Αυτό ήταν το κρεβάτι μου, αυτό ήταν ο δρόμος που περπατούσα, που έτρεχα, που μύριζα, που αντίκριζαν τα μάτια μου, σ’ όποια κατεύθυνση κι αν τα γυρνούσα.
Παντού σκορπισμένα φύλλα, όπου πατούσες,
χωρίς όμως ν’ αδειάζουνε και τα κλαδιά.
Λες και τα έβρεχε ο ουρανός κι όχι τα δέντρα.
Δεν το ‘κανα,
όμως,
αν σήκωνα τότε τα μάτια μου στον ουρανό,
ίσως ν’ αντίκριζα χαρούμενα συννεφάκια από φύλλα,
όλων των αποχρώσεων – καφέ, χάλκινα, κίτρινα, πράσινα, χρυσά, ασημένια, πορτοκαλί, μαύρα και μωβ και μπεζ… - να παίζουν και να πιτσιλάνε το ένα τ’ άλλο και να γελάνε αυτό το χρατς χρατς γέλιο τους, δροσίζοντας κι εμάς μ’ αυτό –με ό,τι πέφτει απ’ αυτό και σκορπίζεται και γίνεται δρόμος για να πατούν τα πόδια μας στα μαλακά και να βγάζουν και τα βήματά μας χρατς χρατς γέλιο, και άλλα, που τους ξεφεύγουνε και πέφτουν στα μαλλιά μας και στους ώμους και στα χέρια μας για να μας ψιθυρίσουν, για να μας γαργαλήσουν και να βγάλουν κι από ‘μας το χαχα γέλιο μας, λίγο παράφωνο αυτό, αλλά εντάξει.
Βολεύεται και στρογγυλεύει στην αγκαλιά του γέλιου του δικού τους.
Κανείς δεν πρόκειται ν’ αντιληφθεί γωνίες και αιχμές…
“…Το φριχτότερο βάρος στη ζωή είναι τα όσα ξέρουν οι άλλοι για μας. Μα ίσως να υπάρχει κι ένα βάρος πιο φριχτό ακόμα κι απ’ αυτό. Που μας βρίσκει όταν οι άλλοι δεν ξέρουν τίποτα για μας, είναι το βάρος της γνώμης που έχουν ήδη, καθώς, σιωπηλά, απαιτούν από μας και μας εξαναγκάζουν να γίνουμε αυτό που έχουν στο μυαλό τους. Κι ακόμα φριχτότερο κι απ’ αυτό είναι το πώς συμμορφωνόμαστε, φεγγαρένια μου, κι εγώ είχα συμμορφωθεί απόλυτα…”
Σκέψεις που έκανα για πολλά χρόνια πριν φύγω γι’ αυτό το σύντομο φετινό ταξίδι μου. Σκέψεις απ’ τις οποίες απελευθερώθηκα το διάστημα που έλλειπα. Σκέψεις που με ξανάσφιξαν ορμητικά, σε χρόνο ρεκόρ απ’ τη στιγμή που γύρισα. Και που τις είδα σαν σε καθρέφτη στο πρώτο βιβλίο που έπιασα να διαβάσω…
....................Το βιβλίο πάντως είναι λιτό, λυρικό και όμορφο. Μια γνωριμία με τους Ρομά κατά τα μέσα του 20ου αιώνα, περιοδεύοντας την κεντρική Ευρώπη. Η ζωή και οι περιπλανήσεις της Ζόλι, μιας τσιγγάνας ασυμβίβαστης τόσο με το μοντέλο ζωής των πολυκατοικιών, των αυτοκινήτων και των ταυτοτήτων όσο και με τα ταμπού της ίδιας της φυλής της, τα οποία ωστόσο σέβεται, και για την “κόντρα” της με κάποια από αυτά εξορίζεται και αυτοεξορίζεται, παραμένοντας παρόλ’ αυτά περήφανη για την καταγωγή της ως το τέλος. Ταξίδια, κακουχίες, προδοσίες, αλλά και έρωτες, συναισθήματα και το δικαίωμα στην ελευθερία να κοιτάς τ’ αστέρια όταν τη νύχτα πέφτεις για να κοιμηθείς κι όχι ένα κομμάτι τσιμέντο στο ταβάνι. Να μπορεί η ψυχή σου να πετάει ψηλά στον ουρανό χωρίς να κουτουλάει σε ντουβάρια και χαμηλές οροφές.
Για όσους αναρωτιούνται τι να διαβάσουν για αρχή καλοκαιριού είναι νομίζω μία καλή πρόταση.
Το Ζόλι του Ιρλανδού συγγραφέα Κολουμ ΜακΚαν κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Αυγούστου Κορτώ.
