση για να συνδυαστούν αρμονικά. Ή παράτονα. Όπως ταιριάζει σήμερα στην ψυχή σου.
…Όταν συνειδητοποιείς, γι` ακόμη μια φορά ότι μεγάλωσες.
Όχι από κάποια φθορά ή απ` τον πληθυντικό των άλλων, αλλά
από τον αδέξιο τρόπο που ‘πιασες ένα ξύλινο μολύβι να το ξύσεις.
Κι ανακαλύπτεις πως κι αυτό είναι δεξιοτεχνία. Και πως χρειάζεται ταλέντο να το κάνεις…
...Ή να είσαι παιδί…
Παρ` όλ` αυτά, σου φαίνεται αστείο. Κοιτάς τα ξύσματα με έκπληξη! Και λίγο θαυμασμό! Χαμογελάς μπροστά σ` αυτές τις στριφογυριστές, τις φουσκωτές φουστίτσες που βγάζει η μοδιστρούλα ξύστρα.
…Ξανά ο Mozart… Με τη βροχή… Μουσική, σαφώς ενιαία!
Στιγμές στιγμές, ανεβάζει η βροχή την έντασή της.
Διαφωνεί άραγε μαζί του;
Ή είναι το πάθος και η έξαψη που της δημιουργεί;
Τραβάς το βλέμμα σου από το παράθυρο.
Το στρέφεις πάλι στις χαριτωμένες σου φουστίτσες.
Κι όπως μουσική κι εικόνα ερεθίζουν τις αισθήσεις σου,
τις βλέπεις τώρα μπαλαρίνες να χορεύουν…
Σάββατο, Μαΐου 19, 2007
Σε φύλλο από πλατάνι
Μπορώ να σε χωρέσω σ` ένα φύλλο από πλατάνι
Στις λέξεις που μου μάθανε να γράφω
τα τρία αστράκια της ουράς της άρκτου ένα βράδυ,
καθώς μία Πανσέληνος του Αυγούστου
άναβε στο σκοτάδι μαγική φωτιά να βλέπω.
Μπορώ.
Γιατί έμαθα να ζω εκεί ανάμεσα
Στη μυρωδιά του πεύκου και στ` αγριολούλουδα
Στη δροσιά που πέφτει και μ` αγγίζει κι αναριγώ.
Εκεί, μικρά θαύματα που έρπονται, τρέχουνε ή πετούν
φτιάχνουν τη μουσική τους
Τα σιγοντάρει κι ο άνεμος παίζοντας με τα στάχια
Και το νερό,
εκείνο που κυλάει ανάμεσα σε δέντρα και χωράφια,
που κατεβαίνει απ` τα βουνά και χύνεται στη θάλασσα
και τ` άλλο, που από τα σύννεφα σταλάζει
όταν αυτά συγκρούονται σε μάχη ερωτική.
Τόσοι ήχοι, τόσες μουσικές
καραδοκούν ν` αρπάξουνε τις λέξεις μου
για να τις τραγουδήσουν.
Μπορώ, σου λέω.
Η πρώτη μου προσπάθεια να γράψω ήταν εκεί.
Στο χώμα…στον αέρα…στο κρυστάλλινο νερό…
Στων δέντρων τους κορμούς και στα φυλλώματα
Κατέβαινε η βροχή κι εγώ γελούσα
Με πότιζε το γιασεμί και χόρευα
Μπορώ!
Γιατί έμαθα να γράφω καθώς κοιτούσα τα βουνά
κι ένιωθα τους Θεούς να ανασαίνουν
και να ζεσταίνουν κάθε λέξη μου.
Αυτή η λέξη, αν είναι τ` όνομά σου,
γίνεται Ποίημα, παντού χωράει!
Κι εγώ, θα σε χωρέσω σ` ένα φύλλο από πλατάνι.
Και θα τ` αφήσω ύστερα, σε ποτισμένο απ` τη βροχή χώμα να πέσει
Να δω ολόκληρη τη Γη να σε ανθίζει.
Τετάρτη, Μαΐου 16, 2007
ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ-Η ΕΞΑΙΣΙΑ ΗΔΟΝΗ ΤΟΥ ΒΙΑΣΜΟΥ
Ποια η γνώμη σας για την αυτοδικία;Στα τρία πρώτα κεφάλαια είπα: Αποκλείεται! Δεν μπορώ να το τελειώσω. Αν συνεχίσει έτσι δεν θα το αντέξω. Είχα ταραχτεί πάρα πολύ. Στιγμές, σταματούσα και κοιτούσα γύρω με απόγνωση.
Τέσσερις βιασμοί: Ένας στον επαγγελματικό χώρο. Δύο μέσα στην ίδια την οικογένεια (μητέρα και κόρη). Ένας σ` ένα γιαπί.
Το θέμα του βέβαια, ο βιασμός, είναι από μόνο του ένα θέμα σκληρό. Πώς θα μπορούσε λοιπόν να είναι το βιβλίο ρεαλιστικό χωρίς να ταράξει τα ήρεμα νερά μας;
Η χρήση του πρώτου προσώπου από την αρχή του βιβλίου σε καθιστά άμεσο δέκτη των μαρτυριών των θυμάτων αλλά κι ενός δράστη, που πρώτος με εξοργιστική ωμότητα παραθέτει και υποστηρίζει την πράξη του, χωρίς βέβαια να την αποκαλεί βιασμό. Παραδέχεται απροκάλυπτα ότι πατάει στην ανάγκη του άλλου για να ικανοποιήσει τις ορέξεις του και δικαιολογεί τον εαυτό του με το κυνικό κλισέ «κανείς δεν κέρδισε με το ευαγγέλιο στο χέρι.»
Στη συνέχεια εμφανίζονται διάφορες μορφές-θύματα, καθεμιά με τη δική της αντίδραση στην ίδια πάντα πράξη, ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο κινείται, με τις κοινωνικές προκαταλήψεις, τους φόβους, τις προσωπικές αδυναμίες, τις μαθημένες συμπεριφορές που δύσκολα αλλάζουν.
Πώς ένα θύμα βιασμού να μαζέψει τα κομμάτια του και να τολμήσει να ξαναζήσει τη φρίκη του μαρτυρίου του δημόσια προκειμένου να βρει δικαιοσύνη; Πόση εμπιστοσύνη μπορεί να έχει πως αυτή τελικά θα αποδοθεί και μάλιστα με τρόπο που να ικανοποιεί πραγματικά; Πόση υπομονή μπορεί να επιστρατεύσει για να περιμένει μια δικαιοσύνη που αργεί πολύ κι ακόμη κι όταν εφαρμόζεται αφήνει «παραθυράκια», βρίσκει ελαφρυντικά κι είναι δυσανάλογα μικρή μπροστά στο έγκλημα που έχει διαπραχθεί; Ποια ποινή μπορεί να ισοφαρίσει αυτό το έγκλημα, αλλά και τον εξευτελισμό που νιώθει το θύμα για δεύτερη φορά κατά τη διάρκεια της δίκης, όταν θα χρειαστεί ν` απαντά σε καχύποπτες ερωτήσεις της υπεράσπισης, συγκεντρώνοντας πάνω του και τα βλέμματα γνωστών κι αγνώστων;
Μήπως τελικά σε κάποιες περιπτώσεις η αυτοδικία δικαιολογείται; Υπάρχουν εγκλήματα που θέτουν από μόνα τους το παραπάνω ερώτημα. Ποιος εκτός από το ίδιο το θύμα μπορεί να αποδώσει ικανοποιητική δικαιοσύνη σε μια περίπτωση όπως την παραπάνω;
«Η εξαίσια ηδονή του βιασμού» φέρνει στο φως ένα έγκλημα του οποίου οι πραγματικές διαστάσεις και η έκτασή του, για διάφορους λόγους, αποσιωπούνται επιμελώς. Παρουσιάζει διαφορετικούς χαρακτήρες ανθρώπων, διαφορετικές αντιδράσεις, τρόπους σκέψης και συμπεριφορές, καθώς και δυο μορφές αυτοδικίας. Το αν και κατά πόσο δικαιολογείται κάτι τέτοιο, παραμένει στη δική μας κρίση, στην ευαισθησία μας και στο αίσθημα δικαίου που έχει ο καθένας μας. Δε νομίζω ότι προσπαθεί να εκβιάσει κάποιο συναίσθημα ή να κατευθύνει τον αναγνώστη. Ό,τι μιλάει από μόνο του, είναι τα ίδια τα γεγονότα.
Το βιβλίο τελικά καταφέρνει να συνδυάσει σε άψογη λογοτεχνία, σκληρότητα, βιαιότητα, τρυφερότητα, αξιοπρέπεια και σασπένς. Σελίδα τη σελίδα γίνεται όλο και πιο δυναμικό και σε κρατάει σε αγωνία και σε εγρήγορση, καθώς, όσο πλησιάζει προς το τέλος, διάφορες διεργασίες στο μυαλό σου αποφασίζουν για τη δικαιοσύνη που θέλεις να αποδοθεί και περιμένεις να δεις αν θα ικανοποιηθείς. Καμία σχέση με την κατάθλιψη που νόμιζα ότι θα με τύλιγε όταν το άρχιζα!
Άλλο ένα ελληνικό διαμαντάκι!
ΥΓ: Το βιβλίο του Τόλη Νικηφόρου, "Η εξαίσια ηδονή του βιασμού" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ
Πέμπτη, Μαΐου 10, 2007
Ο ΑΚΡΟΒΑΤΗΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ 2
Και τώρα το δεύτερο απ` τον "Ακροβάτη των λέξεων" του Ηλία Κουτσούκου που ήθελα να βγάλω.Τελικά, είναι απρόβλεπτο το τι μπορεί να σε συγκινήσει.
Μ` αρέσει γιατί είναι πραγματικός, καθημερινός, γήινος
κι αυτό που «πετάει» για να σε πετύχει στην καρδιά είναι μια ιδιότυπη τρυφερότητα που μπορεί να εκφράζεται με τις πιο απλές λέξεις, αυτές που μιλάς κι εσύ, ή και με βρισιές ακόμη, μακριά από επιτηδευμένους, δήθεν ποιητικούς, λυρισμούς. Σε «καρφώνει» και σε αφοπλίζει με πραγματικότητες κι όχι με «ονειρικά φεγγάρια».
Είναι «ύπουλος» ο τρόπος που σ` αγγίζει.
