Παρασκευή, Απριλίου 27, 2007

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

Καλά. Το να προλογίσω εγώ τον Σαμαράκη είναι μάλλον περιττό.
Το παρακάτω διήγημά του οι περισσότεροι ίσως το έχετε διαβάσει (υπήρχε στα βιβλία του σχολείου). Κι όσοι δεν το γνωρίζετε, μην σας τρομάζει το κατεβατό. Αξίζει τον κόπο και με το παραπάνω.
Ήθελα πολύ να το βγάλω γιατί για μένα ήταν ανακάλυψη στα παιδικά μου χρόνια και σταθμός σε δύο επίπεδα: πρώτον, από κείνη τη μέρα που το διάβασα άνοιξε μπροστά μου υπέροχος και λαμπερός και τα πάντα υποσχόμενος ο κόσμος της Λογοτεχνίας (που από τότε δεν τον εγκατέλειψα στιγμή) και δεύτερον, από τότε άρχισα να καλλιεργώ μέσα μου μία πολύ «ανθρώπινη» φιλοσοφία για τη Ζωή και ν` αγαπώ τον άνθρωπο πέρα και πίσω απ` τις μάσκες που αυτή η κοινωνία τον αναγκάζει να φοράει…
Ίσως είναι κι αυτό μια απόδειξη ότι και η βία, όπως κι όλα σχεδόν τα πράγματα, είναι κάτι που μαθαίνεται και καλλιεργείται, σκόπιμα στις δικές μας κοινωνίες προφανώς. Έχει να κάνει με το τι ερεθίσματα προσφέρεις στον κόσμο.
Απολαύστε το.

Αντώνης Σαμαράκης – ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

Η διαταγή ήτανε ξεκάθαρη: Απαγορεύεται το μπάνιο στο ποτάμι, ακόμα και να πλησιάζει κανένας σε απόσταση λιγότερο από διακόσια μέτρα. Δε χώραγε λοιπόν καμιά παρανόηση. Όποιος την παρέβαινε τη διαταγή, θα πέρναγε στρατοδικείο.
Τους τη διάβασε τις προάλλες ο ίδιος ο ταγματάρχης. Διέταξε γενική συγκέντρωση, όλο το τάγμα, και τους διάβασε. Διαταγή της Μεραρχίας! Δεν ήτανε παίξε γέλασε.
Είχανε κάπου τρεις βδομάδες που είχαν αράξει δώθε από το ποτάμι.
Κείθε από το ποτάμι ήταν ο εχθρός, οι Άλλοι όπως τους λέγανε πολλοί.
Τρεις βδομάδες απραξία. Σίγουρα δε θα βάσταγε πολύ τούτη η κατάσταση, για την ώρα όμως επικρατούσε ησυχία.
Και στις δυο όχθες του ποταμού, σε μεγάλο βάθος, ήτανε δάσος. Πυκνό δάσος. Μες στο δάσος είχανε στρατοπεδεύσει και οι μεν και οι δε.
Οι πληροφορίες τους ήτανε πως οι Άλλοι είχανε δυο τάγματα εκεί. Ωστόσο, δεν επιχειρούσαν επίθεση, ποιος ξέρει τι λογαριάζανε να κάνουν. Στο μεταξύ, τα φυλάκια, και από τις δυο μεριές, ήταν εδώ κι εκεί κρυμμένα στο δάσος, έτοιμα για παν ενδεχόμενο.
Τρεις βδομάδες! Πώς είχανε περάσει τρεις βδομάδες! Δε θυμόντουσαν σ' αυτόν τον πόλεμο, που είχε αρχίσει εδώ και δυόμισι χρόνια περίπου, άλλο τέτοιο διάλειμμα σαν και τούτο.
Όταν φτάσανε στο ποτάμι, έκανε ακόμα κρύο. Εδώ και μερικές μέρες, ο καιρός είχε στρώσει. Άνοιξη πια!
Ο πρώτος που γλίστρησε κατά το ποτάμι ήτανε λοχίας. Γλίστρησε ένα πρωινό και βούτηξε. Λίγο αργότερα, σύρθηκε ως τους δικούς του, με δυο σφαίρες στο πλευρό. Δεν έζησε πολλές ώρες.
Την άλλη μέρα, δυο φαντάροι τραβήξανε για κει. Δεν τους ξαναείδε
πια κανένας. Ακούσανε μονάχα πολυβολισμούς, και ύστερα σιωπή.
Τότε βγήκε η διαταγή της Μεραρχίας.
Ήτανε ωστόσο μεγάλος πειρασμός το ποτάμι. Τ' ακούγανε που κυλούσε τα νερά του και το λαχταρούσανε. Αυτά τα δυόμισι χρόνια, τους είχε φάει η βρώμα. Είχανε ξεσυνηθίσει ένα σωρό χαρές. Και να, τώρα, που είχε βρεθεί στο δρόμο τους αυτό το ποτάμι. Αλλά η διαταγή της Μεραρχίας...
- Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας! είπε μέσ' από τα δόντια του
κείνη τη νύχτα.
Γύριζε και ξαναγύριζε και ησυχία δεν είχε. Το ποτάμι ακουγότανε πέρα και δεν τον άφηνε να ησυχάσει.
Θα πήγαινε την άλλη μέρα, θα πήγαινε οπωσδήποτε. Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας!
Οι άλλοι φαντάροι κοιμόντουσαν. Τέλος τον πήρε κι αυτόν ο ύπνος. Είδε ένα όνειρο, έναν εφιάλτη. Στην αρχή, το είδε όπως ήτανε: ποτάμι. Ήτανε μπροστά του αυτό το ποτάμι και τον περίμενε. Κι αυτός, γυμνός στην όχθη, δεν έπεφτε μέσα. Σα να τον βάσταγε ένα αόρατο χέρι. Ύστερα το ποτάμι μεταμορφώθηκε σε γυναίκα. Μια νέα γυναίκα, μελαχρινή, με σφιχτοδεμένο κορμί. Γυμνή, ξαπλωμένη στο γρασίδι, τον περίμενε. Κι αυτός, γυμνός μπροστά της, δεν έπεφτε πάνω της. Σα να τον βάσταγε ένα αόρατο χέρι.
Ξύπνησε βαλαντωμένος δεν είχε ακόμα φέξει...
Φτάνοντας στην όχθη, στάθηκε και το κοίταζε. Το ποτάμι! Ώστε υπήρχε λοιπόν αυτό το ποτάμι; Ώρες ώρες, συλλογιζότανε μήπως δεν υπήρχε στ' αλήθεια. Μήπως ήτανε μια φαντασία τους, μια ομαδική ψευδαίσθηση.
Είχε βρει μια ευκαιρία και τράβηξε κατά το ποτάμι. Το πρωινό ήτανε θαύμα! Αν ήτανε τυχερός και δεν τον παίρνανε μυρουδιά... Να πρόφταινε μονάχα να βουτήξει στο ποτάμι, να μπει στα νερά του, τα παρακάτω δεν τον νοιάζανε.
Σ' ένα δέντρο, στην όχθη, άφησε τα ρούχα του, και όρθιο πάνω στον κορμό, το τουφέκι του. Έριξε δυο τελευταίες ματιές, μια πίσω του, μην ήτανε κανένας από τους δικούς του, και μια στην αντίπερα όχθη, μην ήτανε κανένας από τους Άλλους. Και μπήκε στο νερό.
Από τη στιγμή που το σώμα του, ολόγυμνο, μπήκε στο νερό, τούτο το σώμα που δυόμισι χρόνια βασανιζότανε, που δυο τραύματα το είχανε ως τώρα σημαδέψει, από τη στιγμή αυτή ένιωσε άλλος άνθρωπος. Σα να πέρασε ένα χέρι μ' ένα σφουγγάρι μέσα του και να τα 'σβησε αυτά τα δυόμισι χρόνια.
Κολυμπούσε πότε μπρούμυτα, πότε ανάσκελα. Αφηνότανε να τον πηγαίνει το ρεύμα. Έκανε και μακροβούτια...
Ήταν ένα παιδί τώρα αυτός ο φαντάρος, που δεν ήταν παρά εικοσιτριώ χρονώ κι όμως τα δυόμισι τελευταία χρόνια είχαν αφήσει βαθιά ίχνη μέσα του.
Δεξιά κι αριστερά, και στις δυο όχθες, φτερουγίζανε πουλιά, τον χαιρετούσανε περνώντας πότε πότε από πάνω του.
Μπροστά του, πήγαινε τώρα ένα κλαδί που το έσερνε το ρεύμα. Βάλθηκε να το φτάσει μ' ένα μονάχα μακροβούτι. Και το κατάφερε. Βγήκε από το νερό ακριβώς δίπλα στο κλαδί. Ένιωσε μια χαρά! Αλλά την ίδια στιγμή είδε ένα κεφάλι μπροστά του, κάπου τριάντα μέτρα μακριά.
Σταμάτησε και προσπάθησε να δει καλύτερα.
Και κείνος που κολυμπούσε εκεί τον είχε δει, είχε σταματήσει κι αυτός. Κοιτάζονταν.
Ξανάγινε αμέσως αυτός που ήτανε και πρωτύτερα: ένας φαντάρος που είχε κιόλας δυόμισι χρόνια πόλεμο, που είχε έναν πολεμικό σταυρό, που είχε αφήσει το τουφέκι του στο δέντρο.
Δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτός αντίκρυ του ήτανε από τους δικούς του ή από τους Άλλους. Πώς να το καταλάβει; Ένα κεφάλι έβλεπε μονάχα. Μπορούσε να 'ναι ένας από τους δικούς του. Μπορούσε να 'ναι ένας από τους Άλλους.
Για μερικά λεπτά, και οι δυο τους στέκονταν ακίνητοι στα νερά. Τη σιωπή διέκοψε ένα φτάρνισμα. Ήταν αυτός που φταρνίστηκε, και κατά τη συνήθειά του βλαστήμησε δυνατά. Τότε εκείνος αντίκρυ του άρχισε να κολυμπάει γρήγορα προς την αντίπερα όχθη. Κι αυτός όμως δεν έχασε καιρό. Κολύμπησε προς την όχθη του μ' όλη του τη δύναμη. Βγήκε πρώτος. Έτρεξε στο δέντρο που είχε αφήσει το τουφέκι του, το άρπαξε. Ο Άλλος, ό,τι έβγαινε από το νερό. Έτρεχε τώρα κι εκείνος να πάρει το τουφέκι του.
Σήκωσε το τουφέκι του αυτός, σημάδεψε. Του ήτανε πάρα πολύ εύκολο να του φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι. Ο Άλλος ήτανε σπουδαίος στόχος έτσι καθώς έτρεχε ολόγυμνος, κάπου είκοσι μέτρα μονάχα μακριά.
Όχι, δεν τράβηξε τη σκανδάλη. Ο Άλλος ήταν εκεί, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Κι αυτός ήταν εδώ, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ήτανε και οι δυο γυμνοί. Δυο άνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί από ρούχα. Γυμνοί από ονόματα. Γυμνοί από εθνικότητα. Γυμνοί από τον χακί εαυτό τους.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Το ποτάμι δεν τους χώριζε τώρα, αντίθετα τους ένωνε.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ο Άλλος είχε γίνει ένας άλλος άνθρωπος
τώρα, χωρίς άλφα κεφαλαίο, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.
Χαμήλωσε το τουφέκι του. Χαμήλωσε το κεφάλι του. Και δεν είδε τίποτα ως το τέλος, πρόφτασε να δει μονάχα κάτι πουλιά που φτερoυγίσανε τρομαγμένα σαν έπεσε από την αντικρινή όχθη η τουφεκιά, κι αυτός, γονάτισε πρώτα, ύστερα έπεσε με το πρόσωπο στο χώμα.

Σάββατο, Απριλίου 21, 2007

Αναπόφευκτο

Και τι γίνεται όταν βλέπεις τη θλίψη να πλησιάζει;
Είναι σε απόσταση αναπνοής. Και ξέρεις πως δε θα την αποφύγεις. Ούτε την πλάτη δε θα της γυρίσεις. Σύγκρουση μετωπική και αναπόφευκτη. Είσαι καταδικασμένος. Και τα μάτια σου. Κι εκείνα καταδικασμένα. Να κοιτάζουν καθώς έρχεται.
Κοιτάς και περιμένεις…

Το ήξερες απ` την αρχή. Μα πήγες. Γι` αυτό και δεν μπορείς και να ξεσπάσεις πουθενά.
Μόνο την κοιτάς. Την βλέπεις που ‘ρχεται και ξέρεις πως θα σε τυλίξει.
Δεν έρχεται από πίσω σου. Ύπουλα και ξαφνικά.
Έρχεται από μπροστά σου. Από το μέλλον.
Ίσως θα έπρεπε να πω πως πας εσύ σ` εκείνη
μα εσύ είσ` ακίνητος∙ γυμνός κι εκτεθειμένος.

Όχι! Γι` αυτό δεν έχεις αυταπάτες. Έρχεται να σε πάρει.
Μόνο που αναρωτιέσαι αν θα σε ταξιδέψει για να σε ξεβράσει ξανά σε κάποιο φως
ή αν θα σε καταπιεί ως το τέλος…
Και τη φοβάσαι. Έχεις κι ένα κακό προηγούμενο μαζί της…
Σε τρόμαξε άλλοτε πολύ. Δεν είναι να την εμπιστεύεσαι.

Βρίσκεσαι σε αναμονή. Μ` αυτήν στο οπτικό πεδίο σου.
(Ούτε το όνομά της δεν θέλω να ξαναναφέρω)
Κι όσο αναμένεις σκέφτεσαι. Λόγια παν κι έρχονται μες στο κεφάλι σου.
Και κάποιος που είπε∙

«Καμιά χαρά δεν κάνει ό,τι ο πόνος στην ψυχή»…

Τρίτη, Απριλίου 17, 2007

ΚΟΣΜΟΙ

Ταχυδρόμος στο κέντρο της πόλης!!!
Και εκπλήσσομαι που εκπλήσσομαι!
Μα, τι νόμιζα; Πως η αλληλογραφία μες στην πόλη διανέμεται αλλιώς;
Κι αυτό πάλι, τι σου λέει;
Νεαρός, σπορ ντύσιμο, φατσούλα αγουροξυπνημένη και ποδήλατο!!!
Χα! Και πάλι. Μα τι νόμιζα; Πως σώνει και καλά ένας ταχυδρόμος θα έπρεπε να ‘ναι μεσήλικας και πάνω;
Κι αυτό το γκρι κουτί, το μουτζουρωμένο, το άθλιο, στη μέση του πεζοδρομίου (που στούκαρα κάποτε πάνω σ` ένα τέτοιο κι είχα μια μελανιά ένα μήνα, έτσι, για να μου μείνει αξέχαστο) ήτανε τελικά για την αποθήκευση γραμμάτων!
Αν δεν τον έβλεπα να βγάζει από κει φακέλους και επιστολές δεν θα το φανταζόμουν. Ούτε κίτρινο, ούτε «ΕΛΤΑ» γραμμένο απ` έξω, μόνο ένα βρώμικο κουτί με επικίνδυνες γωνίες, πού να το σκεφτώ;

Ένα κουτί…
Τι μπαινοβγαίνει μέσα του όμως!...
Πόσων ζωές, πόσων στιγμές, νέα, ευχές και συναισθήματα και συγκινήσεις και καταστροφές… Κόσμοι ολόκληροι! Από κάπου ξεκινούν, φτάνουν σ` αυτό το άθλιο κουτάκι, μένουν εκεί για λίγο πριν να παραδοθούν στον προορισμό τους… Γύρω περνούν οι άνθρωποι ασταμάτητα, αδιάφοροι, ανυποψίαστοι. Κοντοστέκονται, το ακουμπούν, το προσπερνούν. Και αμφιβάλλω αν έστω κι ένας το προσέχει. Τόσο κοντά σε τόσο προσωπικές στιγμές και δεδομένα, σχεδόν τις αγγίζουν, τις περιτριγυρίζουν, μα ούτε τις βλέπουν ούτε τις ακούν, ούτε καν τις φαντάζονται. Ουσιαστικά, ετούτο το κουτί μοιάζει να μην υπάρχει. Κι ας πέφτει πάνω του η μισή Θεσσαλονίκη κάθε μέρα.

Μα ίσως δεν είναι τελικά τόσο παράλογο που εκπλήσσομαι. Πόσοι αλληλογραφούνε πια με γράμματα από χαρτί; Τώρα, που όλα γίνονται ηλεκτρονικά; Και τι καλό να ‘ναι στη σκέψη μας ο ταχυδρόμος, όταν το μόνο που μας φέρνει είναι λογαριασμοί και διαφημιστικά.
Πείτε με γραφική. Είμαι απ` αυτούς που ακόμα γράφουν γράμματα. Με μολυβάκι και χαρτάκι, εννοώ. Με φάκελο και γραμματόσημο και όλα τα παραδοσιακά. Κι ανατριχιάζω, συγκινούμαι, γοητεύομαι που σκέφτομαι ότι και τα δικά μου γράμματα, στην πόρτα μου τα φέρνει ένας άνθρωπος. Αν έμενα σ` αυτή τη γειτονιά, ίσως θα τα ‘φερνε αυτός ο ταχυδρόμος. Όχι κανένα απρόσωπο επίτευγμα τεχνολογικό.
Ευαίσθητα πράγματα τα γράμματα κι όσα μέσα τους κρύβουν. Μόνο σε άνθρωπο ταιριάζει να μεσολαβεί…

Κυριακή, Απριλίου 08, 2007

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

Να ξυπνάς μία ηλιόλουστη Πασχαλιά, ν` ακούς τις καμπάνες να χτυπούν χαρμόσυνα και να ξεκουράζεις τα μάτια σου πάνω στο (μάλλον) πιο αιώνιο κι αιώνια ζωντανό επίτευγμα του Ανθρώπου∙ την Λογοτεχνία!

Τι ήθελα να γράψω; Πάλι πέρασε η ώρα κι η σκέψη μου κόλλησε… Άσε που όταν ξυπνούν όλοι…και η Φύση…και όλα… Ε, να! Όλα με καλούν κάπου έξω. Θέλουν την παρέα μου. Θέλουνε να παίξω μαζί τους. Να τα δω κι εγώ, να τα μοιραστώ. Αλλιώς, μέρα χαμένη!
Μέρα που δεν ανάσανα το οξυγόνο της στον ελεύθερο ουρανό της, που δεν πάτησα το χώμα της, δε μύρισα τ` αρώματά της, δεν ανατρίχιασα γλυκά στο φύσημά της, δε μισόκλεισα τα μάτια στον ήλιο της χαμο- ή και χαζο-γελώντας…
Θέλω να βγω! Να πάω στο ρέμα, ν` ακούσω το τραγούδι των βατράχων. Να τρέξω στο ανάχωμα. Να νιώσω, ν` αφεθώ σ` αυτή την ηδονή∙ τα πέλματά μου πάνω σ` ένα παχύ στρώμα από πεσμένες πευκοβελόνες!!!
Ελιξήριο που τόσο γενναιόδωρα σου προσφέρει η Γη!
Και δεν ζητάει τίποτα από σένα, παρά μοναχά το πάτημά σου!
Τι Έρωτας κι αυτός! Τι αυτοδιάθεση! Τι περήφανη ταπεινότητα!

«Η πίεση του ποδιού μου στη Γη
ξεφυτρώνει εκατοντάδες συναισθήματα,
Περιφρονούν ό,τι κάνω για να τα περιγράψω.»

Είπε ο Ουώλτ Ουίτμαν, αμερικανός Ποιητής του προ-προηγούμενου αιώνα, της προηγούμενης χιλιετίας (1819-1892), του ήδη περασμένου ανά στιγμή παρόντος και –ευτυχώς- του άφταστου μέλλοντος…

Κι έτσι κι εγώ, επιρρεπής στην «αμαρτία», φιλήδονη, τρελή, θα κυλιστώ ως τις πευκοβελόνες που φωνάζουν τ` όνομά μου.
Έτσι κι αλλιώς, με ξεμυαλίσαν τώρα. Δεν ξέρω τι ήθελα να γράψω. Πραγματικά, δεν ξέρω. Μ` έχουνε αποπροσανατολίσει.
Γι` αυτό και τώρα σας αφήνω.
Κι αν τελικά ποτέ δεν γίνω συγγραφέας ;-) (μην ψαρώνετε, χάριν του λόγου το λέω)
να τους πείτε ότι δεν φταίω εγώ που δεν στρωνόμουν. Να ! αυτή η Φύση εκεί έξω φταίει!
Η ξεμυαλίστρα!...

Χρόνια Πολλά κι Ηδονικά σε όλους!

Τετάρτη, Απριλίου 04, 2007

ΜΙΛΑΝ ΚΟΥΝΤΕΡΑ - "ΑΓΝΟΙΑ"

«…Στα αρχαία ελληνικά η επιστροφή λέγεται “Νόστος”. Άλγος σημαίνει πόνος. Νοσταλγία είναι λοιπόν ο πόνος που προκαλεί σε κάποιον η ανικανοποίητη λαχτάρα της επιστροφής…»

Πάντα θεωρούσα τη νοσταλγία ως ένα από τα πιο άσχημα συναισθήματα. Ψυχοφθόρο και μάταιο, εμπόδιο στο να προχωρήσει κάποιος παρακάτω, χάσιμο χρόνου απ` την ίδια τη Ζωή.

«…Στα είκοσι χρόνια που έλειπε ο Οδυσσέας, οι Ιθακήσιοι θυμόντουσαν πολλά από αυτόν, αλλά δεν τον νοσταλγούσαν. Ενώ ο Οδυσσέας υπέφερε από νοσταλγία και δεν θυμόταν σχεδόν τίποτα…
…Όσο πιο έντονη είναι η νοσταλγία τόσο πιο πολύ αδειάζει από αναμνήσεις…Γιατί η νοσταλγία δεν εντείνει τη δραστηριότητα της μνήμης, δεν ξυπνά αναμνήσεις, αλλά αρκείται στον εαυτό της, στη δική της συγκίνηση, έτσι όπως είναι εντελώς απορροφημένη από τον δικό της αποκλειστικά πόνο…»


Κάπως έτσι κάνει τη διάκριση ο Μίλαν Κούντερα ανάμεσα στη νοσταλγία και τη μνήμη στο βιβλίο του «Η ΑΓΝΟΙΑ» κι αυτό είναι ένα μόνο από τα θέματα που πραγματεύεται.

Επιβεβαιώνει κι εδώ, γι` ακόμη μια φορά, πόσο καλός γνώστης είναι της ψυχολογίας των ανθρώπων, πόσο έντεχνα μπορεί και αναλύει πράξεις και χαρακτήρες, απλοποιεί καταστάσεις, δείχνει το διττό τους, διαχωρίζει το φαίνεσθαι από το είναι και αποκαλύπτει την αλήθεια καταρρίπτοντας στερεότυπα που θεωρούνται αυτονόητα και δεδομένα, όπως η επιθυμία να είσαι στην πατρίδα σου ή στο σπίτι σου ή με τους συγγενείς και τους συμπατριώτες σου.

«…Πάντα θεωρούσε αυτονόητο ότι η αυτοεξορία της είναι δυστυχία. Μήπως όμως, αναρωτιέται τη στιγμή αυτή, πρόκειται μάλλον για ψευδαίσθηση δυστυχίας, μια ψευδαίσθηση που την υποβάλλει ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον εξόριστο όλοι οι άλλοι; Μήπως διάβαζε τη ζωή της με βάση τις οδηγίες χρήσεως που της έβαλαν στα χέρια οι άλλοι;…»

Πόσο ευμετάβλητα είναι τόσα πράγματα που προς στιγμήν φαίνονται σταθερά και αιώνια. Πώς μες στο χρόνο, ανατρέπονται δεδομένα, πολιτικά συστήματα, καθεστώτα, ζωές. Άνθρωποι ξεριζώνονται απ` τον τόπο τους, τα πράγματα αλλάζουν, επιχειρούν να επιστρέψουν για να συνειδητοποιήσουν στη συνέχεια πως η επιστροφή αυτή είναι σε κάτι ξένο, άγνωστο και άσχετο με ό,τι έχουν γίνει αυτοί στην πορεία και με ό,τι πραγματικά θέλουν.

«…Δε θα καταλάβουμε τίποτα από την ανθρώπινη ζωή αν επιμένουμε να παρακάμπτουμε το πρώτο από όλα τα αυτονόητα: μια πραγματικότητα έτσι όπως ήταν τότε που ήταν, δεν είναι πια. Αδύνατον να ανασυσταθεί..»

Πρόκειται για ένα συγκινητικό μυθιστόρημα-δοκίμιο για την αυτοεξορία, τη νοσταλγία, την επιστροφή, την απογοήτευση και προπάντων, την «Άγνοια». Την ηλικία της άγνοιας. Εκείνη τη χρονική στιγμή που δεν είσαι πια παιδί (τουλάχιστον για τους άλλους) και όλοι και όλα σε πιέζουνε να πάρεις αποφάσεις. Αποφάσεις για την προσωπική σου ζωή, για την επαγγελματική, για το μέλλον. Αποφάσεις που ΑΝΑΓΚΑΖΕΣΑΙ να πάρεις – ενώ στην πραγματικότητα δεν ξέρεις – και που είναι καταλυτικές, αμετάκλητες, καθοριστικές για την υπόλοιπη ζωή σου. Μπορεί να την απογειώσουνε, μπορεί και να την καταστρέψουν. Λάθη που διαπράττονται στη βάση μιας «αδικίας». Παγίδες που μες στην άγνοιά μας, παρασυρμένοι κι από τις γύρω μας φωνές, στήνουμε οι ίδιοι στον εαυτό μας, υπονομεύοντας όλη μας τη ζωή.