Σα μικρόβιο. Έτσι και σου κολλήσει, δύσκολα ξεκολλάς…
ΟΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ ΜΟΥ ΑΝΔΡΕΣ
Οι αγαπημένοι μου άνδρες είναι αυτοί
που είπαν ένα κόκκινο απόγευμα
“πάω να πάρω τσιγάρα”
και από τότε εδώ και τριάντα πέντε χρόνια
δεν επέστρεψαν πίσω
ένα πρωινό στις 7 μετά τον έρωτα των 5
τους είπε “τούτη είναι η τελευταία φορά”
και δεν βρήκανε τίποτα να πουν
παρά κάπνιζαν ένα τσιγάρο
όπως ο Παπέτι καπνίζει την κορνέτα του
αυτοί που τους διώξανε απ` τη δουλειά τους
και δεν υπόγραψαν καμιά απόλυση
σε πείσμα των δικαστικών κλητήρων
και που μετά πήραν τα πόδια τους
και περπάτησαν σαν τον Χριστό
πάνω στη θάλασσα
αυτοί που κλέψανε τ` άψυχα μανεκέν
απ` τα κρεβάτια των χοντρών βιομηχάνων
κι οι βιομήχανοι στείλαν αεροπορία
να βομβαρδίσει τα χέρια τους
μα τα χέρια τους είχαν πετάξει μακριά
γκαλαμπάγκος
αυτοί που ερωτεύθηκαν
απ` όλους τους ήρωες του Ντίσνεϋ
μόνο τον Γκούφη
και δήλωσαν ανοιχτά στην εφορία
πως το μόνο πούχουν να δηλώσουν
είναι μια σπασμένη τσατσάρα κι ένα χαλασμένο αυγό
αυτοί που στις ονειρώξεις τους
βάλανε φίμωτρο αποδείχνοντας τον ρεαλισμό τους
στο θέμα του σεξ
αυτοί που είχαν πάντα αντιρρήσεις
στο “ένα κι ένα κάνει δύο”
και λέγαν πως μπορεί να κάνει όσο θέλει
και που όταν κανένας τους πέθαινε
λέγαν στους δικούς του
να τον αφήνουν μ` ανοιχτά τα μάτια για να βλέπει
και στα σκουλήκια να πάνε πιο μακριά
για να φαν κάτι καλύτερο
αυτοί που τα βράδια γράφανε ένα άρθρο
για την τοπική εφημερίδα
που δεν τελείωνε ποτέ
γιατί αν τελείωνε κι ο κόσμος θα τελείωνε
oι αγαπημένοι μου άνδρες
είναι όλοι αυτοί
που βγαίνουν από μέσα μου
όταν σου γράφω ποιήματα
κι αράζουν ξαπλωμένοι στα πλήκτρα
της γραφομηχανής
έτοιμοι για τη συντριβή τους
πάνω στον κύλινδρο
μ` ένα χαμόγελο ασίκη στα χείλη
λέγοντάς μου “προχώρα”
οι αγαπημένοι μου άνδρες
“βάρα κι εμείς εδώ είμαστε!”
Δευτέρα, Μαΐου 07, 2007
Ο ΑΚΡΟΒΑΤΗΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ 1
Ένα ένα όμως…
ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΗΛΙΘΙΟΙ ΠΟΥ ΚΥΝΗΓΟΥΝ ΤΟ ΧΡΟΝΟ
Δεν προλαβαίνω, δεν προλαβαίνω…
Μου λέει με απόγνωση σχεδόν
ο πρότζεκτ-μάνατζερ μιας πολυεθνικής
Δύο συσκέψεις κάθε μέρα, δύο ώρες πηγαινέλα
από το Ψυχικό στο κλείσιμο της μέρας
Γεύματα εργασίας
Πρόσθεσε γυμναστήριο, μασάζ,
μελέτες επεκτάσεων κλπ.
Και δύο εικοσιτετράωρα να είχε η μέρα
πάλι δεν θα προλάβαινα…
Ανόητο να τον ρωτήσω αν άκουσε ποτέ
ήχο νερού πάνω σε βράχο
αηδόνι που να χαιρετά το σούρουπο
ή αεράκι του χειμώνα
Μες σε φλεγόμενα μαλλιά να κρύβεται…
Ξέρεις, του λέω, τι λένε οι αστροφυσικοί…
Πως κάθε πέντε δεύτερα διευρύνεται το σύμπαν
όσο ο γαλαξίας μας…
Και τι μου απαντάει ο μαλάκας, τι μου απαντάει…
Ε και λοιπόν τι έγινε;
Σάββατο, Μαΐου 05, 2007
...Τέρας
Τι σημασία έχει;
Αν βλέπω όνειρα; Ποια όνειρα; Όχι! Ούτε στον ύπνο ούτε στον ξύπνιο μου. Κάποιοι μου τα σκοτώσανε. Ή αυτοκτόνησαν, δεν ξέρω…
Δε βαριέσαι! Μία παγίδα ήταν κι αυτά. Σαν την ελπίδα. Πάρε, για να ‘χεις να πορεύεσαι.
Όταν δε νιώθω καλά θέλω να φορέσω κάτι ζεστό κι αγαπησιάρικο, ένα φούτερ. Να τυλιχτώ με μια κουβέρτα. Όταν δε νιώθω καλά, θέλω να ‘ναι χειμώνας. Να μπορώ να κρύβομαι. Στο γκρίζο τοπίο, στις στάλες της βροχής, στους βρεγμένους δρόμους. Θέλω να έχω λίγο χρόνο νεκρό. Ένα εικοστετράωρο off από δουλειές κι από υποχρεώσεις. Και ήσυχο. Μόνο για μένα. Χειμώνας… Να μη νιώθω εκτεθειμένη στο πολύ φως…στα βλέμματα γνωστών κι αγνώστων…
Θέλω να πάρω ένα βιβλίο, όπου θα βρίσκω την ψυχή μου. Θα νιώθω λίγο πιο κοντά στον εαυτό μου. Ξέρω κάποιον που γράφει έτσι για μένα…
Τέλος πάντων, άρχισε πάλι ο χρόνος να τρέχει σαν τρελός. Θέλω λιγάκι να τον σταματήσω. Να τον δω να στέκεται. Για να μπορέσουμε να κοιταχτούμε. Έτσι. Πρόσωπο με πρόσωπο. Νομίζω ότι αν προλάβω να τον αιχμαλωτίσω έτσι ακίνητο απέναντί μου, για 10 δευτερόλεπτα αρχικά, που θα μετρήσω μόνη μου από μέσα μου, θα του χαμογελάσω. Θα ξεσφίξω τα μέλη μου κι ίσως το πάμε πάλι απ` την αρχή μαζί. Εγώ κι αυτός συμπορευτές. Όχι να τρέχει μόνος, ξέφρενος αυτός κι εγώ φύλλο, να στροβιλίζομαι μες στους κυκλώνες του, χωρίς ν` αναγνωρίζομαι καν από τον ίδιο αλλά κι από κανέναν…
Κουράστηκα…
Πέρασε η ώρα… Έψαξα όλη μέρα για το βιβλίο που ήθελα μα δεν το βρήκα…
Δεν θα τη βρω την ψυχή μου μες στο Σαββατοκύριακο…
Παρασκευή, Απριλίου 27, 2007
ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ
Το παρακάτω διήγημά του οι περισσότεροι ίσως το έχετε διαβάσει (υπήρχε στα βιβλία του σχολείου). Κι όσοι δεν το γνωρίζετε, μην σας τρομάζει το κατεβατό. Αξίζει τον κόπο και με το παραπάνω.
Ήθελα πολύ να το βγάλω γιατί για μένα ήταν ανακάλυψη στα παιδικά μου χρόνια και σταθμός σε δύο επίπεδα: πρώτον, από κείνη τη μέρα που το διάβασα άνοιξε μπροστά μου υπέροχος και λαμπερός και τα πάντα υποσχόμενος ο κόσμος της Λογοτεχνίας (που από τότε δεν τον εγκατέλειψα στιγμή) και δεύτερον, από τότε άρχισα να καλλιεργώ μέσα μου μία πολύ «ανθρώπινη» φιλοσοφία για τη Ζωή και ν` αγαπώ τον άνθρωπο πέρα και πίσω απ` τις μάσκες που αυτή η κοινωνία τον αναγκάζει να φοράει…
Ίσως είναι κι αυτό μια απόδειξη ότι και η βία, όπως κι όλα σχεδόν τα πράγματα, είναι κάτι που μαθαίνεται και καλλιεργείται, σκόπιμα στις δικές μας κοινωνίες προφανώς. Έχει να κάνει με το τι ερεθίσματα προσφέρεις στον κόσμο.
Απολαύστε το.
Αντώνης Σαμαράκης – ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ
Η διαταγή ήτανε ξεκάθαρη: Απαγορεύεται το μπάνιο στο ποτάμι, ακόμα και να πλησιάζει κανένας σε απόσταση λιγότερο από διακόσια μέτρα. Δε χώραγε λοιπόν καμιά παρανόηση. Όποιος την παρέβαινε τη διαταγή, θα πέρναγε στρατοδικείο.
Τους τη διάβασε τις προάλλες ο ίδιος ο ταγματάρχης. Διέταξε γενική συγκέντρωση, όλο το τάγμα, και τους διάβασε. Διαταγή της Μεραρχίας! Δεν ήτανε παίξε γέλασε.
Είχανε κάπου τρεις βδομάδες που είχαν αράξει δώθε από το ποτάμι.
Κείθε από το ποτάμι ήταν ο εχθρός, οι Άλλοι όπως τους λέγανε πολλοί.
Τρεις βδομάδες απραξία. Σίγουρα δε θα βάσταγε πολύ τούτη η κατάσταση, για την ώρα όμως επικρατούσε ησυχία.
Και στις δυο όχθες του ποταμού, σε μεγάλο βάθος, ήτανε δάσος. Πυκνό δάσος. Μες στο δάσος είχανε στρατοπεδεύσει και οι μεν και οι δε.
Οι πληροφορίες τους ήτανε πως οι Άλλοι είχανε δυο τάγματα εκεί. Ωστόσο, δεν επιχειρούσαν επίθεση, ποιος ξέρει τι λογαριάζανε να κάνουν. Στο μεταξύ, τα φυλάκια, και από τις δυο μεριές, ήταν εδώ κι εκεί κρυμμένα στο δάσος, έτοιμα για παν ενδεχόμενο.
Τρεις βδομάδες! Πώς είχανε περάσει τρεις βδομάδες! Δε θυμόντουσαν σ' αυτόν τον πόλεμο, που είχε αρχίσει εδώ και δυόμισι χρόνια περίπου, άλλο τέτοιο διάλειμμα σαν και τούτο.
Όταν φτάσανε στο ποτάμι, έκανε ακόμα κρύο. Εδώ και μερικές μέρες, ο καιρός είχε στρώσει. Άνοιξη πια!
Ο πρώτος που γλίστρησε κατά το ποτάμι ήτανε λοχίας. Γλίστρησε ένα πρωινό και βούτηξε. Λίγο αργότερα, σύρθηκε ως τους δικούς του, με δυο σφαίρες στο πλευρό. Δεν έζησε πολλές ώρες.
Την άλλη μέρα, δυο φαντάροι τραβήξανε για κει. Δεν τους ξαναείδε
πια κανένας. Ακούσανε μονάχα πολυβολισμούς, και ύστερα σιωπή.