«…Παντρεύτηκα πολύ νέα, μόνο και μόνο για να ξεφύγω απ` τη μητέρα μου. Αλλά ακριβώς γι` αυτό ήταν βεβιασμένη απόφαση και όχι πραγματικά ελεύθερη…Εκείνη ακριβώς τη στιγμή διέπραξα κάποιο σφάλμα που είναι δύσκολο να το προσδιορίσω, να το συλλάβω, που ήταν όμως το σημείο εκκίνησης όλης μου της ζωής και που δεν κατάφερα ποτέ να το επανορθώσω…
…Σ` εκείνη την ηλικία παντρεύεται κανείς, κάνει το πρώτο του παιδί, διαλέγει το επάγγελμά του. Κάποια μέρα θα μάθει και θα καταλάβει πολλά, θα είναι όμως πολύ αργά γιατί η ζωή ολόκληρη θα έχει αποφασιστεί μια εποχή που δεν ήξερε τίποτα…»


Και μέσα σ` όλα αυτά, ο πόθος για τον Έρωτα. Έναν έρωτα πηγαίο, αυθόρμητο, σωματικό, απαλλαγμένο από ευγνωμοσύνη, υποχρέωση, εξάρτηση.

«…Η ευγνωμοσύνη δεν είναι τάχα μια άλλη ονομασία για την αδυναμία, για την εξάρτηση; Τώρα λαχταρά έναν έρωτα χωρίς καθόλου ευγνωμοσύνη!...
…και αισθάνεται να ανεβαίνει στο κορμί της ένας πόθος, ο αδάμαστος πόθος να έχει εραστή. Όχι για να μπαλωθεί η ζωή της έτσι όπως έγινε. Αλλά για να συγκλονιστεί εκ βάθρων. Για να έχει επιτέλους το δικό της πεπρωμένο…»


«…Αυτός κοιτούσε συνέχεια το αιδοίο της, αυτό το ελάχιστο μέρος που με θαυμαστή οικονομία χώρου εξασφαλίζει τέσσερις υπέρτατες λειτουργίες: διέγερση, συνουσία, γέννηση, ούρηση…»


Ε!...Τι να πω άλλο; Κούντερα!...


"Άγνοια" του Μίλαν Κούντερα κυκλοφορεί
σε μετάφραση του Γιάννη Η. Χάρη
από τις εκδόσεις ΕΣΤΙΑ.]

Σάββατο, Μαρτίου 31, 2007

ΧΩΡΟΣ


Το δωμάτιο μικρό… Στενό…

Έσβησα φως, κατέβασα παντζούρια,

Με το σκοτάδι γκρέμισα τους τοίχους και αιωρήθηκα ως το σώμα σου…

Σε βρήκα γυμνό, ξαπλωμένο ανάσκελα,

Ορμή ξαναμμένη, ξεσηκωμένη

Μου `πες: «Περίμενα.»

Τα μάτια σου άδεια από σκέψεις

Γεμάτα μόνο την Ύπαρξη

Το σώμα σου είπε:

«Πλησίασε. Η μόνη έννοια του χώρου είμ` εγώ.

Και η ορμή μου, που μόλις συγκρατώ,

είναι η θέση που ετοίμασα για να καθίσεις.»

.......................................................

...Υπάρχω.....


Τετάρτη, Μαρτίου 28, 2007

Το…after Ζακ – Δρογώση

24 Μαρτίου 2007, Club Μύλος
Χαρά!

Αν ήταν να χρησιμοποιήσω μία μόνο λέξη για το live των Ζακ Στάθη, θα ήταν αυτήν ακριβώς. Όσο έβλεπα τόσο χαιρόμουνα. Νομίζω πως καιρό…πάρα πολύ καιρό είχα να νιώσω έτσι. Σα να είμαι σε πάρτυ, ανάμεσα σε φίλους που απλά διασκεδάζουν, αγαπιούνται και χαίρονται. Ένα χαρούμενο πάρτυ από το οποίο δεν έλλειψε και η συγκίνηση προς το φινάλε της βραδιάς.

Ο Ζακ γελαστός, παραστατικός, αεικίνητος, δεν πτοήθηκε ούτε με την…πτώση του στο μόνιτορ, πράγμα που, όπως είπε, είχε συμβεί και την προηγούμενη μέρα (πετάξτε το βρε, να μη μας ενοχλεί) κι ο Στάθης να σιγοντάρει, να ερμηνεύει και να ολοκληρώνει ένα άλμα επί…κοντών, μάλλον ομαδικό παρά ανταγωνιστικό. Άλλωστε, ο κόσμος φάνηκε να τους αγαπάει και τους δυο εξίσου.

Μουσική, κίνηση και πολλά ΠΟΛΛΑ χαμόγελα! Ό,τι μας λείπει.

Πουθενά το «δήθεν» ή η απόσταση από τον κόσμο. Από μέρους τους, εννοώ. Αντίθετα, πολύ φιλικοί και ζεστοί και οι δύο.

Κρίμα που υπήρχαν τα τραπεζάκια! Αυτά ήταν τα μόνα που δημιουργούσαν μια κάποια απόσταση και συγκρατούσαν το κοινό απ` το να εκφραστεί πιο ενεργητικά και διαχυτικά, πράγμα που προσωπικά με καταπιέζει πολύ. (Αν κι εγώ βέβαια, παρέμεινα πιστή στην ορθοστασία) Ήταν ένα πρόγραμμα που σε προκαλούσε να συμμετάσχεις. Το να το παρακολουθείς παθητικά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν ευνουχισμός.

Καλοί οι μουσικοί, ποικιλία ρεπερτορίου – ερμήνευσαν τραγούδια τόσο δικά τους όσο και άλλα, ελληνικά και ξένα, γνωστά κι αγαπημένα – ωραίος ήχος, πολύ καλή και η κοπέλα (Λιάνα Παπαλέξη) που τους συνόδευε στο τραγούδι. Όλα δουλεμένα, καθόλου η αίσθηση της προχειρότητας ή της «αρπαχτής».

Χαίρομαι που βρέθηκα εκεί! Πέρασα πολύ όμορφα!

ΥΓ: Τα εύσημα για την φωτογραφική κάλυψη του event, γι` ακόμη μια φορά, στον συνήθη ύποπτο φωτογράφο, Tertuliano. Tertul, θενξ για την παραχώρηση και καταχώρηση των φωτο στο δικό μου μπλογκ. Εξαιρετικές, όπως πάντα! Εύγε!

Παρασκευή, Μαρτίου 23, 2007

Ο "ΟΜΟΡΦΟΣ ΚΟΣΜΟΣ" ΤΟΥ ΖΑΚ

«…Όταν αγγίξεις την κορυφή και τσιρίξεις
κι έχεις την Τύχη με το μέρος σου
κρατάς την πορεία και φτάνεις στα όρια.
Μα όταν γλιτώσεις από το βάρος μιας πτώσης
και δεν μπορείς να σηκωθείς
τότε δεν βλέπω να έχεις πολλά περιθώρια…
Φτάσε στον πάτο, εκεί που δεν υπάρχει πιο κάτω
και βρες την ευτυχία κρυμμένη,
κομμένη και ραμμένη για σένα
που κλαις σε κάθε πτώση
ισχύς εν τη ενώσει, ψυχή μου
και έλα μαζί μου στον πάτο…»

Ένα τραγούδι είχα ακούσει μόνο, μου άρεσε πολύ κι ήθελα να το ‘χω.
Δεν ήξερα τίποτα άλλο, μια και γενικά, ακούω άλλα πράγματα.
Έμαθα ότι το έλεγε ο Ζακ Στεφάνου κι έψαξα για το cd.
Όταν έπαιρνα το "Ενας όμορφος Κόσμος" νόμιζα πως θ` ακούσω ελαφριά, χαρούμενα τραγουδάκια.
Τελικά, βρέθηκα μπροστά σε μία έκπληξη!
Χαρούμενη νότα, ναι! Αλλά καθόλου «ελαφριά» τραγουδάκια, καθόλου τα ποπάκια του συρμού. Αντίθετα, είναι γεμάτα από πρωτοτυπία, φρεσκάδα και ουσία. Δεν είναι άλλη μια απ` τα ίδια. Δεν είναι άλλη μια επανάληψη. Μάλλον είναι ανακάλυψη!
Έχουνε λόγο ύπαρξης, έχουνε κάτι να πουν. Δεν είναι το εύκολο, εύπεπτο άκουσμα. Χρειάζεται να τα προσέξεις. Να τους δώσεις λίγη περισσότερη σημασία.
Ο στίχος έξυπνος κι ευρηματικός, χαρακτηρίζεται από μια ποικιλία, τόσο «αφηγηματικά» και θεματικά όσο και συναισθηματικά. Σαρκασμός και σάτιρα, πανέξυπνα, πανεύστοχα σχόλια για την καθημερινότητά μας, την τηλεόραση, τους πολέμους, τις πόλεις μας, τον κόσμο ολόκληρο, όπως τον καταντήσαμε. Ευαισθησία και τρυφερότητα για τις ανθρώπινες σχέσεις, ερωτικές και μη. Καμία σχέση με τα νταλκαδιάρικα ποπ τραγουδάκια που έχουν κατακλίσει τα ραδιόφωνά μας και τα` αφτιά μας.
Χάρηκα τόσο πολύ γι` αυτό το cd που πολύ γρήγορα πήρα και το προηγούμενό του, το "Στο Διάστημα Δραπέτες", με το οποίο απλά επιβεβαίωσα όλα όσα λέω παραπάνω, καταλήγοντας στο συμπέρασμα: ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑΛΕΝΤΟ!
Πολύ προσεγμένη δουλειά και σοβαρή. Κι εγώ εντυπωσιάστηκα και ενθουσιάστηκα!
Άλλωστε κι οι υπόλοιποι συντελεστές και αρωγοί στο όλο project αποτελούν μια κάποια εγγύηση. Δεν θα τους αναφέρω όλους (συγγνώμη κιόλας) γιατί είναι πάρα πολλοί, ενδεικτικά όμως θ` αναφέρω τους Κατσουπάκη, Μπασλάμ, Γαλάνη.
Μπράβο στον Ζακ! Ελπίζω να συνεχίσει έτσι και καλύτερα!

«…Αυτό το μέρος μου θυμίζει τσίρκο. Άσπροι πίθηκοι στους δρόμους γυρίζουν.
Πότε χτίζουν πότε γκρεμίζουν αυτά που οι άλλοι φτιάξαν γι` αυτούς.
Αυτό το μέρος μου θυμίζει λιβάδι. Ορδές ανθρώπων, άβουλα ερίφια.
Να οδηγούνται είναι η συνήθεια και πια με τίποτα δεν την αλλάζουν.
Αυτό το μέρος μου θυμίζει στάβλο. Βρωμιά παντού και δυσωδία.
Γουρούνια κι άλογα σε παρωδία. Πίνουν σαμπάνια, καπνίζουν πούρα.
Αυτό το μέρος μου θυμίζει πόνο. Αυτοί γεννιούνται για να πεθάνουν.
Τους βασιλιάδες παριστάνουν μα δεν χωράνε όλοι τους στο θρόνο…»

ΥΓ1: Προσωπική άποψη: Από το ραδιόφωνο, ο Ζακ, έχει παιχτεί πολύ λιγότερο απ` όσο του αξίζει. Μάλλον αδικείται. Μήπως πρέπει κάποτε ν` αρχίσουν να προβάλλουν και τίποτα καλό οι ραδιοφωνατζήδες; Μας έχουν βρωμίσει τ' αφτιά με τόσα σκουπίδια και τόσες επαναλήψεις! Υπάρχουν κι άλλα πράγματα!

«…Δεν ξέρω πώς να κοιμηθώ, όλο σκέφτομαι εσένα
Δεν ξέρω τι να θυμηθώ, όνειρα προχειρογραμμένα
Τρεις στίχοι πάνω στο χαρτί κι ίσως απόψε να ξεχάσω
Δεν ξέρω αν θέλω στο βυθό ή στα ουράνια να φτάσω…
…Η νύχτα παίζει Μποσα Νοβα, βόλτα η σελήνη κάνει έξω
Κι ένα αστέρι με φωτίζει όμως διστάζω να χορέψω
Δεν ξέρω αν με συμπονάει ή αν τη θλίψη μου χλευάζει
Κάπου στο βάθος η αχνή εικόνα σου που ξεθωριάζει…
…Και τα υπόλοιπα αστεράκια στήσανε τρελό χορό
Και τ` όνομά σου σχηματίσαν λαμπερό στον ουρανό…»

ΥΓ2: Ο Ζακ Στεφάνου εμφανίζεται μαζί με τον Στάθη Δρογώση στο club του Μύλου, σήμερα 23/3/2007 και αύριο 24/3/2007. Καλώς τα δεχτήκαμε!

Σάββατο, Μαρτίου 17, 2007

5 λέξεις, 1 ιστορία

Έχεις ιδέα από παρείσακτο άνθρωπο; Είναι να μην βρεθεί στον δρόμο σου! Άπαξ και βρέθηκε, αν μπορείς, διώχτον! Πες του «όχι», αν μπορείς.
Οι λέξεις, που δεν άλλαξε ο άτιμος ως όφειλε και που είναι εντελώς «αντιερωτικές» (άντε να εμπνευστείς μ` αυτό το πράγμα), ήταν: σαρδανάπαλος, πείνα, ρουσφέτι, λυγαριά, βρώμικος.
Τέλος πάντων. Όπως και να ‘χει, θα σας διηγηθώ κι εγώ μια ιστορία:


Ήταν μια γιαγιά πέρα για πέρα σαρδανάπαλη!
Για τη γιαγιά της Τρούλας, λέω.
Να φανταστείτε, δυο άντρες ξεπάστρεψε. Και στα 70 της αποφάσισε να πάρει stepper! Κι ιδρωκοπούσε εκεί πάνω ώρες ατέλειωτες, να φτιάξει σωματάκι.
Μιλάμε για εικόνα φοβερή! Μαύρα ρούχα και μαντήλα στο κεφάλι, μα περικάρπια πετσετέ κι ένα παρόμοιο λάστιχο στο μέτωπο για τον ιδρώτα. Στις γαμπούλες γκέτες και παπουτσάκι NIKE με αερόσολα. Πετσετούλα περασμένη στο σβέρκο και γυαλιά χοντρά πρεσβυωπίας με σκελετό κόκκινο. Στο ένα χέρι ένα δίκιλο βαράκι και στ` άλλο το χρονόμετρο. Κάθε δυο λεπτά άλλαζε αντικείμενα και χέρια. Γενικά, η μουσική δεν της πολυάρεζε. Καθότι μάρτυρας του Ιεχωβά, οι μόνες κασέτες που είχε περιείχανε κηρύγματα και παραβολές. Πήρε λοιπόν κι αυτήν και πρόσθεσε σ` εκείνες τις κασέτες beat, να τις ακούει και να ασκείται ρυθμικά. Και ράπαρε, που λέτε, η γριά πάνω στο stepper!...

Είχε πιάσει, βλέπετε, το νόημα, έστω και λιγάκι αργά. Είχε και κάτι εγγόνια να βολέψει, σου λέει, με μια καλή εμφάνιση και λίγη τσαχπινιά, κάποιος θα μας το κάνει το ρουσφέτι.
Και βάλθηκε να κάνει, όπως είπα, ένα κορμάκι τσίλικο κι ευκίνητο, να πάει σεινάμενη κουνάμενη σαν λυγαριά σε βουλευτές, δημάρχους κι υπουργούς. Να παρακαλέσει μεν, μα και να εντυπωσιάσει. Γιατί, τόσους παρατρεχάμενους έχουνε κάθε μέρα. Πώς θα ‘μενε εκείνη στο μυαλό τους κι όχι οι άλλοι. Την ψήφο της άλλωστε, ήδη τους την είχε τάξει.

Όμως, το λυγερό κορμάκι θέλει σκληρή προσπάθεια. Και δεν αρκεί το stepper, θέλει και στερήσεις. Θέλει πείνα! Ράψιμο λοιπόν το στόμα η γριά και στο ψυγείο μόνο Red Bull και isostar! Αξιοθαύμαστη η πειθαρχία της!
Αφού, όταν πια πλησίαζε τα 75, μετά από τόσα Red Bull που ‘χε καταναλώσει, μπορούσες να διακρίνεις στην ιδρωμένη εικόνα της και δυο μικρά φτερά που ‘χαν αρχίσει να φυτρώνουνε στις πλάτες!
Αν έμπαινες στο μπάνιο της δε, θα έβλεπες λογιών λογιών σαπούνια, κρέμες, λάδια κλπ. Α! όλα κι όλα! Το ρουσφέτι ρουσφέτι, αλλά είχαμε κι αρχές. Σε κανέναν δεν θα έδινε το δικαίωμα να την πει βρώμικο άνθρωπο! Πάντα ασπαζότανε τη ρήση που ‘λεγε πως «η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά»! και ποια, στ` αλήθεια, θα μπορούσε να ‘ναι πιο αρχόντισσα από κείνη που ήξερε να τα βολεύει μια χαρά!
Νόμιζε!
Όμως, καθότι η μοίρα από ρουσφέτια δεν καταλαβαίνει, κι είναι ίδια για βολεμένους και ξεβολεμένους, την είδαμε μια μέρα τη λυγερή αρχόντισσα-φρικιό με τα ωραία της Red Bull φτερά ν` αποδημεί…
Ίσως και λίγο πιο νωρίς απ` ό,τι θα ‘φευγε…Φτερά δεν ήθελε;…


ΥΓ: Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική!!!
ΥΓ2: Α ρε par1sakte τι μου ‘κανες!

Δευτέρα, Μαρτίου 12, 2007

Ένα ελάχιστο, αδέξιο ΤΙΠΟΤΑ που πάντα θα χρωστώ...

Τρέχεις! Τρέχεις αδιάκοπα! Συνέχεια!... Κι όταν με δεις, τρέχεις ξανά να μ` αγκαλιάσεις.
Τυλίγεις τα χεράκια σου στη μέση μου, γέρνεις επάνω μου για δυο στιγμές το ιδρωμένο σου κεφάλι και το ίδιο γρήγορα μ` αφήνεις για να παίξεις.
Και μένει ο ιδρώτας σου στα ρούχα μου. Κι είναι πολύτιμος για μένα. Πολύτιμος σαν το νερό. Σαν τ` οξυγόνο. Κάθε μου δευτερόλεπτο μαζί σου, θησαυρός!
Δίνεις αξία στο χρόνο. Δίνεις αξία στα πράγματα. Στη δουλειά. Στην κούραση. Ακόμα και στη λύπη! Δίνεις αξία στη Ζωή!...Κι εγώ τόσο την είχα αμφισβητήσει…

Τα ωραιότερα μάτια του κόσμου!
Δεν έχω δει άλλο πλάσμα να μιλάει τόσο με τα μάτια.
Τα μάτια του τα ξαφνιασμένα, τα χαρούμενα, τα λυπημένα, τα περίεργα, τ` απορημένα…
Τα μάτια αυτά που σε κοιτούν ίσια στα μάτια.
Χωρίς συστολή, δίχως ενδοιασμό ή φόβο. Ψάχνουν ν` αναγνωρίσουν στα δικά σου επιβεβαίωση και επιβράβευση κι αποδοχή, απάντηση στις απορίες τους, συμπαράσταση κι Αγάπη…
Τα μάτια που όταν γυρίζουνε για να σε δουν πέφτει επάνω σου με ορμή η Αθωότητα κι η Αλήθεια. Που όταν δακρύζουν ανοίγει η αγκαλιά σου διάπλατα να τα στεγνώσει.
Σε κοιτάει και βλέπεις την ψυχή του. Σε κοιτάει κι αφήνει μπρος στα πόδια σου ολόγυμνο τον εαυτό του. Τον εκθέτει∙ έτσι απλά στον εμπιστεύεται, χωρίς καχυποψία καμιά. Μένει μπροστά σου ανυπεράσπιστο κι ευάλωτο σε κάθε συμπεριφορά σου.
Κι εσύ, πόση ευθύνη…Μα και πόση ευγνωμοσύνη…

Γι` αυτά τα μάτια, γι` αυτό το χαμόγελο, γι` αυτή την αγκαλιά…τα πάντα αξίζουν!
Σπάει η καρδιά μου!
Ποιον να παρακαλέσω να μην πάθεις τίποτα; Ποιος θα μου εγγυηθεί ότι δεν είσαι τόσο εύθραυστο όσο μοιάζεις;
Πιέζει ο χρόνος κι η ανάγκη να σου δώσω, επιτακτική!
Μα τι να σου χαρίσω, πες μου. Τι μπορώ;
Θέλω να σου χαρίσω το καλύτερό μου!
Μα, ξαφνικά, δεν βρίσκω τίποτα αρκετά καλό σ` εμένα.
Αφού, από τότε που σε γνώρισα, γνώρισα τον πιο πλούσιο άνθρωπο του κόσμου!
Κι από τότε, μόνο παίρνω από σένα. Μόνο μαθαίνω.
Πώς να τολμήσω να σε διδάξω, μάτια μου!
Τι μπορώ μέσα σου ν` αγγίξω χωρίς να σε χαλάσω;

Το υλικό που είσαι καμωμένο: Ευαισθησία και Μάτια!
…Και με τρομάζει!
Γέμισα φόβο, ψυχή μου! Φόβο που την αθωότητά σου αυτή και την Αλήθεια, ο κόσμος δεν θα τη δεχτεί. Ούτε και την ευαισθησία που ξεχειλίζεις.
Φοβάμαι! Τρέμω τη στιγμή που αυτά τα μάτια
–αυτά που τόσο εύκολα τώρα εμπιστεύεσαι σ` εμένα
κι αποκαλύπτεσαι μ` αυτά και μ` αφοπλίζεις-
θα τα σηκώσεις μες στον κόσμο.
Κι εκείνος θα θελήσει να στα σβήσει, αστέρι μου.
Κι εγώ είμ` ανίσχυρη…Ανίκανη να σε βοηθήσω!
Ούτε κι εγώ μπόρεσα ακόμη μέσα του να περπατώ.
Ξέρω, μικρό μου. Δεν μπορώ να εμποδίσω ούτε τη λύπη ούτε το δάκρυ να χτυπά την πόρτα σου μες στη ζωή. Μα θα ‘θελα να είμ` εκεί όταν συμβαίνει, να τα παλέψουμε μαζί.
Ούτε κι αυτό θα γίνει όμως, ξέρω.
Ούτε και κάποια συμβουλή είμαι άξια να σου δώσω.
Όμως, για ένα είμαι σίγουρη!
Ότι όταν τελικά, τα μάτια αυτά θα τα σηκώσεις μες στον κόσμο, αυτός θα φοβηθεί!
Κι είναι σημαντικό να το θυμάσαι αυτό!
Γιατί η αγριότητα που ίσως αντικρίσεις, θα είναι των δειλών ο πανικός.
Αυτοί φοβούνται πιο πολύ και τερατοποιούνται.
Μα εσύ μην γίνεις σαν κι αυτούς! Ούτε να σκύψεις, όμως!
Μείνε σ` αυτό που είσαι σταθερός
κι όρμα σ` ό,τι αγαπάς, όπως και τώρα!...


(Για όλα τα παιδιά του κόσμου.
Ή, καλύτερα, για κάθε παιδί με τον δικό του κόσμο!)

Κυριακή, Μαρτίου 04, 2007

ΜΙΚΡΟΙ ΕΦΙΑΛΤΕΣ

Οι λέξεις που δραπέτευσαν από τ` αγαπημένο μου μουσικό κομμάτι.
Πατώ το play, αρχίζει η μουσική...
Και περιμένω με λαχτάρα τη συνέχεια.
Περιμένω την Ποίηση να ‘ρθει να ολοκληρώσει αυτή τη σχέση
την τόσο ερωτική και παθιασμένη.
Μα τα λεπτά περνούν…
Εγώ, το μόνο που ακούω είναι η μουσική.
Η εισαγωγή που επιμένει.
Νιώθω σιγά σιγά, να με καταλαμβάνει η αγωνία.
Περιμένω τη φωνή που δεν φτάνει στη σφαίρα μου.
Ακούω με λαχτάρα…Ακούω με πανικό…
Μα μόνο μουσική…

Το τραίνο στο σταθμό…στις γραμμές…
Έτοιμο για ένα ωραίο ταξίδι.
Κι εγώ έχω μπει.
Κι η μηχανή, ναι, ήδη δουλεύει.
Κι ο μηχανοδηγός είναι στη θέση του.
Κοιτά στην αποβάθρα τους επιβάτες κι έχει ανοιχτές τις πόρτες,
έτοιμος, μόλις θα μπουν, να ξεκινήσει.
Όμως κανένας δεν κουνιέται!
Κανείς δεν κάνει βήμα!
Είναι απ` έξω όλοι, όμως δεν μπαίνουν.
Τώρα είμαι όρθια.
Κοιτώ κι εγώ απ` τα παράθυρα με απόγνωση…σχεδόν με ικεσία…

Η μουσική δεν σταματά.
Περιμένει, λες, κι αυτή τους στίχους.

Η μηχανή δεν σβήνει.
Περιμένει, λες, κι αυτή τους επιβάτες.

Μαζί μ` εμένα…

Τις λέξεις που τόσο ήθελα ν` ακούσω
μα δραπέτευσαν…

Τους συνεπιβάτες που τόσο ήθελα να έχω
…Μα δεν μπήκαν…

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 26, 2007

Φοιτητές & Κινητοποιήσεις

Όσα δε λένε τα ΜΜΕ για την φοιτητική πορεία

Το καλύτερο post που έχω διαβάσει τις τελευταίες μέρες!
Το πιο πραγματικά επίκαιρο, το πιο κρίσιμο, το πιο σημαντικό!
Συγχαρητήρια!

Τρίτη, Φεβρουαρίου 20, 2007

...2...

Πόσοι άνθρωποι χωρούν στο ίδιο κουστούμι;

Ένα σύντομο ταξίδι στην Αθήνα, φουλ δραστηριοτήτων. Μία απ` αυτές και το "2"του Δημήτρη Παπαϊωάννου. Πολύ χαίρομαι που καταφέραμε να το δούμε.