Τότε βγήκε η διαταγή της Μεραρχίας.
Ήτανε ωστόσο μεγάλος πειρασμός το ποτάμι. Τ' ακούγανε που κυλούσε τα νερά του και το λαχταρούσανε. Αυτά τα δυόμισι χρόνια, τους είχε φάει η βρώμα. Είχανε ξεσυνηθίσει ένα σωρό χαρές. Και να, τώρα, που είχε βρεθεί στο δρόμο τους αυτό το ποτάμι. Αλλά η διαταγή της Μεραρχίας...
- Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας! είπε μέσ' από τα δόντια του
κείνη τη νύχτα.
Γύριζε και ξαναγύριζε και ησυχία δεν είχε. Το ποτάμι ακουγότανε πέρα και δεν τον άφηνε να ησυχάσει.
Θα πήγαινε την άλλη μέρα, θα πήγαινε οπωσδήποτε. Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας!
Οι άλλοι φαντάροι κοιμόντουσαν. Τέλος τον πήρε κι αυτόν ο ύπνος. Είδε ένα όνειρο, έναν εφιάλτη. Στην αρχή, το είδε όπως ήτανε: ποτάμι. Ήτανε μπροστά του αυτό το ποτάμι και τον περίμενε. Κι αυτός, γυμνός στην όχθη, δεν έπεφτε μέσα. Σα να τον βάσταγε ένα αόρατο χέρι. Ύστερα το ποτάμι μεταμορφώθηκε σε γυναίκα. Μια νέα γυναίκα, μελαχρινή, με σφιχτοδεμένο κορμί. Γυμνή, ξαπλωμένη στο γρασίδι, τον περίμενε. Κι αυτός, γυμνός μπροστά της, δεν έπεφτε πάνω της. Σα να τον βάσταγε ένα αόρατο χέρι.
Ξύπνησε βαλαντωμένος δεν είχε ακόμα φέξει...
Φτάνοντας στην όχθη, στάθηκε και το κοίταζε. Το ποτάμι! Ώστε υπήρχε λοιπόν αυτό το ποτάμι; Ώρες ώρες, συλλογιζότανε μήπως δεν υπήρχε στ' αλήθεια. Μήπως ήτανε μια φαντασία τους, μια ομαδική ψευδαίσθηση.
Είχε βρει μια ευκαιρία και τράβηξε κατά το ποτάμι. Το πρωινό ήτανε θαύμα! Αν ήτανε τυχερός και δεν τον παίρνανε μυρουδιά... Να πρόφταινε μονάχα να βουτήξει στο ποτάμι, να μπει στα νερά του, τα παρακάτω δεν τον νοιάζανε.
Σ' ένα δέντρο, στην όχθη, άφησε τα ρούχα του, και όρθιο πάνω στον κορμό, το τουφέκι του. Έριξε δυο τελευταίες ματιές, μια πίσω του, μην ήτανε κανένας από τους δικούς του, και μια στην αντίπερα όχθη, μην ήτανε κανένας από τους Άλλους. Και μπήκε στο νερό.
Από τη στιγμή που το σώμα του, ολόγυμνο, μπήκε στο νερό, τούτο το σώμα που δυόμισι χρόνια βασανιζότανε, που δυο τραύματα το είχανε ως τώρα σημαδέψει, από τη στιγμή αυτή ένιωσε άλλος άνθρωπος. Σα να πέρασε ένα χέρι μ' ένα σφουγγάρι μέσα του και να τα 'σβησε αυτά τα δυόμισι χρόνια.
Κολυμπούσε πότε μπρούμυτα, πότε ανάσκελα. Αφηνότανε να τον πηγαίνει το ρεύμα. Έκανε και μακροβούτια...
Ήταν ένα παιδί τώρα αυτός ο φαντάρος, που δεν ήταν παρά εικοσιτριώ χρονώ κι όμως τα δυόμισι τελευταία χρόνια είχαν αφήσει βαθιά ίχνη μέσα του.
Δεξιά κι αριστερά, και στις δυο όχθες, φτερουγίζανε πουλιά, τον χαιρετούσανε περνώντας πότε πότε από πάνω του.
Μπροστά του, πήγαινε τώρα ένα κλαδί που το έσερνε το ρεύμα. Βάλθηκε να το φτάσει μ' ένα μονάχα μακροβούτι. Και το κατάφερε. Βγήκε από το νερό ακριβώς δίπλα στο κλαδί. Ένιωσε μια χαρά! Αλλά την ίδια στιγμή είδε ένα κεφάλι μπροστά του, κάπου τριάντα μέτρα μακριά.
Σταμάτησε και προσπάθησε να δει καλύτερα.
Και κείνος που κολυμπούσε εκεί τον είχε δει, είχε σταματήσει κι αυτός. Κοιτάζονταν.
Ξανάγινε αμέσως αυτός που ήτανε και πρωτύτερα: ένας φαντάρος που είχε κιόλας δυόμισι χρόνια πόλεμο, που είχε έναν πολεμικό σταυρό, που είχε αφήσει το τουφέκι του στο δέντρο.
Δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτός αντίκρυ του ήτανε από τους δικούς του ή από τους Άλλους. Πώς να το καταλάβει; Ένα κεφάλι έβλεπε μονάχα. Μπορούσε να 'ναι ένας από τους δικούς του. Μπορούσε να 'ναι ένας από τους Άλλους.
Για μερικά λεπτά, και οι δυο τους στέκονταν ακίνητοι στα νερά. Τη σιωπή διέκοψε ένα φτάρνισμα. Ήταν αυτός που φταρνίστηκε, και κατά τη συνήθειά του βλαστήμησε δυνατά. Τότε εκείνος αντίκρυ του άρχισε να κολυμπάει γρήγορα προς την αντίπερα όχθη. Κι αυτός όμως δεν έχασε καιρό. Κολύμπησε προς την όχθη του μ' όλη του τη δύναμη. Βγήκε πρώτος. Έτρεξε στο δέντρο που είχε αφήσει το τουφέκι του, το άρπαξε. Ο Άλλος, ό,τι έβγαινε από το νερό. Έτρεχε τώρα κι εκείνος να πάρει το τουφέκι του.
Σήκωσε το τουφέκι του αυτός, σημάδεψε. Του ήτανε πάρα πολύ εύκολο να του φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι. Ο Άλλος ήτανε σπουδαίος στόχος έτσι καθώς έτρεχε ολόγυμνος, κάπου είκοσι μέτρα μονάχα μακριά.
Όχι, δεν τράβηξε τη σκανδάλη. Ο Άλλος ήταν εκεί, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Κι αυτός ήταν εδώ, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ήτανε και οι δυο γυμνοί. Δυο άνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί από ρούχα. Γυμνοί από ονόματα. Γυμνοί από εθνικότητα. Γυμνοί από τον χακί εαυτό τους.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Το ποτάμι δεν τους χώριζε τώρα, αντίθετα τους ένωνε.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ο Άλλος είχε γίνει ένας άλλος άνθρωπος
τώρα, χωρίς άλφα κεφαλαίο, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.
Χαμήλωσε το τουφέκι του. Χαμήλωσε το κεφάλι του. Και δεν είδε τίποτα ως το τέλος, πρόφτασε να δει μονάχα κάτι πουλιά που φτερoυγίσανε τρομαγμένα σαν έπεσε από την αντικρινή όχθη η τουφεκιά, κι αυτός, γονάτισε πρώτα, ύστερα έπεσε με το πρόσωπο στο χώμα.
Σάββατο, Απριλίου 21, 2007
Αναπόφευκτο
Και τι γίνεται όταν βλέπεις τη θλίψη να πλησιάζει;
Είναι σε απόσταση αναπνοής. Και ξέρεις πως δε θα την αποφύγεις. Ούτε την πλάτη δε θα της γυρίσεις. Σύγκρουση μετωπική και αναπόφευκτη. Είσαι καταδικασμένος. Και τα μάτια σου. Κι εκείνα καταδικασμένα. Να κοιτάζουν καθώς έρχεται.
Κοιτάς και περιμένεις…
Μόνο την κοιτάς. Την βλέπεις που ‘ρχεται και ξέρεις πως θα σε τυλίξει.
Δεν έρχεται από πίσω σου. Ύπουλα και ξαφνικά.
Έρχεται από μπροστά σου. Από το μέλλον.
Ίσως θα έπρεπε να πω πως πας εσύ σ` εκείνη
μα εσύ είσ` ακίνητος∙ γυμνός κι εκτεθειμένος.
Μόνο που αναρωτιέσαι αν θα σε ταξιδέψει για να σε ξεβράσει ξανά σε κάποιο φως
ή αν θα σε καταπιεί ως το τέλος…
Και τη φοβάσαι. Έχεις κι ένα κακό προηγούμενο μαζί της…
Σε τρόμαξε άλλοτε πολύ. Δεν είναι να την εμπιστεύεσαι.
(Ούτε το όνομά της δεν θέλω να ξαναναφέρω)
Κι όσο αναμένεις σκέφτεσαι. Λόγια παν κι έρχονται μες στο κεφάλι σου.
Και κάποιος που είπε∙
«Καμιά χαρά δεν κάνει ό,τι ο πόνος στην ψυχή»…
Τρίτη, Απριλίου 17, 2007
ΚΟΣΜΟΙ
Και εκπλήσσομαι που εκπλήσσομαι!
Μα, τι νόμιζα; Πως η αλληλογραφία μες στην πόλη διανέμεται αλλιώς;
Κι αυτό πάλι, τι σου λέει;
Νεαρός, σπορ ντύσιμο, φατσούλα αγουροξυπνημένη και ποδήλατο!!!
Χα! Και πάλι. Μα τι νόμιζα; Πως σώνει και καλά ένας ταχυδρόμος θα έπρεπε να ‘ναι μεσήλικας και πάνω;
Κι αυτό το γκρι κουτί, το μουτζουρωμένο, το άθλιο, στη μέση του πεζοδρομίου (που στούκαρα κάποτε πάνω σ` ένα τέτοιο κι είχα μια μελανιά ένα μήνα, έτσι, για να μου μείνει αξέχαστο) ήτανε τελικά για την αποθήκευση γραμμάτων!
Αν δεν τον έβλεπα να βγάζει από κει φακέλους και επιστολές δεν θα το φανταζόμουν. Ούτε κίτρινο, ούτε «ΕΛΤΑ» γραμμένο απ` έξω, μόνο ένα βρώμικο κουτί με επικίνδυνες γωνίες, πού να το σκεφτώ;
Ένα κουτί…
Τι μπαινοβγαίνει μέσα του όμως!...