Σαν κοινωνικό σχόλιο, απόλυτα σωστό.
Ο σύγχρονος Έλληνας (και όχι μόνο) σε όλο του το μεγαλείο!
Ακέφαλος, τηλεορασοκέφαλος, ελεγχόμενος, κατευθυνόμενος, χαμένος.
Χάπια, φάρμακα, βοηθήματα, καφές, τσιγάρα, κουτιά, μπουκάλια, κατανάλωση. Ποδόσφαιρο, εκτόνωση στα γήπεδα, αυνανισμός και μόνο αυνανισμός. Πουθενά ο Έρωτας, πουθενά ο σύντροφος, πουθενά μια υγιής σχέση. Απόλυτη αποξένωση, ελεύθερος χρόνος μηδέν, συναναστροφές μηδέν. Μόνο τρέξιμο, τρέξιμο, τρέξιμο. Το ίδιο κουστούμι για όλους, το ίδιο παντελόνι για όλους, να χωρέσουν όλοι στα ίδια ντε και καλά.
Στο ΜΗ χρόνο, καθώς τρέχεις, ερωτεύεσαι πλαστικοποιημένες γυναίκες, Bibibo και Barbie, που σε κατακλύζουν για λίγο αυνανισμό ακόμη, για λίγες ονειρώξεις.
Λίγη εκτόνωση ακόμη στα σκυλάδικα, όπου γλεντάς τραγουδώντας την απουσία του έρωτα, την απουσία sex που σε «διαστρέφει».
Και βέβαια, τα γυμναστήρια, όπου ιδρώνεις κυνηγώντας το γραμμωμένο πρότυπο του sexy άντρα, το οποίο και πάλι δεν θα σε βγάλει απ` το ερωτικό σου αδιέξοδο.
Τα ΜΜΕ κυρίαρχα! Σε κυνηγούν παντού, έχουν αντικαταστήσει το μυαλό σου, πέφτεις μια στιγμή να κοιμηθείς και γίνονται εφιάλτης σου και σε ξυπνούν.
Και συνεχίζεις να τρέχεις!...Όλο τρέχεις!...ΜΟΝΟ τρέχεις!... Και το τραγικότερο; Δεν πας πουθενά! Τρέχεις ασταμάτητα κι όλο μένεις στα ίδια! Αδύνατον να ξεφύγεις. Αδύνατον ακόμη και να είσαι ΕΣΥ! Άλλα χέρια, άλλο σώμα, άλλα πόδια. Στο κρεβάτι του Προκρούστη. Σε κόβουν και σε ράβουν όπως θέλουνε, σε εξαντλούν, σ` εξαφανίζουν.
Τραγική μορφή ο Superman. Ήδη παράλυτος, σε λίγο νεκρός. Κανείς δεν θα σε σώσει…

Αυτά -κι άλλα πολλά κι ακόμη περισσότερα που ξέρω πως θα μου ‘ρχονται για καιρό, καθώς θα δουλεύουνε μες στο μυαλό μου- όσον αφορά στο «φιλολογικό» μέρος της παράστασης. Στα νοήματά του, στα μηνύματα, έτσι όπως τα κατάλαβα εγώ, τουλάχιστον.
Όμως εδώ μιλάμε για χοροθέατρο. Μια μορφή τέχνης, απ` όπου ουσιαστικά τα λόγια απουσιάζουν κι όλα πρέπει να δοθούν μες` απ` την κίνηση, με το σώμα, με την εικόνα, με τη μουσική. ΚΑΙ σ` αυτόν τον τομέα, ο Παπαϊωάννου και οι χορευτές του έγραψαν άριστα!
Πολύ φαντασμαγορικό (με την καλύτερη έννοια που μπορεί να του δοθεί) πολλά εφέ, όχι τεχνολογικά, αλλά βασισμένα απ` τη μια στα σώματα των χορευτών, στην πλαστικότητά τους, στα σχήματα που μπορούν να πάρουν κι από την άλλη, στην οπτική αντίληψη των θεατών. Στο πώς φαίνεται όλο αυτό στα μάτια τους.
Πάρα πολύ δουλεμένο, πάρα πολύ μελετημένο, αξιοποίησε νομίζω άριστα τόσο τις δυνατότητες των χορευτών και των σωμάτων τους, τη μουσική, το φωτισμό, το απόλυτα λιτό σκηνικό, όσο και το πώς όλ` αυτά γίνονται αντιληπτά απ` τις αισθήσεις των θεατών κι από την τοποθέτησή τους στον χώρο. Δημιούργησε κατά κάποιον τρόπο, ένα οπτικό παιχνίδι ανάμεσα σε χορευτές και θεατές, πολύ εντυπωσιακό και γοητευτικό. Πέρα από την χορογραφία και την αισθητική του πάνω στο χορό, ανέδειξε και την φαντασία και την εφευρετικότητά του.

23 χορευτές, και συμμέτοχοι-συνένοχοι, σ` αυτήν την παράσταση-καταγγελία και προειδοποίηση, με καθήλωσαν και με μάγεψαν. Χαίρομαι που τόσο καιρό μετά την πρεμιέρα του έργου, το ΠΑΛΛΑΣ εξακολουθεί να είναι κατάμεστο. Δεν ξέρω σε ποιο βαθμό όσα αντιλήφθηκα είναι σωστά ούτε και πόσα μου έχουν διαφύγει, ούτε και ειδήμονας είμαι του χορού, αλλά την παράσταση την θεωρώ εξαιρετική και σημαντική. Είναι από τα πιο δύσκολα μα και πιο όμορφα πράγματα που έχω παρακολουθήσει. Nιώθω λίγο καλύτερη μετά απ` αυτό. Κι αυτό νομίζω είναι που έχει σημασία.
Συγχαρητήρια σε όλα τα παιδιά που δούλεψαν γι` αυτό!

ΥΓ: Να που πρέπει να ξανακάνω πάσες: Σε mpizelw, Tertul και Dimi. Συμπληρώστε με, διορθώστε με ή οτιδήποτε άλλο…Ξέρετε εσείς.

ΥΓ2: Tertul, thanks για το δώρο...

Σάββατο, Φεβρουαρίου 17, 2007

5 κι από μένα...

Μπράβο ρε Μπιζέλω! Και σ` είχα για φίλη;-) Να με ξεμπροστΧιάσεις θες.
Let` s see…

1) Ως παιδί ήμουν υπερκινητικό, απ` αυτά που δεν αντέχουνε την ησυχία, δεν μπορούν να συγκεντρωθούν αν δεν υπάρχει κάποιος θόρυβος και δεν μπορούν να παρακολουθήσουν κάποιον όταν μιλάει αργά. Μια ζωή με χάναν και με βρίσκαν στα πιο απίθανα μέρη…ή με βρίσκαν άλλοι και με επιστρέφαν στους δικούς μου.

2) Μέχρι τα 16 είχα άσθμα κι οι γιατροί μου λέγαν να μην αθλούμαι καθόλου αλλά εγώ τους απέδειξα πως είναι άσχετοι ξεπερνώντας το πρόβλημα κάνοντας το αντίθετο ακριβώς: τα φάρμακά τους τα έπινε ο νεροχύτης (για να μην καταλάβουν οι δικοί μου ότι δεν τα παίρνω) κι ασχολήθηκα με τον στίβο και μάλιστα με τους δρόμους μεσαίων και μεγάλων αποστάσεων, πράγμα που για το άσθμα αποδείχτηκε ό,τι καλύτερο. Θεραπεύτηκε εντελώς και δεν μου ξαναπαρουσιάστηκε ποτέ. (Μάλλον θα πρέπει να διαβάζουν περισσότερο οι επιστήμονές μας)

3) Απεχθάνομαι τις εκπλήξεις, ακόμα και τις ευχάριστες, γιατί με ταράζουν, με φέρνουν σε αμηχανία και με αποδιοργανώνουν. Προσαρμοστικότητα μηδέν! Το ίδιο συμβαίνει και με οτιδήποτε μου αλλάζει το πρόγραμμα, ακόμη κι αν δεν έχω προγραμματίσει τίποτα!

4) Δεν μπορώ να κρατήσω ισορροπίες στα συναισθήματα και τις εντυπώσεις μου. Το «μέτρο» για μένα, άγνωστη λέξη. Ό,τι νιώθω το νιώθω ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΑ, είτε θετικά είτε αρνητικά γι` αυτό και όσο εύκολα και υπερβολικά ενθουσιάζομαι, τόσο εύκολα και τραγικά απογοητεύομαι. Φτάνω στα όριά μου χωρίς να το καταλάβω και κάποια στιγμή τα ξεπέρασα, αλλά προτιμώ να μην το θυμάμαι.

5) Μ` αρέσει να γνωρίζω καινούργιους ανθρώπους, αλλά μετά δεν έχω χρόνο να τους συναναστρέφομαι κι αρχίζουν οι παρεξηγήσεις.

The End

Τώρα πρέπει να πασάρω κιόλας; Μμμ…Πάσα στον ΑΕΚτσή par1sakto (πάνω απ` το τραπέζι εγώ), στον meez, στον δείμο του πολίτη, στον Zaphod, και στον Ψηφιακά Οχυρωμένο.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 14, 2007

Οδοί

Μου έκανε εντύπωση! Πολύ καλή εντύπωση, δηλαδή.

Στους Αμπελόκηπους Θεσσαλονίκης, οι πινακίδες όπου αναγράφεται η οδός, έχουν ακόμη ως υποσημείωση μια σύντομη πληροφορία για το ποιος είν` αυτός που έδωσε το όνομά του στον συγκεκριμένο δρόμο. Ιστορικά πρόσωπα, γεγονότα, καλλιτέχνες, ευεργέτες…

πχ: ΑΓΑΘΩΝΟΣ: Τραγικός Ποιητής της αρχαιότητας.

Κι αμέσως παύει να είναι απλά ένα σημείο προσανατολισμού και αποκτά ένα ενδιαφέρον παραπάνω. Ο χάρτης της περιοχής μετατρέπεται ταυτόχρονα, κατά κάποιον τρόπο, σε μια «συνοπτική εγκυκλοπαίδεια».

Δεν ξέρω αν υπάρχει αλλού κάτι παρόμοιο. Εγώ προσωπικά, δεν το έχω ξανασυναντήσει. Ούτε στο κέντρο της πόλης, ούτε και ανατολικά αυτής. Για να μην πω ότι πολλές φορές δεν υπάρχει καν αναγραφόμενη οδός! Ειδικά όταν πρόκειται για δρόμο με καινούργια κτίρια το θεωρούνε, φαίνεται, «αντιαισθητικό» και βέβαια, περιττό να γράψουν πάνω την οδό!

Τι να πω;

Τέλος πάντων. Εγώ ενθουσιάστηκα! Πήγαινα από δρόμο σε δρόμο μόνο και μόνο για να διαβάσω την επόμενη πινακίδα. Μπράβο σ` όποιον το σκέφτηκε και το πραγματοποίησε! Είναι μια πρωτοβουλία πολύ ωραία και χρήσιμη. Είναι επιπλέον, μια απόδειξη ότι οι κινήσεις που κάνουν τη Ζωή μας πολιτισμένη, είναι πολλές φορές, τόσο μα τόσο απλές!

Μακάρι ν` αποτελέσει παράδειγμα και γι` άλλες περιοχές!

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 12, 2007

ΟΙ ΖΩΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ

Γύρισα σπίτι και η πρώτη μου αυθόρμητη κίνηση ήταν να βάλω την Appassionata” του Beethoven.
Λίγο επειδή βρίσκομαι ακόμη στο κλίμα της ταινίας, από το οποίο και δεν θέλω να βγω προς το παρόν, και λίγο επειδή θέλω πολύ αυτό το κομμάτι να συνοδεύει τη σκέψη μου και τη γραφή μου, καθώς θα ξεδιπλώνω τις εντυπώσεις μου επάνω στο χαρτί. (Μια και πάντα στο χαρτί γράφω πρώτα.)

Άργησα να τη δω, αλλά τελικά, πήγα. Ο λόγος για την ταινία «Οι Ζωές Των Άλλων». Δεν ξέρω ποια βδομάδα είναι αυτή που παίζεται, αλλά ακόμα η αίθουσα είναι γεμάτη! Καθημερινά και σε όλες τις προβολές. Εγώ πήγα στην προβολή των 18:00 πιστεύοντας πως θα ήταν πιο άνετα, αλλά ακόμη και τόσο νωρίς το «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΝ» είχε γεμίσει! Όχι άδικα. Η ταινία το αξίζει και με το παραπάνω. Ως τώρα άκουγα διάφορα σχόλια γύρω απ` αυτήν, θετικά τα περισσότερα και κάποια (λίγα) που διέφεραν.
Ως προπαγάνδα, εμένα δε μου φάνηκε σε καμία περίπτωση. Δεν θεωρώ καν ότι το κυρίως θέμα της είναι το σύστημα της τότε Ανατολικής Γερμανίας ή η ΣΤΑΖΙ. Αυτό είναι απλά το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσονται όλα τα υπόλοιπα. Όλο το βάρος της ταινίας πέφτει στον Άνθρωπο. Έτσι τουλάχιστον ένιωσα εγώ. Στον Άνθρωπο με τις ευαισθησίες του, τις αδυναμίες του, τις αρχές του…

Δεν ξέρω…
Είναι πολλά αυτά που σκέφτομαι, πολλά σημεία της ταινίας που θα ‘θελα να επισημάνω, αλλά νομίζω πως είναι από τις περιπτώσεις που τα λόγια μάλλον θα την αποδυναμώσουν, τελικά. Το μόνο που μπορεί να κάνει κανείς, είναι
να την δει.
Θα περιοριστώ λοιπόν απλά, στο να πω ότι είναι μια ταινία πλήρης, άριστη σε κάθε της παράμετρο: σενάριο, σκηνοθεσία, ερμηνείες (ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΕΣ!), μουσική, όλα δίνουν ένα αποτέλεσμα γνήσια συγκινητικό, καθόλου επιτηδευμένο ή «εκβιαστικό» και απόλυτα ανθρώπινο.
Τόσο ανθρώπινο που μόνο με το «Λάθος» του Σαμαράκη μπορώ να το συγκρίνω.
Μόνο εκεί είχα νιώσει ακριβώς αυτή τη συγκίνηση…

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 08, 2007

Διαστάσεις

Πέρασα από το νερό στο χώμα σ` ένα απόκρημνο και σιωπηλό νησί…
Δρόμοι στενοί, στο πλάι γκρεμοί…
Ολόκληρες διαδρομές, σπειροειδείς
κι εγώ ισορροπιστής με ρόδες σε μια πορεία τρόμου…

Όταν όμως το πάτησα,
όταν το ίδιο χώμα αυτό τ` άγγιξα με τα πόδια,
ο φόβος κάτω από τα πέλματά μου, σκόνη!
Αδρεναλίνη, ναι. Μα ήτανε πρόκληση. Ένα παιχνίδι μυστηρίου.

Ήξερα ότι το νησί ήτανε γεμάτο
Αφουγκραζόμουν τις ανάσες των ανθρώπων,
άνοιγα μάτια διάπλατα για να τους δω∙
και πουθενά!
Άφαντοι αυτοί μα εγώ ασφαλής, πλημμυρισμένη απ` το σφυγμό τους.
Ακόμη κι οι γκρεμοί,
για να γκρεμίζουν το κακό κι εμένα να με προστατεύουν…
…Ανέμελη γυρνούσα εδώ κι εκεί
κι ανέβαινα ως την κορυφή
να δω τα πάντα στην πραγματική τους διάσταση:

ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΑ…ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΑ…
Τόσο μικρά όσο στ` αλήθεια είναι!

Σπίτια, αυτοκίνητα, ο κόσμος όλος, ένα τίποτα!
Μόνο οξυγόνο!... Μόνο γιασεμί!...
…Κι αυτός ο αέρας…
Περίεργος. Καυτός και δυνατός.
Ξάφνου σηκώνεται, τα παίρνει όλα παραμάζωμα.
Γκρέμισε τις καρέκλες στην πλατεία,
έχει τρελάνει τις μπουγάδες στα σκοινιά,
χορεύει τη σημαία στο δημαρχείο,
σηκώνει τις φουστίτσες, μπερδεύει τα μαλλιά.
Μπλέκει τα βήματα κι όλοι παραπατούν σα μεθυσμένοι.
Από το Κάστρο, εδώ ψηλά, αν λίγο αφαιρεθώ,
μπορεί κι εμένα να γκρεμίσει…

Μα κοίτα που με κάνει και γελάω!
Χωρίς να θέλω εγώ.
Απλά, γελώ.
Στριφογυρίζω γύρω από τον εαυτό μου
σ` ένα τρελό, χαζοχαρούμενο μεθύσι.
Απλώνω χέρια, τον αφήνω να μου ρίχνεται…
Και συνεχίζω να γελώ…
- πώς να τον αγκαλιάσεις τον αέρα; -

Ζωηρό παιδί, χαρούμενο, που ‘χει ανάψει απ` το παιχνίδι
και μες στην υπερέντασή του, μες στην έξαψη,
κάνει τα πάντα για να το προσέξουν.

Όλους τους τρέλανε! Όλους!
Τους έχει κάνει να μιλούν μόνο γι` αυτόν.

Τον καλοδέχονται.
Κι ας δίχασε ακόμη και τους ντόπιους.
Κάποιοι λένε «μελτέμι». Άλλοι «βοριάς»…
Οι συζητήσεις δίνουνε και παίρνουν…

Λόγια του αέρα…
Μα τι ευτυχία αν πάντα οι άνθρωποι
«αερολογούσαν» έτσι!

Σάββατο, Φεβρουαρίου 03, 2007

Leigh-Cheri



"...Οι άσχημες μέρες μου τη δίνουν!

Είναι χρονοβόρες κι εγώ είμαι πολυάσχολη..."


( Η Λη Τσέρι στον Τρυποκάρυδο
του Τομ Ρόμπινς )

Τετάρτη, Ιανουαρίου 24, 2007

00:00:00:00:00...:00:00:00...

«Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι 00:00:00:00:00:00….:00:00:00:….»

…Έτσι δεν τελείωναν το cd τους «Κάθε δεύτερο λεπτό» οι ΜΑΣΚΕΣ κι αυτό το :00:00:00… συνεχιζότανε για ώρα…

«Το Κράτος: -Επενδύει στην εκπαίδευση μεγάλα κεφάλαια, γιατί πιστεύει στη μεγάλη σημασία που έχει η παιδεία για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας, καθώς οι δαπάνες για την προαγωγή της εκπαίδευσης θεωρούνται ΕΘΝΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑΣ.»

Χα Χα Χα ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ….

«…Το παράδειγμα και η συμπεριφορά των κρατικών οργάνων βοηθά πάρα πολύ στη διαμόρφωση του χαρακτήρα των πολιτών. Τα πολιτικά πρόσωπα δε διαχειρίζονται απλά τις υποθέσεις του κράτους, αλλά αποκτούν ένα σημαντικότερο ρόλο, γιατί είναι παιδαγωγοί του λαού και διδάσκουν όχι με τις διακηρύξεις τους, αλλά με τις πράξεις και τη συμπεριφορά τους… Όταν τα πολιτικά πρόσωπα παραβιάζουν τους στοιχειώδεις κανόνες της επιβαλλόμενης συμπεριφοράς, η βλάβη είναι μεγάλη, γιατί πλήττεται το σύνολο των πολιτών…»

Όχι! Δεν είναι ανέκδοτο. Αλλά γελάστε όσο θέλετε!
Αυτά διαβάζουμε για να δώσουμε το Σαββατοκύριακο ΑΣΕΠ. Για να μας διορίσουν…
Να χάσουμε το ΣΚ μας δηλαδή, να πούμε και τέτοια ψέματα!
Για 72 άτομα που λεν πως θα πάρουν από τους 11000 που είμαστε εμείς οι γυμναστές!
Ένας στους 107!!!
«Σχεδόν άπιαστο γίνεται το όνειρο για τους γυμναστές αφού στους 107 υποψηφίους προσλαμβάνεται μόνο 1…»
(ρεπορτάζ: Παναγιώτης Οικονόμου)

Και τότε εγώ αποφάσισα να μη διαβάσω, τελικά…
Και το κεφάλι μου γέμισε με 00:00:00:00:00
Για ποιο λόγο να διαβάσω; Κι ενώ έχω ήδη περάσει δυο φορές.
«Επιτυχούσα», λέει, όχι άξια για να διοριστώ όμως, λέει… ΕΛΛΑΣ!

Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι 00:00:00…..:00:00…

Κι ύστερα κάψαν τη σημαία κι είναι αίσχος αυτό, λέει.
Αίσχος, όταν αυτό που αντιπροσωπεύει είναι αυτοί που ως Θεοί μοιράζουν και τις δουλειές και τα πάντα κατά πώς θέλουν, μια κι είναι δικά τους, βλέπεις. ?;?;?....
ΨΕΥΤΕΣ! Μέχρι το κόκαλο! ΣΚΑΤΟΠΑΤΡΙΩΤΕΣ!

Η «Κοντούλα Λεμονιά» είναι, λέει στην ύλη μας.
Παραδοσιοπληξία! Ασθένεια κι αυτή, άλλοθι για την αχρηστίλα που τους δέρνει.
Γιατί όταν μιλάμε για πολιτισμό σ` αυτή τη χώρα, ΜΟΝΟ τους παραδοσιακούς χορούς εννοούμε, αν δεν το `χετε προσέξει.

Ε, λοιπόν εγώ «Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον που φτιάχνετε όπως θέλετε.
Αφού η ιστορία σας ανήκει, σαρώστε τo λοιπόν, αν επιμένετε.»
Φτιάξτε το μέλλον με την παραδοσιοπληξία σας!
Και το Σάββατο θα περάσω μόνο για βόλτα από το εξεταστικό, να τσεκάρω τις ίδιες απογοητευμένες φάτσες για Τρίτη φορά… Και να νιώσω πάλι αυτόν τον κόμπο στο στομάχι…
Δεν πειράζει…

Και το βράδυ θα πάω στον Παυλίδη –ανάμεσα στα 2 εξεταστικά σέσιον του ΣΚ- να εκπολιτιστώ όπως ξέρω εγώ…(μη χάσουμε τη μπάλα τελείως, δηλαδή)
Και το σύνθημά μου για τον ΑΣΕΠ αυτή τη φορά:
ΟΧΙ ΠΙΑ ΚΟΝΤΟΥΛΑ ΛΕΜΟΝΙΑ!

«Στους δρόμους προχωράω και κοιτάζω
Τ` αμάξια που περνάν βιαστικά
Έτσι όπως στέκομαι μπορεί και να μοιάζω
Με πινακίδα που δε δείχνει πουθενά»

Άσχετο; Μπορεί. Αλλά εμένα, οι στίχοι του Παυλίδη μ` αγγίζουν περισσότερο από τις λεμονιές και τα μήλα τους τα κόκκινα, που όταν τ` ακούω, μου `ρχεται η εικόνα τους μ` ένα τέτοιο μήλο στόμα, όπως κάνουν στα γουρούνια και τα περνούν μετά στη σούβλα.
…Ή να τους το βάλω αυτό το «μήλο τους κόκκινο» στο κεφάλι για στόχο!
Μπορούν να είναι ήσυχοι(?). Στη σχολή, στις ελεύθερες βολές –που μου δώσαν το πτυχίο- είχα 10 στα 10! Δεν θα αστοχήσω. Το μήλο θα χτυπήσω. Όχι αυτούς. Μόνο τον τρόμο τους να δω και θα πω, εντάξει, δεν πήγε εντελώς χαμένο το κ…χαρτο!

Άντε Παυλάκο! Το Σάββατο στο Ξυλουργείο, να εκτονωθούμε. Στις 22:00 είπαμε;

Έτσι κι αλλιώς, αυτή τη φορά, δεν καταδέχομαι να είμαι στους ξεφτιλισμένους…«επιτυχόντες»
(Παναγία μου! Χάσαν κι οι λέξεις πια το νόημά τους!) και να νιώσω γι` ακόμη μια φορά την αυτοεκτίμησή μου κουρελιασμένη.
Τουλάχιστον τώρα, ΘΑ ΑΠΟΤΥΧΩ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ!

ΥΓ: Κατάλαβες par1saktouli; Μη γυρνάς!

Σάββατο, Ιανουαρίου 20, 2007

ΞΙΠΟΛΗΤΗ...

Βγάζω τα παπούτσια που με πηγαίνουνε στον κόσμο.
Σ` έναν κόσμο που δεν αναγνωρίζω
Που δεν θέλω να πιστεύω
Που μόνο μοχθηρά κοιτά και με τρομάζει
Που τα παπούτσια αποκαλεί «πολιτισμό»
και τα γυμνά τα πόδια μου «αλητεία».
Τα βγάζω τα παπούτσια!
Να με αποξενώσουν προσπαθούν από τη Φύση.
Τα πετώ, να μπω στον κόσμο που χωράω
Εκεί, που αυτά είναι περιττά.
Είν` ένα χώμα καθαρό
Μόνο ξιπόλητη μπορώ να το πατήσω.
Ξιπόλητη γυρίζω τα δωμάτια, χορεύω.
Πατώ πάνω στις νότες ν` απογειωθώ.
Ξιπόλητη μ` αντέχουνε!
Μπορούν κι ανάλαφρα το σώμα μου σηκώνουν.
Έτσι μονάχα δεν τις γδέρνω
και δεν παραφωνώ.