Πόσων ζωές, πόσων στιγμές, νέα, ευχές και συναισθήματα και συγκινήσεις και καταστροφές… Κόσμοι ολόκληροι! Από κάπου ξεκινούν, φτάνουν σ` αυτό το άθλιο κουτάκι, μένουν εκεί για λίγο πριν να παραδοθούν στον προορισμό τους… Γύρω περνούν οι άνθρωποι ασταμάτητα, αδιάφοροι, ανυποψίαστοι. Κοντοστέκονται, το ακουμπούν, το προσπερνούν. Και αμφιβάλλω αν έστω κι ένας το προσέχει. Τόσο κοντά σε τόσο προσωπικές στιγμές και δεδομένα, σχεδόν τις αγγίζουν, τις περιτριγυρίζουν, μα ούτε τις βλέπουν ούτε τις ακούν, ούτε καν τις φαντάζονται. Ουσιαστικά, ετούτο το κουτί μοιάζει να μην υπάρχει. Κι ας πέφτει πάνω του η μισή Θεσσαλονίκη κάθε μέρα.
Μα ίσως δεν είναι τελικά τόσο παράλογο που εκπλήσσομαι. Πόσοι αλληλογραφούνε πια με γράμματα από χαρτί; Τώρα, που όλα γίνονται ηλεκτρονικά; Και τι καλό να ‘ναι στη σκέψη μας ο ταχυδρόμος, όταν το μόνο που μας φέρνει είναι λογαριασμοί και διαφημιστικά.
Πείτε με γραφική. Είμαι απ` αυτούς που ακόμα γράφουν γράμματα. Με μολυβάκι και χαρτάκι, εννοώ. Με φάκελο και γραμματόσημο και όλα τα παραδοσιακά. Κι ανατριχιάζω, συγκινούμαι, γοητεύομαι που σκέφτομαι ότι και τα δικά μου γράμματα, στην πόρτα μου τα φέρνει ένας άνθρωπος. Αν έμενα σ` αυτή τη γειτονιά, ίσως θα τα ‘φερνε αυτός ο ταχυδρόμος. Όχι κανένα απρόσωπο επίτευγμα τεχνολογικό.
Ευαίσθητα πράγματα τα γράμματα κι όσα μέσα τους κρύβουν. Μόνο σε άνθρωπο ταιριάζει να μεσολαβεί…
Κυριακή, Απριλίου 08, 2007
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

Να ξυπνάς μία ηλιόλουστη Πασχαλιά, ν` ακούς τις καμπάνες να χτυπούν χαρμόσυνα και να ξεκουράζεις τα μάτια σου πάνω στο (μάλλον) πιο αιώνιο κι αιώνια ζωντανό επίτευγμα του Ανθρώπου∙ την Λογοτεχνία!
Τι ήθελα να γράψω; Πάλι πέρασε η ώρα κι η σκέψη μου κόλλησε… Άσε που όταν ξυπνούν όλοι…και η Φύση…και όλα… Ε, να! Όλα με καλούν κάπου έξω. Θέλουν την παρέα μου. Θέλουνε να παίξω μαζί τους. Να τα δω κι εγώ, να τα μοιραστώ. Αλλιώς, μέρα χαμένη!
Μέρα που δεν ανάσανα το οξυγόνο της στον ελεύθερο ουρανό της, που δεν πάτησα το χώμα της, δε μύρισα τ` αρώματά της, δεν ανατρίχιασα γλυκά στο φύσημά της, δε μισόκλεισα τα μάτια στον ήλιο της χαμο- ή και χαζο-γελώντας…
Θέλω να βγω! Να πάω στο ρέμα, ν` ακούσω το τραγούδι των βατράχων. Να τρέξω στο ανάχωμα. Να νιώσω, ν` αφεθώ σ` αυτή την ηδονή∙ τα πέλματά μου πάνω σ` ένα παχύ στρώμα από πεσμένες πευκοβελόνες!!!
Ελιξήριο που τόσο γενναιόδωρα σου προσφέρει η Γη!
Και δεν ζητάει τίποτα από σένα, παρά μοναχά το πάτημά σου!
Τι Έρωτας κι αυτός! Τι αυτοδιάθεση! Τι περήφανη ταπεινότητα!
«Η πίεση του ποδιού μου στη Γη
ξεφυτρώνει εκατοντάδες συναισθήματα,
Περιφρονούν ό,τι κάνω για να τα περιγράψω.»
Είπε ο Ουώλτ Ουίτμαν, αμερικανός Ποιητής του προ-προηγούμενου αιώνα, της προηγούμενης χιλιετίας (1819-1892), του ήδη περασμένου ανά στιγμή παρόντος και –ευτυχώς- του άφταστου μέλλοντος…
Κι έτσι κι εγώ, επιρρεπής στην «αμαρτία», φιλήδονη, τρελή, θα κυλιστώ ως τις πευκοβελόνες που φωνάζουν τ` όνομά μου.
Έτσι κι αλλιώς, με ξεμυαλίσαν τώρα. Δεν ξέρω τι ήθελα να γράψω. Πραγματικά, δεν ξέρω. Μ` έχουνε αποπροσανατολίσει.
Γι` αυτό και τώρα σας αφήνω.
Κι αν τελικά ποτέ δεν γίνω συγγραφέας ;-) (μην ψαρώνετε, χάριν του λόγου το λέω)
να τους πείτε ότι δεν φταίω εγώ που δεν στρωνόμουν. Να ! αυτή η Φύση εκεί έξω φταίει!
Η ξεμυαλίστρα!...
Χρόνια Πολλά κι Ηδονικά σε όλους!
Τετάρτη, Απριλίου 04, 2007
ΜΙΛΑΝ ΚΟΥΝΤΕΡΑ - "ΑΓΝΟΙΑ"
«…Στα αρχαία ελληνικά η επιστροφή λέγεται “Νόστος”. Άλγος σημαίνει πόνος. Νοσταλγία είναι λοιπόν ο πόνος που προκαλεί σε κάποιον η ανικανοποίητη λαχτάρα της επιστροφής…» Πάντα θεωρούσα τη νοσταλγία ως ένα από τα πιο άσχημα συναισθήματα. Ψυχοφθόρο και μάταιο, εμπόδιο στο να προχωρήσει κάποιος παρακάτω, χάσιμο χρόνου απ` την ίδια τη Ζωή.
«…Στα είκοσι χρόνια που έλειπε ο Οδυσσέας, οι Ιθακήσιοι θυμόντουσαν πολλά από αυτόν, αλλά δεν τον νοσταλγούσαν. Ενώ ο Οδυσσέας υπέφερε από νοσταλγία και δεν θυμόταν σχεδόν τίποτα…
…Όσο πιο έντονη είναι η νοσταλγία τόσο πιο πολύ αδειάζει από αναμνήσεις…Γιατί η νοσταλγία δεν εντείνει τη δραστηριότητα της μνήμης, δεν ξυπνά αναμνήσεις, αλλά αρκείται στον εαυτό της, στη δική της συγκίνηση, έτσι όπως είναι εντελώς απορροφημένη από τον δικό της αποκλειστικά πόνο…»
Κάπως έτσι κάνει τη διάκριση ο Μίλαν Κούντερα ανάμεσα στη νοσταλγία και τη μνήμη στο βιβλίο του «Η ΑΓΝΟΙΑ» κι αυτό είναι ένα μόνο από τα θέματα που πραγματεύεται.
Επιβεβαιώνει κι εδώ, γι` ακόμη μια φορά, πόσο καλός γνώστης είναι της ψυχολογίας των ανθρώπων, πόσο έντεχνα μπορεί και αναλύει πράξεις και χαρακτήρες, απλοποιεί καταστάσεις, δείχνει το διττό τους, διαχωρίζει το φαίνεσθαι από το είναι και αποκαλύπτει την αλήθεια καταρρίπτοντας στερεότυπα που θεωρούνται αυτονόητα και δεδομένα, όπως η επιθυμία να είσαι στην πατρίδα σου ή στο σπίτι σου ή με τους συγγενείς και τους συμπατριώτες σου.
«…Πάντα θεωρούσε αυτονόητο ότι η αυτοεξορία της είναι δυστυχία. Μήπως όμως, αναρωτιέται τη στιγμή αυτή, πρόκειται μάλλον για ψευδαίσθηση δυστυχίας, μια ψευδαίσθηση που την υποβάλλει ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον εξόριστο όλοι οι άλλοι; Μήπως διάβαζε τη ζωή της με βάση τις οδηγίες χρήσεως που της έβαλαν στα χέρια οι άλλοι;…»
Πόσο ευμετάβλητα είναι τόσα πράγματα που προς στιγμήν φαίνονται σταθερά και αιώνια. Πώς μες στο χρόνο, ανατρέπονται δεδομένα, πολιτικά συστήματα, καθεστώτα, ζωές. Άνθρωποι ξεριζώνονται απ` τον τόπο τους, τα πράγματα αλλάζουν, επιχειρούν να επιστρέψουν για να συνειδητοποιήσουν στη συνέχεια πως η επιστροφή αυτή είναι σε κάτι ξένο, άγνωστο και άσχετο με ό,τι έχουν γίνει αυτοί στην πορεία και με ό,τι πραγματικά θέλουν.
«…Δε θα καταλάβουμε τίποτα από την ανθρώπινη ζωή αν επιμένουμε να παρακάμπτουμε το πρώτο από όλα τα αυτονόητα: μια πραγματικότητα έτσι όπως ήταν τότε που ήταν, δεν είναι πια. Αδύνατον να ανασυσταθεί..»
Πρόκειται για ένα συγκινητικό μυθιστόρημα-δοκίμιο για την αυτοεξορία, τη νοσταλγία, την επιστροφή, την απογοήτευση και προπάντων, την «Άγνοια». Την ηλικία της άγνοιας. Εκείνη τη χρονική στιγμή που δεν είσαι πια παιδί (τουλάχιστον για τους άλλους) και όλοι και όλα σε πιέζουνε να πάρεις αποφάσεις. Αποφάσεις για την προσωπική σου ζωή, για την επαγγελματική, για το μέλλον. Αποφάσεις που ΑΝΑΓΚΑΖΕΣΑΙ να πάρεις – ενώ στην πραγματικότητα δεν ξέρεις – και που είναι καταλυτικές, αμετάκλητες, καθοριστικές για την υπόλοιπη ζωή σου. Μπορεί να την απογειώσουνε, μπορεί και να την καταστρέψουν. Λάθη που διαπράττονται στη βάση μιας «αδικίας». Παγίδες που μες στην άγνοιά μας, παρασυρμένοι κι από τις γύρω μας φωνές, στήνουμε οι ίδιοι στον εαυτό μας, υπονομεύοντας όλη μας τη ζωή.
«…Παντρεύτηκα πολύ νέα, μόνο και μόνο για να ξεφύγω απ` τη μητέρα μου. Αλλά ακριβώς γι` αυτό ήταν βεβιασμένη απόφαση και όχι πραγματικά ελεύθερη…Εκείνη ακριβώς τη στιγμή διέπραξα κάποιο σφάλμα που είναι δύσκολο να το προσδιορίσω, να το συλλάβω, που ήταν όμως το σημείο εκκίνησης όλης μου της ζωής και που δεν κατάφερα ποτέ να το επανορθώσω…
…Σ` εκείνη την ηλικία παντρεύεται κανείς, κάνει το πρώτο του παιδί, διαλέγει το επάγγελμά του. Κάποια μέρα θα μάθει και θα καταλάβει πολλά, θα είναι όμως πολύ αργά γιατί η ζωή ολόκληρη θα έχει αποφασιστεί μια εποχή που δεν ήξερε τίποτα…»
Και μέσα σ` όλα αυτά, ο πόθος για τον Έρωτα. Έναν έρωτα πηγαίο, αυθόρμητο, σωματικό, απαλλαγμένο από ευγνωμοσύνη, υποχρέωση, εξάρτηση.
«…Η ευγνωμοσύνη δεν είναι τάχα μια άλλη ονομασία για την αδυναμία, για την εξάρτηση; Τώρα λαχταρά έναν έρωτα χωρίς καθόλου ευγνωμοσύνη!...
…και αισθάνεται να ανεβαίνει στο κορμί της ένας πόθος, ο αδάμαστος πόθος να έχει εραστή. Όχι για να μπαλωθεί η ζωή της έτσι όπως έγινε. Αλλά για να συγκλονιστεί εκ βάθρων. Για να έχει επιτέλους το δικό της πεπρωμένο…»
«…Αυτός κοιτούσε συνέχεια το αιδοίο της, αυτό το ελάχιστο μέρος που με θαυμαστή οικονομία χώρου εξασφαλίζει τέσσερις υπέρτατες λειτουργίες: διέγερση, συνουσία, γέννηση, ούρηση…»
Ε!...Τι να πω άλλο; Κούντερα!...
[Η "Άγνοια" του Μίλαν Κούντερα κυκλοφορεί
σε μετάφραση του Γιάννη Η. Χάρη
από τις εκδόσεις ΕΣΤΙΑ.]
Σάββατο, Μαρτίου 31, 2007
ΧΩΡΟΣ
Το δωμάτιο μικρό… Στενό…
Έσβησα φως, κατέβασα παντζούρια,
Με το σκοτάδι γκρέμισα τους τοίχους και αιωρήθηκα ως το σώμα σου…
Σε βρήκα γυμνό, ξαπλωμένο ανάσκελα,
Ορμή ξαναμμένη, ξεσηκωμένη
Μου `πες: «Περίμενα.»
Τα μάτια σου άδεια από σκέψεις
Γεμάτα μόνο την Ύπαρξη
Το σώμα σου είπε:
«Πλησίασε. Η μόνη έννοια του χώρου είμ` εγώ.
Και η ορμή μου, που μόλις συγκρατώ,
είναι η θέση που ετοίμασα για να καθίσεις.»
.......................................................
...Υπάρχω.....
Τετάρτη, Μαρτίου 28, 2007
Το…after Ζακ – Δρογώση
Αν ήταν να χρησιμοποιήσω μία μόνο λέξη για το live των Ζακ – Στάθη, θα ήταν αυτήν ακριβώς. Όσο έβλεπα τόσο χαιρόμουνα. Νομίζω πως καιρό…πάρα πολύ καιρό είχα να νιώσω έτσι. Σα να είμαι σε πάρτυ, ανάμεσα σε φίλους που απλά διασκεδάζουν, αγαπιούνται και χαίρονται. Ένα χαρούμενο πάρτυ από το οποίο δεν έλλειψε και η συγκίνηση προς το φινάλε της βραδιάς.
Ο Ζακ γελαστός, παραστατικός, αεικίνητος, δεν πτοήθηκε ούτε με την…πτώση του στο μόνιτορ, πράγμα που, όπως είπε, είχε συμβεί και την προηγούμενη μέρα (πετάξτε το βρε, να μη μας ενοχλεί) κι ο Στάθης να σιγοντάρει, να ερμηνεύει και να ολοκληρώνει ένα άλμα επί…κοντών, μάλλον ομαδικό παρά ανταγωνιστικό. Άλλωστε, ο κόσμος φάνηκε να τους αγαπάει και τους δυο εξίσου.
Μουσική, κίνηση και πολλά ΠΟΛΛΑ χαμόγελα! Ό,τι μας λείπει.
Πουθενά το «δήθεν» ή η απόσταση από τον κόσμο. Από μέρους τους, εννοώ. Αντίθετα, πολύ φιλικοί και ζεστοί και οι δύο.
Κρίμα που υπήρχαν τα τραπεζάκια! Αυτά ήταν τα μόνα που δημιουργούσαν μια κάποια απόσταση και συγκρατούσαν το κοινό απ` το να εκφραστεί πιο ενεργητικά και διαχυτικά, πράγμα που προσωπικά με καταπιέζει πολύ. (Αν κι εγώ βέβαια, παρέμεινα πιστή στην ορθοστασία) Ήταν ένα πρόγραμμα που σε προκαλούσε να συμμετάσχεις. Το να το παρακολουθείς παθητικά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν ευνουχισμός.
Καλοί οι μουσικοί, ποικιλία ρεπερτορίου – ερμήνευσαν τραγούδια τόσο δικά τους όσο και άλλα, ελληνικά και ξένα, γνωστά κι αγαπημένα – ωραίος ήχος, πολύ καλή και η κοπέλα (Λιάνα Παπαλέξη) που τους συνόδευε στο τραγούδι. Όλα δουλεμένα, καθόλου η αίσθηση της προχειρότητας ή της «αρπαχτής».
Χαίρομαι που βρέθηκα εκεί! Πέρασα πολύ όμορφα!
ΥΓ: Τα εύσημα για την φωτογραφική κάλυψη του event, γι` ακόμη μια φορά, στον συνήθη ύποπτο φωτογράφο, Tertuliano. Tertul, θενξ για την παραχώρηση και καταχώρηση των φωτο στο δικό μου μπλογκ. Εξαιρετικές, όπως πάντα! Εύγε!
Παρασκευή, Μαρτίου 23, 2007
Ο "ΟΜΟΡΦΟΣ ΚΟΣΜΟΣ" ΤΟΥ ΖΑΚ
κι έχεις την Τύχη με το μέρος σου
κρατάς την πορεία και φτάνεις στα όρια.
Μα όταν γλιτώσεις από το βάρος μιας πτώσης
και δεν μπορείς να σηκωθείς
τότε δεν βλέπω να έχεις πολλά περιθώρια…
Φτάσε στον πάτο, εκεί που δεν υπάρχει πιο κάτω
και βρες την ευτυχία κρυμμένη,
κομμένη και ραμμένη για σένα
που κλαις σε κάθε πτώση
ισχύς εν τη ενώσει, ψυχή μου
και έλα μαζί μου στον πάτο…»
Ένα τραγούδι είχα ακούσει μόνο, μου άρεσε πολύ κι ήθελα να το ‘χω.
Δεν ήξερα τίποτα άλλο, μια και γενικά, ακούω άλλα πράγματα.
Έμαθα ότι το έλεγε ο Ζακ Στεφάνου κι έψαξα για το cd.
Όταν έπαιρνα το "Ενας όμορφος Κόσμος" νόμιζα πως θ` ακούσω ελαφριά, χαρούμενα τραγουδάκια.
Τελικά, βρέθηκα μπροστά σε μία έκπληξη!
Χαρούμενη νότα, ναι! Αλλά καθόλου «ελαφριά» τραγουδάκια, καθόλου τα ποπάκια του συρμού. Αντίθετα, είναι γεμάτα από πρωτοτυπία, φρεσκάδα και ουσία. Δεν είναι άλλη μια απ` τα ίδια. Δεν είναι άλλη μια επανάληψη. Μάλλον είναι ανακάλυψη!
Έχουνε λόγο ύπαρξης, έχουνε κάτι να πουν. Δεν είναι το εύκολο, εύπεπτο άκουσμα. Χρειάζεται να τα προσέξεις. Να τους δώσεις λίγη περισσότερη σημασία.
Ο στίχος έξυπνος κι ευρηματικός, χαρακτηρίζεται από μια ποικιλία, τόσο «αφηγηματικά» και θεματικά όσο και συναισθηματικά. Σαρκασμός και σάτιρα, πανέξυπνα, πανεύστοχα σχόλια για την καθημερινότητά μας, την τηλεόραση, τους πολέμους, τις πόλεις μας, τον κόσμο ολόκληρο, όπως τον καταντήσαμε. Ευαισθησία και τρυφερότητα για τις ανθρώπινες σχέσεις, ερωτικές και μη. Καμία σχέση με τα νταλκαδιάρικα ποπ τραγουδάκια που έχουν κατακλίσει τα ραδιόφωνά μας και τα` αφτιά μας.
Χάρηκα τόσο πολύ γι` αυτό το cd που πολύ γρήγορα πήρα και το προηγούμενό του, το "Στο Διάστημα Δραπέτες", με το οποίο απλά επιβεβαίωσα όλα όσα λέω παραπάνω, καταλήγοντας στο συμπέρασμα: ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑΛΕΝΤΟ!
Πολύ προσεγμένη δουλειά και σοβαρή. Κι εγώ εντυπωσιάστηκα και ενθουσιάστηκα!
Άλλωστε κι οι υπόλοιποι συντελεστές και αρωγοί στο όλο project αποτελούν μια κάποια εγγύηση. Δεν θα τους αναφέρω όλους (συγγνώμη κιόλας) γιατί είναι πάρα πολλοί, ενδεικτικά όμως θ` αναφέρω τους Κατσουπάκη, Μπασλάμ, Γαλάνη.
Μπράβο στον Ζακ! Ελπίζω να συνεχίσει έτσι και καλύτερα!
«…Αυτό το μέρος μου θυμίζει τσίρκο. Άσπροι πίθηκοι στους δρόμους γυρίζουν.
Πότε χτίζουν πότε γκρεμίζουν αυτά που οι άλλοι φτιάξαν γι` αυτούς.
Αυτό το μέρος μου θυμίζει λιβάδι. Ορδές ανθρώπων, άβουλα ερίφια.
Να οδηγούνται είναι η συνήθεια και πια με τίποτα δεν την αλλάζουν.
Αυτό το μέρος μου θυμίζει στάβλο. Βρωμιά παντού και δυσωδία.
Γουρούνια κι άλογα σε παρωδία. Πίνουν σαμπάνια, καπνίζουν πούρα.
Αυτό το μέρος μου θυμίζει πόνο. Αυτοί γεννιούνται για να πεθάνουν.