Με τα πόδια γυμνά,
είμαι πάλι παιδί.
Με την αφή τους αναγνωρίζω τα εδάφη.
Πατώ στην άμμο και στην άσφαλτο.
Μαθαίνω απ` την αρχή τον κόσμο.
Έτσι, ξιπόλητη,
βαδίζω την Αλήθεια.
Ό,τι η Γη δονεί και θέλει να μιλήσει.
Τα πέλματά μου, εκτεθειμένα πάνω Της, γυμνά,
απορροφούν τους κραδασμούς και τον αναβρασμό Της.
Τρέφονται από το χώμα Της κι απ` το νερό
Και γίνεται το σώμα μου προέκταση της Φύσης…

Γυμνόποδη… Ξιπόλητη…
Γίνομαι Αληθινή!...
…Ξαναγεννιέμαι!

Πέμπτη, Ιανουαρίου 18, 2007

ΛΕΣΧΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ

(Απανταχού βιβλιοφάγοι, ενωθείτε!)

Την Τρίτη που μας πέρασε, 16/1/2007, στην ολοκαίνουργια και, κατά γενική ομολογία, υπέροχη αίθουσα του Μορφωτικού Ιδρύματος της Ένωσης Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας-Θράκης, το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) παρουσίασε μια καινούργια δράση για τη διάδοση της ανάγνωσης και την αγάπη για το βιβλίο.
Πρόκειται για τις Λέσχες Ανάγνωσης, μικρές ομάδες ανθρώπων που συναντιούνται συστηματικά, επιλέγουν τα βιβλία που επιθυμούν να διαβάσουν και συζητούν γι` αυτά.
Για μας τους βιβλιοφάγους, αυτό σημαίνει απλά, ότι «τρώμε» ένα βιβλίο και στη συνέχεια βλέπουμε τι «χώνεψε» ο καθένας.
Τέτοιες Λέσχες λειτουργούν ήδη σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας και η καμπάνια αυτή του ΕΚΕΒΙ φιλοδοξεί να πολλαπλασιάσει τη σύστασή τους, τόσο στην πόλη μας όσο και σ` ολόκληρη τη χώρα. Σκοπός της δηλαδή είναι, όπως μας είπε και η διευθύντρια του ΕΚΕΒΙ κ. Κατρίν Βελισσάρη , να δημιουργηθεί ένα νέο φυτώριο αναγνωστών. Και χωρίς κανενός είδους πίεση , ν` αναπτυχθούν στιγμές συντροφικότητας σε εποχές που ίσως αυτή χάνεται. Είναι απαραίτητο επίσης να διευκρινιστεί ότι λέσχες τέτοιου είδους μπορούν να δημιουργηθούν σε οποιονδήποτε χώρο και ότι δεν υπάρχει κανένας περιορισμός όσον αφορά στα βιβλία που κάθε ομάδα θα επιλέξει να διαβάσει. Αντίθετα, «παίζουν» όλα τα είδη βιβλίου (Λογοτεχνικά, Πολιτικά, Ιστορικά, Ψυχολογίας, Μαθηματικών κλπ.). Αυτό που ενδιαφέρει, είπε, είναι να πλησιάσουμε το πάθος του καθενός.
Για την ενίσχυσή της έχουν συστρατευτεί και πολλοί συγγραφείς. Στο πάνελ που διοργανώθηκε εδώ, συμμετείχαν οι Πέτρος Τατσόπουλος, Σοφία Νικολαίδου και Γιώργος Σκαμπαρδώνης, καθένας από τους οποίους επιχειρηματολόγησε υπέρ του εγχειρήματος αυτού, προσεγγίζοντάς το από διαφορετική πλευρά, και πείσαν όλοι.

Πέρα από το ενδιαφέρον της υπόθεσης, βρήκα τον τρόπο που παρουσιάστηκε ιδιαίτερα γοητευτικό και διασκεδαστικό. Δεν υπήρξαν ακατάσχετες ομιλίες, ανιαρές, απ` αυτές που ξεκινάς να συγκεντρωθείς και στη συνέχεια το μυαλό σου βρίσκεται να ταξιδεύει στη ράχη των γλάρων που πετούν έξω ακριβώς απ` το παράθυρο, πράγμα που η αίθουσα ευνοούσε όντας η ίδια πάνω στα κύματα. Θα μπορούσε να είναι παιχνίδι. Ένας διαγωνισμός ανάμεσα στους τρεις. Το θέμα κοινό και ο καθένας το υπερασπίστηκε εντελώς ανεξάρτητα, δίνοντας ξεκάθαρα το δικό του στίγμα, το προσωπικό του ύφος, την ταυτότητά του. Καταπληκτικό το πώς μπόρεσαν να το κάνουν αυτό και χωρίς το θέμα να είναι η αυτοπαρουσίασή τους.

Πρώτος μίλησε ο Πέτρος Τατσόπουλος, ο οποίος είδε το θέμα κάπως πιο «ερευνητικά». Είπε ότι οι Έλληνες κατέχουμε την 2η θέση στην τηλεθέαση, με μέσο όρο 3,5 ώρες ημερησίως (Για μερικούς, οι ώρες αυτές φτάνουν και τις 8!) «Φανταστείτε, είπε, τι μυαλό σέικερ θα `χει ύστερα, ένας τέτοιος τηλεθεατής.» Τι πιθανότητες υπάρχουν να διαβάσει από κει και πέρα. Το θλιβερότερο απ` όλα, είναι ότι η «γενιά-σπονδυλική στήλη», όπως χαρακτήρισε τις τελευταίες τάξεις του λυκείου και τους φοιτητές, δεν διαβάζει πια ΤΙΠΟΤΑ! Θέλουμε λοιπόν, να «ξηλώσουμε τη ραφή αυτή» και είναι αισιόδοξος, ότι έστω και μια μικρή κλωστίτσα να ξηλωθεί, σύντομα αυτό θα πάρει διαστάσεις. Ήδη η ιδέα της σύστασης Λεσχών άρχισε να εξαπλώνεται σαν ιός. Επανέλαβε κι αυτός ότι δεν ψάχνουμε για αναγνώστες κάποιου είδους, δεν θα υπάρχει χειραγώγηση, αλλά κάθε ομάδα θα διαβάζει ό,τι της αρέσει και απλά θα το μοιράζεται. Τέλος, αναφέρθηκε και στα blogs, για τα οποία ήταν ενημερωμένος, και μίλησε για το ρόλο τους ακόμη και στον τομέα αυτόν. Ανάμεσα σε άλλα, είπε και πως τη γραφή που εξόρισε η τηλεόραση, οι μπλογκερ την επαναφέρανε.

Τη σκυτάλη πήρε η Σοφία Νικολαΐδου, την οποία θα χαρακτήριζα περισσότερο «λυρική».
Ξεκίνησε την ομιλία της με μια «παραδοξολογία», όπως η ίδια είπε, παρομοιάζοντας την ανάγνωση με το sex. Είπε πως η ανάγνωση είναι κάτι που συνήθως δεν γίνεται δημόσια, αλλά απομονωμένα. Στη σύγχρονη κοινωνία, τουλάχιστον. Γιατί παλιότερα, οι αναγνώσεις βιβλίων είχαν και δημόσιο χαρακτήρα. Τα βιβλία διαβάζονταν σε παρέες, ήταν συντροφικές απολαύσεις.
Τόνισε πως υπάρχουν πολλοί λόγοι για τη σύσταση Λεσχών Ανάγνωσης και πως κάθε άνθρωπος μπορεί να έχει τον δικό του. Άλλος από περιέργεια, άλλος για να κοινωνικοποιείται, να βρει παρέα, άλλος γιατί το βιβλίο εξακολουθεί να είναι μια φτηνή διασκέδαση, γιατί πρόκειται για έναν αξιοπρεπή τρόπο να περάσει την ώρα του με άλλους, κλπ. Το σίγουρο είναι ότι πρέπει να καταλάβουμε όλοι ότι το βιβλίο δεν είναι μοναξιά και μελαγχολία ούτε ακαδημαϊκό λούστρο και ότι είναι πολύ σοβαρό πράγμα για να το αφήσουμε μόνο σε συγγραφείς και ειδικούς.

Τελευταίος μίλησε ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, ο οποίος έδωσε μια πιο χαλαρή και «αστεία» νότα στην εκδήλωση. Είπε πως η ανάγνωση είναι όντως κάτι μοναχικό, «δεν θ` ακούσουμε πχ. ποτέ να διαβάζουνε Παπαδιαμάντη στο Βερόπουλο». Πρόκειται λοιπόν, για μια μοναχική, αυτοκρατορική, βασιλική δραστηριότητα, ακριβώς γιατί μπορεί ο καθένας να την κάνει μόνος. Είναι η πιο βαθιά καλλιτεχνική δραστηριότητα. Και ο ίδιος, όσο διαρκεί η ανάγνωση δεν θέλει να τον διακόψει τίποτα. Μετά το τέλος όμως, θέλει πάντα να το συζητήσει. Κι εδώ ακριβώς, εισέρχεται το στοιχείο της γοητείας. Γιατί ο καθένας διαβάζει ανάλογα με το μυαλό, την όρασή του, την εμπειρία και τα κριτήριά του σε μία συγκεκριμένη στιγμή και υπό συγκεκριμένη ψυχική διάθεση. Πρόκειται για μία ατελεύτητη, δυναμική σχέση ανάμεσα στο βιβλίο και τον αναγνώστη. Και μάλιστα, στη διάρκεια του χρόνου, καθώς οι παράμετροι αυτές αλλάζουν, και το ίδιο το βιβλίο επιδέχεται επαναπροσέγγισης. Επιπλέον, μια Τρίτη ματιά, μπορεί να προσεγγίσει πράγματα, πλευρές του βιβλίου που εσύ διαβάζοντάς το, δεν έχεις σκεφτεί. Γι` αυτό λοιπόν, χρειαζόμαστε τις Λέσχες. «Για τη γοητεία του να πολιορκήσουμε από κοινού ένα βιβλίο, χωρίς ποτέ να το αλώσουμε.»

Καλά λέω. σαν διαγωνισμός έμοιαζε. Ποιος θα τα πει καλύτερα. Και κέρδισαν όλοι! Μα πιο πολύ εμείς, όσοι παρευρεθήκαμε δηλαδή, εκεί.

Όποιος ενδιαφέρεται να οργανώσει, να ενταχθεί ή να πληροφορηθεί σχετικά με τις Λέσχες Ανάγνωσης, μπορεί να τσεκάρει την ιστοσελίδα του ΕΚΕΒΙ: www.ekebi.gr

(τηλ. 210-9200300, e-mail: nmarantou@ekebi.gr)


Φένια

ΥΓ: Συγγνώμη αν έγραψα πολλά, αλλά τα θεώρησα όλα σημαντικά. Και γοητευτικά.
ΥΓ: Δεν ξέρω για σας, εγώ πάντως ψήθηκα!

Δευτέρα, Ιανουαρίου 15, 2007

Αξόδευτες Σκέψεις

Υπέροχη μέρα! Υπέροχη!
Δεν θα τη χαράμιζα για τίποτα. Σβηστό το κινητό, μακριά από οθόνες, όλα κλειστά, οι νυχτερινοί ακόμα κοιμούνται. Έτρεξα μες στην πόλη, δίπλα στη θάλασσα, γύρισα ως το σπίτι περπατώντας μ` έναν καφέ στο χέρι κι άπειρες σκέψεις στο μυαλό. Ό,τι πρόλαβα, το σημείωσα στο ροζ χαρτάκι που κουβαλώ για ώρα ανάγκης. Λυπάμαι για όλες τις άλλες σκέψεις που θα φύγουν όπως ήρθαν ή που ήδη έχουν φύγει. Χάρηκα που μ` επισκέφθηκαν. Αφού δεν μπόρεσα όμως να τις κρατήσω…Τι να κάνω; Μνημόσυνο; Μα δε νομίζω πως πεθάνανε. Είναι άλλωστε γνωστό πως η ενέργεια δεν χάνεται. Μόνο μορφές αλλάζει.
Φύγαν, λοιπόν. Ίσως να παν σε κάποιον άλλον. Ίσως αυτό να κάνουν μόνιμα οι σκέψεις που δεν συγκρατιούνται. Να πετούν, να μπαινοβγαίνουν από εγκέφαλο σ` εγκέφαλο, μέχρι που κάποιος να βρεθεί να τις αιχμαλωτίσει σ` ένα χαρτί, σε μια δισκέτα, στο ημερολόγιο, στον υπολογιστή του…ξέρω γω; Ίσως ακόμη και στη μνήμη του, αν έχει τόσο γερή μνήμη (εγώ συνήθως, στον τομέα αυτόν αδυνατώ). Κι ίσως ακόμα, στη συνέχεια, αυτές τις σκέψεις, τις «χαμένες» από μένα, τις ταξιδεμένες –αλλά αξόδευτες-, τις ψιθυρίσει κάπου αλλού, ή και σ` εμένα κι έτσι να μου τις επιστρέψει…Και να γεννηθεί αυτή η «μαγεία» της παράξενης επικοινωνίας, της μυστηριακής, της ταύτισης με κάτι οικείο πολύ και γνώριμο από παλιά, σαν από άλλη ζωή, που μας ταράζει κάποτε ευχάριστα και μας εκπλήσσει. Και τότε, όλο το «μυστήριο», την ταραχή, την έξαψη που νιώσαμε, τα συγκεντρώνουμε στο πρόσωπο αυτό που αναπάντεχα μας πέταξε τον ψίθυρο μίας παλιάς μας σκέψης. Και γίνεται ενθουσιασμός και Έρωτας κι αναρωτιόμαστε αν είναι αυτό το πεπρωμένο μας, η μοίρα, τ` άλλο μας μισό…

Καλά ε; Από πού το ξεκίνησα και πού με πήγε! Πραγματικά πάντως, λυπάμαι για τις σκέψεις μου που χάνονται. Μ` αρέσει να τις καταγράφω. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μ` αρέσει.

Λοιπόν, αυτή η υπέροχη μέρα και η τόσο ευδιάθετη «εγώ», είναι και λίγο επικίνδυνη.
Καθώς επέστρεφα, ό,τι κοιτούσα στις βιτρίνες, μου άρεζε –πράγμα που δεν το συνηθίζω, ειλικρινά.
Ευτυχώς –Κυριακή γαρ- τα μαγαζιά ήταν κλειστα;-)

Σιγά σιγά, πρέπει ν` ανοίξω και το κινητό μου. Κι όλη αυτή η ηρεμία, η καλή διάθεση και η ελευθερία, θ` αρχίσουν να μετρούν σε λίγο αντίστροφα…

Καλή βδομάδα!

Παρασκευή, Ιανουαρίου 12, 2007

ΕΙΝΑΙ Η ΣΙΩΠΗ ΧΡΥΣΟΣ...;

Έρχεσαι εδώ με σιγουριά αλαζονική.
Λες: «η σιωπή είναι χρυσός».
Κι εγώ δεν απαντώ. Χαμογελάω. Και ξέρω.
Είναι γιατί ποτέ δεν φυλακίστηκες μες στο βασίλειό της.
Ποτέ δεν ένιωσες να μην μπορείς ν` αρθρώσεις λέξη.
Να θέλεις
και να μην μπορείς.
Να έχεις γύρω σου παρέες να μιλούν
κι εσύ να τους κοιτάς σα να ΄ταν ψάρια μες στη γυάλα.
Κανένας ήχος τους σ` εσένα να μην φτάνει.
Να θες κι εσύ κάτι να πεις, να τους μιλήσεις
κι όμως το στόμα σου να μην μπορεί ν` ανοίξει.
Τα δυο σου χείλη να κρατούν πεισματικά την ένωσή τους.
Και μόνο να χαμογελάς ευγενικά σ` όλους αυτούς
που υποθέτεις πως σ` εσένα απευθύνονται μιλώντας.
Έτσι να υποφέρεις την ημέρα να περάσει…
Να βασανίζεσαι που ούτε τον ήχο της φωνής σου
δεν κατάφερες ν` ακούσεις…

…Τι μοναξιά!... Μπορείς να τη συλλάβεις;
Απέραντη!
Ούτε η έρημος δεν κρύβει τόση μοναξιά!
Ούτε ο πάγος!
Μόνο η Σιωπή!
Αυτή, που λες «χρυσή»,
Κι όμως δεν έχει ύλη.
Δεν έχει σώμα…μια μορφή…
μία εικόνα να σου δώσει να κοιτάζεις…
Δεν μπορείς να την δεις
Δεν αγγίζεται
Μόνο σ` αφήνει!
Τελείως μόνο!

Κι όταν ο ύπνος πλησιάζει…
…Στο βασίλειο της Σιωπής…
Τόση σιωπή!
Τόση σιωπή!
Να κοιμηθώ!
Να μην ακούω!
Κανένας δεν φωνάζει δυνατότερα απ` αυτήν!
Τόσο, που να σφαδάζουνε τ` αφτιά από τον πόνο.
Σε κατατρώει μέσα σου.
Σε σκάβει.
Μα όποιος δεν φυλακίστηκε σ` αυτήν, δεν θα το μάθει.
-Γι` αυτό δεν απαντώ.-
Κανείς!
Την ένταση!
Την έκταση!
Το βάθος!...

Κυριακή, Ιανουαρίου 07, 2007

ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΝΙΑΣ

Προσπαθώντας να ξεπεράσω την ανία του λεωφορείου,
να επιταχύνω τη διαδρομή - ψυχολογικά, έστω –
παρατηρώ γύρω τα πράγματα, τον κόσμο.
Μέσα και έξω απ` αυτό.

Μπαίνω στα διαμερίσματα όταν παντζούρια είναι ανοιχτά και φώτα,
Κοιτάζω δυο σκιές να συζητούν, χαζεύω τηλεόραση μαζί τους,
στέκομαι λίγο μπρος στα ράφια τους, στα τραπεζάκια…
Φωτογραφίες γάμων… Νύφη, γαμπρός…πριν από χρόνια…
Σκέφτομαι πόσο είναι θλιβερές.
Δεν ξέρω. Νομίζω πως δεν θα `θελα ποτέ μου να «στολίσω» κάτι τέτοιο.
Κι αρχίζω τα σενάρια.
Ας πούμε, ότι παντρευόμουν (λέμε τώρα)
Κι ας πούμε –ακόμη πιο τρελό- πως έκανα γάμο θρησκευτικό.
Ίσως μόνο τα πρώτα δυο-τρία χρόνια να ήθελα να έχω το γάμο μου κορνίζα.
Μετά, μόνο με θλίψη θα με γέμιζε.
Χαζά χαμόγελα, στημένα, τάχα μου ευτυχίας, παγωμένα,
χαμόγελα φορμόλης, κάτι σε «θάνατο» μου φέρνουν. Και μιζέρια.
Αναρωτιέμαι πόσο χρόνο τα ίδια πρόσωπα, αυτά της φωτογραφίας,
αφιερώνουν στο χαμόγελο στη διάρκεια μιας μέρας.

Τώρα μπορεί και να μου πείτε∙ «Στις περισσότερες φωτογραφίες χαμογελάει ο κόσμος.
Γιατί να βρίσκεις θλιβερές μόνο αυτές των γάμων;»
…Ίσως γιατί τ` άλλα χαμόγελα αποτυπώνουν τις στιγμές.
Κι αυτό τα κάνει πιο αληθινά. Και μέσα μου, πιο αιώνια.
Ενώ εκείνα τα χαμόγελα, των γάμων, την αιωνιότητα ετούτη, την υπόσχονται.
Μια ισόβια ευτυχία…
(ήδη νεκρή από το κλικ της μηχανής)
Και είναι ψεύτες.

UPDATED:
Να μια "αληθινή" φωτογραφία γάμου!

Τετάρτη, Ιανουαρίου 03, 2007

ΦΑΤΕ ΜΟΝΟΙ - ΗΛΙΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ

«Στις αρχές της δεκαετίας του `60 ένας μαθητής γυμνασίου της μακρινής επαρχίας αρνείται να προσαρμοστεί στο σύστημα αξιών που κυριαρχεί. Αντιπαθεί την οικογένειά του, το σχολείο, τους χωροφύλακες, τους πλούσιους, τους βολεμένους. Υποψιάζεται πως όλα γύρω του είναι ένα βρώμικα στημένο παιχνίδι κι ονειρεύεται πως μπορεί να ξεφύγει απ` όλα αν γίνει παραγωγός ραδιοφώνου, κάποιος που όλοι θα θαυμάζουν…»

…Στέκομαι αρκετή ώρα φυλλομετρώντας ξανά και ξανά το βιβλίο, προσπαθώντας ν` αποφασίσω ποιο κομμάτι του θέλω να παραθέσω ως απόσπασμα, μια που το ίδιο το βιβλίο είναι αντισυμβατικό ακόμα και ως μορφή κι έχει στο οπισθόφυλλο το ίδιο το τέλος του, πράγμα που συνήθως οι αναγνώστες προτιμούμε να μην γνωρίζουμε.

Ήρωάς του, ένας έφηβος που η ευαισθησία και η ευφυΐα του τον κάνουν από πολύ νωρίς να διαισθάνεται και να διακρίνει το δίκαιο από την αδικία, την υποκρισία από την αλήθεια, την ουσία από την βλακεία.
Απόλυτα αντιεξουσιαστικό και αντισυμβατικό, αντίθετο σε καθετί επιβαλλόμενο από την κοινωνία, μία διαρκής αμφισβήτηση και άρνηση κάθε θεσμού που φτάσαμε όλοι να θεωρούμε αυτονόητο, που λιμνάζουμε μέσα του και δεν βλέπουμε καν ότι μας αρρωσταίνει.
Ένας νεαρός που με αποφασιστικότητα, σιγουριά, αυστηρότητα και θυμό, αποκαλύπτει, ξεσκεπάζει την υποκρισία μέσα στην οποία ζούμε. Αν και μόλις έφηβος, τολμάει και σατιρίζει, ειρωνεύεται, χλευάζει, ακόμη και χτυπάει (κυριολεκτικά και μεταφορικά) οποιονδήποτε που, επειδή θεωρεί πως έχει μια μορφή εξουσίας (δάσκαλο, δήμαρχο, γονιό, χωροφύλακα, παπά, πλούσιο, κοινωνικά καταξιωμένο κλπ) βαυκαλίζεται πως είναι σπουδαίος και προσπαθεί να επιδείξει και να επιβάλει την δήθεν εξουσία του και στους άλλους, τους πιο αδύναμους πάντα, εννοείται.
Ο ίδιος δεν διστάζει να κλωτσήσει ακόμα και τα μεγαλύτερα όνειρά του, προκειμένου να μη δεχτεί συμβιβασμούς που αντιτίθενται στην αξιοπρέπεια, το ήθος και τις αρχές του.
Με μία οργισμένη τρυφερότητα κάνει λόγο για την ελευθερία του ανθρώπου, την οποία, στην πραγματικότητα, μόνο η ίδια η Φύση μπορεί να την υπαγορεύσει, ενώ αντίθετα, όλοι αυτοί οι κοινωνικοπολιτικοί θεσμοί μας, την υπονομεύουν και την στερούν.

Από σελίδα σε σελίδα, το βιβλίο εξελίσσεται, ραγδαία μπορώ να πω, με μια αναμφισβήτητα ανοδική πορεία, κι εδώ δεν αναφέρομαι τόσο σε κάποια κορύφωση συγκινησιακή ή αγωνίας, όπως εννοούμε συνήθως, αλλά σε μια εξέλιξη περιεχομένου, λόγου, νοήματος, ουσίας. Όλο και πιο ξεκάθαρα λέει αυτά που θέλει να πει. Όλο και πιο άμεσα, πιο απροκάλυπτα, σα να σε κοιτάει ίσια στα μάτια, πετώντας σου κατάμουτρα αλήθειες. Σα μια οργή που όλο και φουντώνει. Και που ποτέ δεν θα κοπάσει, αν τα πράγματα δεν γίνουν πιο ανθρώπινα. Πιο Αληθινά.

…Δεν αποφάσισα για το απόσπασμα που θέλω. Θέλω πολλά. Αν δεν βάλω όμως κάτι, έστω ελάχιστο, θα σκάσω! Αρπάχτε το!

«…Εμφανίστηκα μ` ένα μεγάλο χαμόγελο και το ”γλυκό” μόλις με είδε φωτίστηκε, “ελπίζω σήμερα να `ρθεις σπίτι, έτσι;”, είπε. Εγώ απάντησα ναι και ρώτησα τι ώρα να πάω.
“Το μεσημεράκι και να καθίσεις, να μείνεις μέχρι το βράδυ”, είπε το “γλυκό” και μου έδωσε τη διεύθυνση του σπιτιού, που ήταν γραμμένη πάνω σε μια κομψή κάρτα που `χε τ` όνομα ενός παλιομαλάκα – και τον είπα παλιομαλάκα γιατί στην κάρτα έγραφε “εισοδηματίας”, δηλαδή κοπρόσκυλο, όπως έλεγε ο παππούς μου αυτούς που τους λέγαν εισοδηματίες…»

Κι ένα ακόμα:

«…Κι εκείνο που μ` έκανε να θυμώνω πιο πολύ με την κατάστασταση ήταν πως δεν ήθελα να μεγαλώσω ανάμεσα σ` όλους αυτούς τριγύρω, που πήγαιναν και γυρνούσαν από τις δουλειές τους, όλους αυτούς τους υπάκουους της κάθε μέρας…»

...Ήταν το πρώτο βιβλίο (δώρο) που διάβασα το 2007. Ωραίο ξεκίνημα! Ωραίο, δυναμικό και ουσιαστικό. Και η ευχή μου για τη νέα χρονιά;
Αυτή η εφηβεία που ο κ. Κουτσούκος διατηρεί ακμαία και οργισμένη (γιατί έτσι πρέπει να είναι μία εφηβεία) ανεξάρτητα από τα νούμερα που αλλάζουν στα ημερολόγιά μας, να εξαπλωθεί σαν ιός, σαν γρίπη, να γίνει επιδημία και να μας καταβάλει όλους!

Το «ΦΑΤΕ ΜΟΝΟΙ» του Ηλία Κουτσούκου
κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «ΚΕΔΡΟΣ»

3/01/2007
Φένια