Τους βασιλιάδες παριστάνουν μα δεν χωράνε όλοι τους στο θρόνο…»
ΥΓ1: Προσωπική άποψη: Από το ραδιόφωνο, ο Ζακ, έχει παιχτεί πολύ λιγότερο απ` όσο του αξίζει. Μάλλον αδικείται. Μήπως πρέπει κάποτε ν` αρχίσουν να προβάλλουν και τίποτα καλό οι ραδιοφωνατζήδες; Μας έχουν βρωμίσει τ' αφτιά με τόσα σκουπίδια και τόσες επαναλήψεις! Υπάρχουν κι άλλα πράγματα!
«…Δεν ξέρω πώς να κοιμηθώ, όλο σκέφτομαι εσένα
Δεν ξέρω τι να θυμηθώ, όνειρα προχειρογραμμένα
Τρεις στίχοι πάνω στο χαρτί κι ίσως απόψε να ξεχάσω
Δεν ξέρω αν θέλω στο βυθό ή στα ουράνια να φτάσω…
…Η νύχτα παίζει Μποσα Νοβα, βόλτα η σελήνη κάνει έξω
Κι ένα αστέρι με φωτίζει όμως διστάζω να χορέψω
Δεν ξέρω αν με συμπονάει ή αν τη θλίψη μου χλευάζει
Κάπου στο βάθος η αχνή εικόνα σου που ξεθωριάζει…
…Και τα υπόλοιπα αστεράκια στήσανε τρελό χορό
Και τ` όνομά σου σχηματίσαν λαμπερό στον ουρανό…»
ΥΓ2: Ο Ζακ Στεφάνου εμφανίζεται μαζί με τον Στάθη Δρογώση στο club του Μύλου, σήμερα 23/3/2007 και αύριο 24/3/2007. Καλώς τα δεχτήκαμε!
Σάββατο, Μαρτίου 17, 2007
5 λέξεις, 1 ιστορία
Οι λέξεις, που δεν άλλαξε ο άτιμος ως όφειλε και που είναι εντελώς «αντιερωτικές» (άντε να εμπνευστείς μ` αυτό το πράγμα), ήταν: σαρδανάπαλος, πείνα, ρουσφέτι, λυγαριά, βρώμικος.
Τέλος πάντων. Όπως και να ‘χει, θα σας διηγηθώ κι εγώ μια ιστορία:
Ήταν μια γιαγιά πέρα για πέρα σαρδανάπαλη!
Για τη γιαγιά της Τρούλας, λέω.
Να φανταστείτε, δυο άντρες ξεπάστρεψε. Και στα 70 της αποφάσισε να πάρει stepper! Κι ιδρωκοπούσε εκεί πάνω ώρες ατέλειωτες, να φτιάξει σωματάκι.
Μιλάμε για εικόνα φοβερή! Μαύρα ρούχα και μαντήλα στο κεφάλι, μα περικάρπια πετσετέ κι ένα παρόμοιο λάστιχο στο μέτωπο για τον ιδρώτα. Στις γαμπούλες γκέτες και παπουτσάκι NIKE με αερόσολα. Πετσετούλα περασμένη στο σβέρκο και γυαλιά χοντρά πρεσβυωπίας με σκελετό κόκκινο. Στο ένα χέρι ένα δίκιλο βαράκι και στ` άλλο το χρονόμετρο. Κάθε δυο λεπτά άλλαζε αντικείμενα και χέρια. Γενικά, η μουσική δεν της πολυάρεζε. Καθότι μάρτυρας του Ιεχωβά, οι μόνες κασέτες που είχε περιείχανε κηρύγματα και παραβολές. Πήρε λοιπόν κι αυτήν και πρόσθεσε σ` εκείνες τις κασέτες beat, να τις ακούει και να ασκείται ρυθμικά. Και ράπαρε, που λέτε, η γριά πάνω στο stepper!...
Είχε πιάσει, βλέπετε, το νόημα, έστω και λιγάκι αργά. Είχε και κάτι εγγόνια να βολέψει, σου λέει, με μια καλή εμφάνιση και λίγη τσαχπινιά, κάποιος θα μας το κάνει το ρουσφέτι.
Και βάλθηκε να κάνει, όπως είπα, ένα κορμάκι τσίλικο κι ευκίνητο, να πάει σεινάμενη κουνάμενη σαν λυγαριά σε βουλευτές, δημάρχους κι υπουργούς. Να παρακαλέσει μεν, μα και να εντυπωσιάσει. Γιατί, τόσους παρατρεχάμενους έχουνε κάθε μέρα. Πώς θα ‘μενε εκείνη στο μυαλό τους κι όχι οι άλλοι. Την ψήφο της άλλωστε, ήδη τους την είχε τάξει.
Όμως, το λυγερό κορμάκι θέλει σκληρή προσπάθεια. Και δεν αρκεί το stepper, θέλει και στερήσεις. Θέλει πείνα! Ράψιμο λοιπόν το στόμα η γριά και στο ψυγείο μόνο Red Bull και isostar! Αξιοθαύμαστη η πειθαρχία της!
Αφού, όταν πια πλησίαζε τα 75, μετά από τόσα Red Bull που ‘χε καταναλώσει, μπορούσες να διακρίνεις στην ιδρωμένη εικόνα της και δυο μικρά φτερά που ‘χαν αρχίσει να φυτρώνουνε στις πλάτες!
Αν έμπαινες στο μπάνιο της δε, θα έβλεπες λογιών λογιών σαπούνια, κρέμες, λάδια κλπ. Α! όλα κι όλα! Το ρουσφέτι ρουσφέτι, αλλά είχαμε κι αρχές. Σε κανέναν δεν θα έδινε το δικαίωμα να την πει βρώμικο άνθρωπο! Πάντα ασπαζότανε τη ρήση που ‘λεγε πως «η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά»! και ποια, στ` αλήθεια, θα μπορούσε να ‘ναι πιο αρχόντισσα από κείνη που ήξερε να τα βολεύει μια χαρά!
Νόμιζε!
Όμως, καθότι η μοίρα από ρουσφέτια δεν καταλαβαίνει, κι είναι ίδια για βολεμένους και ξεβολεμένους, την είδαμε μια μέρα τη λυγερή αρχόντισσα-φρικιό με τα ωραία της Red Bull φτερά ν` αποδημεί…
Ίσως και λίγο πιο νωρίς απ` ό,τι θα ‘φευγε…Φτερά δεν ήθελε;…
ΥΓ: Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική!!!
ΥΓ2: Α ρε par1sakte τι μου ‘κανες!
Δευτέρα, Μαρτίου 12, 2007
Ένα ελάχιστο, αδέξιο ΤΙΠΟΤΑ που πάντα θα χρωστώ...
Τυλίγεις τα χεράκια σου στη μέση μου, γέρνεις επάνω μου για δυο στιγμές το ιδρωμένο σου κεφάλι και το ίδιο γρήγορα μ` αφήνεις για να παίξεις.
Και μένει ο ιδρώτας σου στα ρούχα μου. Κι είναι πολύτιμος για μένα. Πολύτιμος σαν το νερό. Σαν τ` οξυγόνο. Κάθε μου δευτερόλεπτο μαζί σου, θησαυρός!
Δίνεις αξία στο χρόνο. Δίνεις αξία στα πράγματα. Στη δουλειά. Στην κούραση. Ακόμα και στη λύπη! Δίνεις αξία στη Ζωή!...Κι εγώ τόσο την είχα αμφισβητήσει…
Τα ωραιότερα μάτια του κόσμου!
Δεν έχω δει άλλο πλάσμα να μιλάει τόσο με τα μάτια.
Τα μάτια του τα ξαφνιασμένα, τα χαρούμενα, τα λυπημένα, τα περίεργα, τ` απορημένα…
Τα μάτια αυτά που σε κοιτούν ίσια στα μάτια.
Χωρίς συστολή, δίχως ενδοιασμό ή φόβο. Ψάχνουν ν` αναγνωρίσουν στα δικά σου επιβεβαίωση και επιβράβευση κι αποδοχή, απάντηση στις απορίες τους, συμπαράσταση κι Αγάπη…
Τα μάτια που όταν γυρίζουνε για να σε δουν πέφτει επάνω σου με ορμή η Αθωότητα κι η Αλήθεια. Που όταν δακρύζουν ανοίγει η αγκαλιά σου διάπλατα να τα στεγνώσει.
Σε κοιτάει και βλέπεις την ψυχή του. Σε κοιτάει κι αφήνει μπρος στα πόδια σου ολόγυμνο τον εαυτό του. Τον εκθέτει∙ έτσι απλά στον εμπιστεύεται, χωρίς καχυποψία καμιά. Μένει μπροστά σου ανυπεράσπιστο κι ευάλωτο σε κάθε συμπεριφορά σου.
Κι εσύ, πόση ευθύνη…Μα και πόση ευγνωμοσύνη…
Γι` αυτά τα μάτια, γι` αυτό το χαμόγελο, γι` αυτή την αγκαλιά…τα πάντα αξίζουν!
Σπάει η καρδιά μου!
Ποιον να παρακαλέσω να μην πάθεις τίποτα; Ποιος θα μου εγγυηθεί ότι δεν είσαι τόσο εύθραυστο όσο μοιάζεις;
Πιέζει ο χρόνος κι η ανάγκη να σου δώσω, επιτακτική!
Μα τι να σου χαρίσω, πες μου. Τι μπορώ;
Θέλω να σου χαρίσω το καλύτερό μου!
Μα, ξαφνικά, δεν βρίσκω τίποτα αρκετά καλό σ` εμένα.
Αφού, από τότε που σε γνώρισα, γνώρισα τον πιο πλούσιο άνθρωπο του κόσμου!
Κι από τότε, μόνο παίρνω από σένα. Μόνο μαθαίνω.
Πώς να τολμήσω να σε διδάξω, μάτια μου!
Τι μπορώ μέσα σου ν` αγγίξω χωρίς να σε χαλάσω;
Το υλικό που είσαι καμωμένο: Ευαισθησία και Μάτια!
…Και με τρομάζει!
Γέμισα φόβο, ψυχή μου! Φόβο που την αθωότητά σου αυτή και την Αλήθεια, ο κόσμος δεν θα τη δεχτεί. Ούτε και την ευαισθησία που ξεχειλίζεις.
Φοβάμαι! Τρέμω τη στιγμή που αυτά τα μάτια
–αυτά που τόσο εύκολα τώρα εμπιστεύεσαι σ` εμένα
κι αποκαλύπτεσαι μ` αυτά και μ` αφοπλίζεις-
θα τα σηκώσεις μες στον κόσμο.
Κι εκείνος θα θελήσει να στα σβήσει, αστέρι μου.
Κι εγώ είμ` ανίσχυρη…Ανίκανη να σε βοηθήσω!
Ούτε κι εγώ μπόρεσα ακόμη μέσα του να περπατώ.
Ξέρω, μικρό μου. Δεν μπορώ να εμποδίσω ούτε τη λύπη ούτε το δάκρυ να χτυπά την πόρτα σου μες στη ζωή. Μα θα ‘θελα να είμ` εκεί όταν συμβαίνει, να τα παλέψουμε μαζί.
Ούτε κι αυτό θα γίνει όμως, ξέρω.
Ούτε και κάποια συμβουλή είμαι άξια να σου δώσω.
Όμως, για ένα είμαι σίγουρη!
Ότι όταν τελικά, τα μάτια αυτά θα τα σηκώσεις μες στον κόσμο, αυτός θα φοβηθεί!
Κι είναι σημαντικό να το θυμάσαι αυτό!
Γιατί η αγριότητα που ίσως αντικρίσεις, θα είναι των δειλών ο πανικός.
Αυτοί φοβούνται πιο πολύ και τερατοποιούνται.
Μα εσύ μην γίνεις σαν κι αυτούς! Ούτε να σκύψεις, όμως!
Μείνε σ` αυτό που είσαι σταθερός
κι όρμα σ` ό,τι αγαπάς, όπως και τώρα!...
(Για όλα τα παιδιά του κόσμου.
Ή, καλύτερα, για κάθε παιδί με τον δικό του κόσμο!)
Κυριακή, Μαρτίου 04, 2007
ΜΙΚΡΟΙ ΕΦΙΑΛΤΕΣ
Πατώ το play, αρχίζει η μουσική...
Και περιμένω με λαχτάρα τη συνέχεια.
Περιμένω την Ποίηση να ‘ρθει να ολοκληρώσει αυτή τη σχέση
την τόσο ερωτική και παθιασμένη.
Μα τα λεπτά περνούν…
Εγώ, το μόνο που ακούω είναι η μουσική.
Η εισαγωγή που επιμένει.
Νιώθω σιγά σιγά, να με καταλαμβάνει η αγωνία.
Περιμένω τη φωνή που δεν φτάνει στη σφαίρα μου.
Ακούω με λαχτάρα…Ακούω με πανικό…
Μα μόνο μουσική…
Το τραίνο στο σταθμό…στις γραμμές…
Έτοιμο για ένα ωραίο ταξίδι.
Κι εγώ έχω μπει.
Κι η μηχανή, ναι, ήδη δουλεύει.
Κι ο μηχανοδηγός είναι στη θέση του.
Κοιτά στην αποβάθρα τους επιβάτες κι έχει ανοιχτές τις πόρτες,
έτοιμος, μόλις θα μπουν, να ξεκινήσει.
Όμως κανένας δεν κουνιέται!
Κανείς δεν κάνει βήμα!
Είναι απ` έξω όλοι, όμως δεν μπαίνουν.
Τώρα είμαι όρθια.
Κοιτώ κι εγώ απ` τα παράθυρα με απόγνωση…σχεδόν με ικεσία…
Η μουσική δεν σταματά.
Περιμένει, λες, κι αυτή τους στίχους.
Η μηχανή δεν σβήνει.
Περιμένει, λες, κι αυτή τους επιβάτες.
Μαζί μ` εμένα…
Τις λέξεις που τόσο ήθελα ν` ακούσω
μα δραπέτευσαν…
Τους συνεπιβάτες που τόσο ήθελα να έχω
…Μα δεν μπήκαν…
Δευτέρα, Φεβρουαρίου 26, 2007
Φοιτητές & Κινητοποιήσεις
Όσα δε λένε τα ΜΜΕ για την φοιτητική πορεία
Το καλύτερο post που έχω διαβάσει τις τελευταίες μέρες!Το πιο πραγματικά επίκαιρο, το πιο κρίσιμο, το πιο σημαντικό!
Συγχαρητήρια!
Τρίτη, Φεβρουαρίου 20, 2007
...2...
Ένα σύντομο ταξίδι στην Αθήνα, φουλ δραστηριοτήτων. Μία απ` αυτές και το "2"του Δημήτρη Παπαϊωάννου. Πολύ χαίρομαι που καταφέραμε να το δούμε.
Σαν κοινωνικό σχόλιο, απόλυτα σωστό.
Ο σύγχρονος Έλληνας (και όχι μόνο) σε όλο του το μεγαλείο!
Ακέφαλος, τηλεορασοκέφαλος, ελεγχόμενος, κατευθυνόμενος, χαμένος.
Χάπια, φάρμακα, βοηθήματα, καφές, τσιγάρα, κουτιά, μπουκάλια, κατανάλωση. Ποδόσφαιρο, εκτόνωση στα γήπεδα, αυνανισμός και μόνο αυνανισμός. Πουθενά ο Έρωτας, πουθενά ο σύντροφος, πουθενά μια υγιής σχέση. Απόλυτη αποξένωση, ελεύθερος χρόνος μηδέν, συναναστροφές μηδέν. Μόνο τρέξιμο, τρέξιμο, τρέξιμο. Το ίδιο κουστούμι για όλους, το ίδιο παντελόνι για όλους, να χωρέσουν όλοι στα ίδια ντε και καλά.
Στο ΜΗ χρόνο, καθώς τρέχεις, ερωτεύεσαι πλαστικοποιημένες γυναίκες, Bibibo και Barbie, που σε κατακλύζουν για λίγο αυνανισμό ακόμη, για λίγες ονειρώξεις.
Λίγη εκτόνωση ακόμη στα σκυλάδικα, όπου γλεντάς τραγουδώντας την απουσία του έρωτα, την απουσία sex που σε «διαστρέφει».
Και βέβαια, τα γυμναστήρια, όπου ιδρώνεις κυνηγώντας το γραμμωμένο πρότυπο του sexy άντρα, το οποίο και πάλι δεν θα σε βγάλει απ` το ερωτικό σου αδιέξοδο.
Τα ΜΜΕ κυρίαρχα! Σε κυνηγούν παντού, έχουν αντικαταστήσει το μυαλό σου, πέφτεις μια στιγμή να κοιμηθείς και γίνονται εφιάλτης σου και σε ξυπνούν.
Και συνεχίζεις να τρέχεις!...Όλο τρέχεις!...ΜΟΝΟ τρέχεις!... Και το τραγικότερο; Δεν πας πουθενά! Τρέχεις ασταμάτητα κι όλο μένεις στα ίδια! Αδύνατον να ξεφύγεις. Αδύνατον ακόμη και να είσαι ΕΣΥ! Άλλα χέρια, άλλο σώμα, άλλα πόδια. Στο κρεβάτι του Προκρούστη. Σε κόβουν και σε ράβουν όπως θέλουνε, σε εξαντλούν, σ` εξαφανίζουν.
Τραγική μορφή ο Superman. Ήδη παράλυτος, σε λίγο νεκρός. Κανείς δεν θα σε σώσει…
Αυτά -κι άλλα πολλά κι ακόμη περισσότερα που ξέρω πως θα μου ‘ρχονται για καιρό, καθώς θα δουλεύουνε μες στο μυαλό μου- όσον αφορά στο «φιλολογικό» μέρος της παράστασης. Στα νοήματά του, στα μηνύματα, έτσι όπως τα κατάλαβα εγώ, τουλάχιστον.
Όμως εδώ μιλάμε για χοροθέατρο. Μια μορφή τέχνης, απ` όπου ουσιαστικά τα λόγια απουσιάζουν κι όλα πρέπει να δοθούν μες` απ` την κίνηση, με το σώμα, με την εικόνα, με τη μουσική. ΚΑΙ σ` αυτόν τον τομέα, ο Παπαϊωάννου και οι χορευτές του έγραψαν άριστα!
Πολύ φαντασμαγορικό (με την καλύτερη έννοια που μπορεί να του δοθεί) πολλά εφέ, όχι τεχνολογικά, αλλά βασισμένα απ` τη μια στα σώματα των χορευτών, στην πλαστικότητά τους, στα σχήματα που μπορούν να πάρουν κι από την άλλη, στην οπτική αντίληψη των θεατών. Στο πώς φαίνεται όλο αυτό στα μάτια τους.
Πάρα πολύ δουλεμένο, πάρα πολύ μελετημένο, αξιοποίησε νομίζω άριστα τόσο τις δυνατότητες των χορευτών και των σωμάτων τους, τη μουσική, το φωτισμό, το απόλυτα λιτό σκηνικό, όσο και το πώς όλ` αυτά γίνονται αντιληπτά απ` τις αισθήσεις των θεατών κι από την τοποθέτησή τους στον χώρο. Δημιούργησε κατά κάποιον τρόπο, ένα οπτικό παιχνίδι ανάμεσα σε χορευτές και θεατές, πολύ εντυπωσιακό και γοητευτικό. Πέρα από την χορογραφία και την αισθητική του πάνω στο χορό, ανέδειξε και την φαντασία και την εφευρετικότητά του.
23 χορευτές, και συμμέτοχοι-συνένοχοι, σ` αυτήν την παράσταση-καταγγελία και προειδοποίηση, με καθήλωσαν και με μάγεψαν. Χαίρομαι που τόσο καιρό μετά την πρεμιέρα του έργου, το ΠΑΛΛΑΣ εξακολουθεί να είναι κατάμεστο. Δεν ξέρω σε ποιο βαθμό όσα αντιλήφθηκα είναι σωστά ούτε και πόσα μου έχουν διαφύγει, ούτε και ειδήμονας είμαι του χορού, αλλά την παράσταση την θεωρώ εξαιρετική και σημαντική. Είναι από τα πιο δύσκολα μα και πιο όμορφα πράγματα που έχω παρακολουθήσει. Nιώθω λίγο καλύτερη μετά απ` αυτό. Κι αυτό νομίζω είναι που έχει σημασία.
Συγχαρητήρια σε όλα τα παιδιά που δούλεψαν γι` αυτό!
ΥΓ: Να που πρέπει να ξανακάνω πάσες: Σε mpizelw, Tertul και Dimi. Συμπληρώστε με, διορθώστε με ή οτιδήποτε άλλο…Ξέρετε εσείς.
ΥΓ2: Tertul, thanks για το δώρο...
Σάββατο, Φεβρουαρίου 17, 2007
5 κι από μένα...
Let` s see…
1) Ως παιδί ήμουν υπερκινητικό, απ` αυτά που δεν αντέχουνε την ησυχία, δεν μπορούν να συγκεντρωθούν αν δεν υπάρχει κάποιος θόρυβος και δεν μπορούν να παρακολουθήσουν κάποιον όταν μιλάει αργά. Μια ζωή με χάναν και με βρίσκαν στα πιο απίθανα μέρη…ή με βρίσκαν άλλοι και με επιστρέφαν στους δικούς μου.
2) Μέχρι τα 16 είχα άσθμα κι οι γιατροί μου λέγαν να μην αθλούμαι καθόλου αλλά εγώ τους απέδειξα πως είναι άσχετοι ξεπερνώντας το πρόβλημα κάνοντας το αντίθετο ακριβώς: τα φάρμακά τους τα έπινε ο νεροχύτης (για να μην καταλάβουν οι δικοί μου ότι δεν τα παίρνω) κι ασχολήθηκα με τον στίβο και μάλιστα με τους δρόμους μεσαίων και μεγάλων αποστάσεων, πράγμα που για το άσθμα αποδείχτηκε ό,τι καλύτερο. Θεραπεύτηκε εντελώς και δεν μου ξαναπαρουσιάστηκε ποτέ. (Μάλλον θα πρέπει να διαβάζουν περισσότερο οι επιστήμονές μας)
3) Απεχθάνομαι τις εκπλήξεις, ακόμα και τις ευχάριστες, γιατί με ταράζουν, με φέρνουν σε αμηχανία και με αποδιοργανώνουν. Προσαρμοστικότητα μηδέν! Το ίδιο συμβαίνει και με οτιδήποτε μου αλλάζει το πρόγραμμα, ακόμη κι αν δεν έχω προγραμματίσει τίποτα!
4) Δεν μπορώ να κρατήσω ισορροπίες στα συναισθήματα και τις εντυπώσεις μου. Το «μέτρο» για μένα, άγνωστη λέξη. Ό,τι νιώθω το νιώθω ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΑ, είτε θετικά είτε αρνητικά γι` αυτό και όσο εύκολα και υπερβολικά ενθουσιάζομαι, τόσο εύκολα και τραγικά απογοητεύομαι. Φτάνω στα όριά μου χωρίς να το καταλάβω και κάποια στιγμή τα ξεπέρασα, αλλά προτιμώ να μην το θυμάμαι.
5) Μ` αρέσει να γνωρίζω καινούργιους ανθρώπους, αλλά μετά δεν έχω χρόνο να τους συναναστρέφομαι κι αρχίζουν οι παρεξηγήσεις.
The End
Τώρα πρέπει να πασάρω κιόλας; Μμμ…Πάσα στον ΑΕΚτσή par1sakto (πάνω απ` το τραπέζι εγώ), στον meez, στον δείμο του πολίτη, στον Zaphod, και στον Ψηφιακά Οχυρωμένο.
Τετάρτη, Φεβρουαρίου 14, 2007
Οδοί
Μου έκανε εντύπωση! Πολύ καλή εντύπωση, δηλαδή.
Στους Αμπελόκηπους Θεσσαλονίκης, οι πινακίδες όπου αναγράφεται η οδός, έχουν ακόμη ως υποσημείωση μια σύντομη πληροφορία για το ποιος είν` αυτός που έδωσε το όνομά του στον συγκεκριμένο δρόμο. Ιστορικά πρόσωπα, γεγονότα, καλλιτέχνες, ευεργέτες…
πχ: ΑΓΑΘΩΝΟΣ: Τραγικός Ποιητής της αρχαιότητας.
Κι αμέσως παύει να είναι απλά ένα σημείο προσανατολισμού και αποκτά ένα ενδιαφέρον παραπάνω. Ο χάρτης της περιοχής μετατρέπεται ταυτόχρονα, κατά κάποιον τρόπο, σε μια «συνοπτική εγκυκλοπαίδεια».
Δεν ξέρω αν υπάρχει αλλού κάτι παρόμοιο. Εγώ προσωπικά, δεν το έχω ξανασυναντήσει. Ούτε στο κέντρο της πόλης, ούτε και ανατολικά αυτής. Για να μην πω ότι πολλές φορές δεν υπάρχει καν αναγραφόμενη οδός! Ειδικά όταν πρόκειται για δρόμο με καινούργια κτίρια το θεωρούνε, φαίνεται, «αντιαισθητικό» και βέβαια, περιττό να γράψουν πάνω την οδό!
Τι να πω;
Τέλος πάντων. Εγώ ενθουσιάστηκα! Πήγαινα από δρόμο σε δρόμο μόνο και μόνο για να διαβάσω την επόμενη πινακίδα. Μπράβο σ` όποιον το σκέφτηκε και το πραγματοποίησε! Είναι μια πρωτοβουλία πολύ ωραία και χρήσιμη. Είναι επιπλέον, μια απόδειξη ότι οι κινήσεις που κάνουν τη Ζωή μας πολιτισμένη, είναι πολλές φορές, τόσο μα τόσο απλές!
Μακάρι ν` αποτελέσει παράδειγμα και γι` άλλες περιοχές!
Δευτέρα, Φεβρουαρίου 12, 2007
ΟΙ ΖΩΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ
Γύρισα σπίτι και η πρώτη μου αυθόρμητη κίνηση ήταν να βάλω την “Appassionata” του Beethoven.Λίγο επειδή βρίσκομαι ακόμη στο κλίμα της ταινίας, από το οποίο και δεν θέλω να βγω προς το παρόν, και λίγο επειδή θέλω πολύ αυτό το κομμάτι να συνοδεύει τη σκέψη μου και τη γραφή μου, καθώς θα ξεδιπλώνω τις εντυπώσεις μου επάνω στο χαρτί. (Μια και πάντα στο χαρτί γράφω πρώτα.)
Άργησα να τη δω, αλλά τελικά, πήγα. Ο λόγος για την ταινία «Οι Ζωές Των Άλλων». Δεν ξέρω ποια βδομάδα είναι αυτή που παίζεται, αλλά ακόμα η αίθουσα είναι γεμάτη! Καθημερινά και σε όλες τις προβολές. Εγώ πήγα στην προβολή των 18:00 πιστεύοντας πως θα ήταν πιο άνετα, αλλά ακόμη και τόσο νωρίς το «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΝ» είχε γεμίσει! Όχι άδικα. Η ταινία το αξίζει και με το παραπάνω. Ως τώρα άκουγα διάφορα σχόλια γύρω απ` αυτήν, θετικά τα περισσότερα και κάποια (λίγα) που διέφεραν.
Ως προπαγάνδα, εμένα δε μου φάνηκε σε καμία περίπτωση. Δεν θεωρώ καν ότι το κυρίως θέμα της είναι το σύστημα της τότε Ανατολικής Γερμανίας ή η ΣΤΑΖΙ. Αυτό είναι απλά το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσονται όλα τα υπόλοιπα. Όλο το βάρος της ταινίας πέφτει στον Άνθρωπο. Έτσι τουλάχιστον ένιωσα εγώ. Στον Άνθρωπο με τις ευαισθησίες του, τις αδυναμίες του, τις αρχές του…
Δεν ξέρω…
Είναι πολλά αυτά που σκέφτομαι, πολλά σημεία της ταινίας που θα ‘θελα να επισημάνω, αλλά νομίζω πως είναι από τις περιπτώσεις που τα λόγια μάλλον θα την αποδυναμώσουν, τελικά. Το μόνο που μπορεί να κάνει κανείς, είναι να την δει.
Θα περιοριστώ λοιπόν απλά, στο να πω ότι είναι μια ταινία πλήρης, άριστη σε κάθε της παράμετρο: σενάριο, σκηνοθεσία, ερμηνείες (ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΕΣ!), μουσική, όλα δίνουν ένα αποτέλεσμα γνήσια συγκινητικό, καθόλου επιτηδευμένο ή «εκβιαστικό» και απόλυτα ανθρώπινο.
Τόσο ανθρώπινο που μόνο με το «Λάθος» του Σαμαράκη μπορώ να το συγκρίνω.
Μόνο εκεί είχα νιώσει ακριβώς αυτή τη συγκίνηση…
Πέμπτη, Φεβρουαρίου 08, 2007
Διαστάσεις
Δρόμοι στενοί, στο πλάι γκρεμοί…
Ολόκληρες διαδρομές, σπειροειδείς
κι εγώ ισορροπιστής με ρόδες σε μια πορεία τρόμου…
Όταν όμως το πάτησα,
όταν το ίδιο χώμα αυτό τ` άγγιξα με τα πόδια,
ο φόβος κάτω από τα πέλματά μου, σκόνη!
Αδρεναλίνη, ναι. Μα ήτανε πρόκληση. Ένα παιχνίδι μυστηρίου.
Ήξερα ότι το νησί ήτανε γεμάτο
Αφουγκραζόμουν τις ανάσες των ανθρώπων,
άνοιγα μάτια διάπλατα για να τους δω∙
και πουθενά!
Άφαντοι αυτοί μα εγώ ασφαλής, πλημμυρισμένη απ` το σφυγμό τους.
Ακόμη κι οι γκρεμοί,
για να γκρεμίζουν το κακό κι εμένα να με προστατεύουν…
…Ανέμελη γυρνούσα εδώ κι εκεί
κι ανέβαινα ως την κορυφή
να δω τα πάντα στην πραγματική τους διάσταση:
ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΑ…ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΑ…
Τόσο μικρά όσο στ` αλήθεια είναι!
Σπίτια, αυτοκίνητα, ο κόσμος όλος, ένα τίποτα!
Μόνο οξυγόνο!... Μόνο γιασεμί!...
…Κι αυτός ο αέρας…
Περίεργος. Καυτός και δυνατός.
Ξάφνου σηκώνεται, τα παίρνει όλα παραμάζωμα.
Γκρέμισε τις καρέκλες στην πλατεία,
έχει τρελάνει τις μπουγάδες στα σκοινιά,
χορεύει τη σημαία στο δημαρχείο,
σηκώνει τις φουστίτσες, μπερδεύει τα μαλλιά.
Μπλέκει τα βήματα κι όλοι παραπατούν σα μεθυσμένοι.
Από το Κάστρο, εδώ ψηλά, αν λίγο αφαιρεθώ,
μπορεί κι εμένα να γκρεμίσει…
Μα κοίτα που με κάνει και γελάω!
Χωρίς να θέλω εγώ.
Απλά, γελώ.
Στριφογυρίζω γύρω από τον εαυτό μου
σ` ένα τρελό, χαζοχαρούμενο μεθύσι.
Απλώνω χέρια, τον αφήνω να μου ρίχνεται…
Και συνεχίζω να γελώ…
- πώς να τον αγκαλιάσεις τον αέρα; -
Ζωηρό παιδί, χαρούμενο, που ‘χει ανάψει απ` το παιχνίδι
και μες στην υπερέντασή του, μες στην έξαψη,
κάνει τα πάντα για να το προσέξουν.
Όλους τους τρέλανε! Όλους!
Τους έχει κάνει να μιλούν μόνο γι` αυτόν.
Τον καλοδέχονται.
Κι ας δίχασε ακόμη και τους ντόπιους.
Κάποιοι λένε «μελτέμι». Άλλοι «βοριάς»…
Οι συζητήσεις δίνουνε και παίρνουν…
Λόγια του αέρα…
Μα τι ευτυχία αν πάντα οι άνθρωποι
«αερολογούσαν» έτσι!
Σάββατο, Φεβρουαρίου 03, 2007
Leigh-Cheri
"...Οι άσχημες μέρες μου τη δίνουν!
Είναι χρονοβόρες κι εγώ είμαι πολυάσχολη..."
( Η Λη Τσέρι στον Τρυποκάρυδο
του Τομ Ρόμπινς )