Και να που γράφω ξανά από τον σταθερό μου υπολογιστή, στο σπίτι μου, στην πόλη μου, στον ήλιο που γεννήθηκα. Σκέφτομαι ότι πέρυσι τέτοιο καιρό δεν ήξερα ακόμη καν ότι θα ξεκινούσα αυτό το master. Είχα μαζέψει βέβαια όλα τα απαιτούμενα κατά την διάρκεια του χρόνου, αλλά την ιδέα την είχα παρατήσει κι η προθεσμία για τις αιτήσεις είχε λήξει. Όλα γίνανε πολύ γρήγορα και τελείως αναπάντεχα, όταν μέσα στον Ιούλιο επέστερψε ο φίλος μου ο Β. απ’ το αντίστοιχο περσινό master κι άρχισε να με προκαλεί με διάφορους τρόπους να κάνω την αίτηση κι ας πέρασε ένας μήνας από την deadline. Την έκανα μόνο και μόνο για να σταματήσει να με πρήζει, όντας σίγουρη ότι αποκλείεται να με δεχτούν τόσο καιρό μετά. Αλλά…με δέχτηκαν! Και μάλιστα, μέσα σε 20 μέρες έπρεπε να έχω κάνει και την πρώτη μου εργασία και να έχω πάει στο Βέλγιο!
Δεν πρόλαβα να συνειδητοποιήσω τίποτα. Όταν βρέθηκα στο Leuven ήταν σα να μου ‘ρθε ο ουρανός στο κεφάλι. Αν περιγράψω την πρώτη μέρα θα με λυπηθούν κι οι πέτρες. Η γυναίκα στο houseoffice του Πανεπιστημίου πάντως, με λυπήθηκε σίγουρα, ή μάλλον φοβήθηκε μην της μείνω στα χέρια, γιατί ενώ δεν έδινε δωμάτιο σε κανέναν, σ’ εμένα έδωσε αμέσως.
…Δεν θα περιγράψω την συνέχεια. Αυτό το πρόγραμμα, χωρισμένο σε τρεις χώρες – Βέλγιο, Τσεχία, Αμερική- είναι τρομερή εμπειρία! Με την κυριολεκτική σημασία της λέξης “τρομερή”. Και εξαντλητική. Οι εμπειρίες είναι πάρα πολλές, πολύ συμπυκνωμένες, με πολύ γρήγορες εναλλαγές και δουλειά. Δεν μπορείς ποτέ να πεις, “εντάξει, το μόνο που έχω να κάνω είναι να συγκεντρωθώ και να διαβάσω”. Γιατί έχεις συνεχώς να αντιμετωπίζεις το στάδιο της προσαρμογής. Πάλι και πάλι. Προσαρμογής στα πάντα. Στην γεωγραφία, στις καιρικές συνθήκες, στις ιδιοσυγκρασίες των ανθρώπων, στα συστήματα και τις απαιτήσεις του εκάστοτε Πανεπιστημίου, στα πάντα!
Όλο αυτόν τον χρόνο ένιωσα όλη την γκάμα των συναισθημάτων, πράγμα που για μένα είναι όλη η ουσία της ζωής βέβαια, και με εξιτάρει στο έπακρο, αλλά την στιγμή που το ζεις δεν είναι τόσο εύκολο. Σε πολλές φάσεις ήμουν πραγματικά και απόλυτα τρομοκρατημένη! Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν ότι έπρεπε συνεχώς να νικάω τον ίδιο μου τον εαυτό. Τις αδυναμίες του, τις λιγοψυχίες του, τους παραλογισμούς του, την ανυπομονησία, το άγχος, τις φοβίες του. Ακόμα και πράγματα στα οποία δεν ήθελα να τον νικήσω.
Τα κατάφερα όμως! Έφτασα ως το τέλος. Και τα κέρδη που μετράω είναι πάρα πολλά, με τελευταίο στην αξιολογική μου κλίμακα το πτυχίο. Όχι ότι δεν έχει σημασία και αξία βέβαια, -αλίμονο, όλος ο ντόρος γι αυτό έγινε και δεν ήταν καθόλου εύκολο- και το ‘φερα κι αυτό, τρόπαιο στην αξιολάτρευτή μου χώρα, στο άντρο της αναξιοκρατίας. Αλλά όλοι ξέρουμε ότι έτσι όπως είναι τα πράγματα εδώ, δεν έχω κανέναν απολύτως λόγο να πιστεύω ότι κάπου θα αξιοποιηθεί ντε και καλά. (Παρόλ’ αυτά, δεύτερη μέρα της άφιξής μου στην Ελλάδα έκανα και την ετήσια, εθιμοτυπική μου αίτηση για τους αναπληρωτές. Ίσα ίσα πρόλαβα. Χαχαχα!)
Κέρδισα όμως πολλά περισσότερα πράγματα απ’ αυτό. Και πολύ πιο ουσιαστικά: Για μένα και την σχέση μου μαζί μου, για την χώρα μου και τους ανθρώπους της (που είχα υποτιμήσει πολύ τα προηγούμενα χρόνια), για τους “δικούς μου” ανθρώπους, για τον κόσμο και την ζωή γενικότερα…
Δεν ξέρω αν όλα αυτά με έχουν αλλάξει κιόλας. Ούτε αν αυτές οι αλλαγές θα είναι κάτι μόνιμο. Προς το παρόν όμως, μετράω μόνο κέρδη. Ή τουλάχιστον, αυτά δείχνουν να υπερέχουν κατά πολύ! Νιώθω πιο ζωντανή από πριν, με μεγαλύτερη διάθεση να προσπαθήσω περισσότερο και πιο σίγουρη για το τι ΔΕΝ θέλω.
Οφείλω βέβαια να δηλώσω ότι σε όλη αυτή την προσπάθεια δεν ένιωσα μόνη. Και δεν εννοώ μόνο τον απερίγραπτο Tertuliano που πηγαινοερχόταν και βοηθούσε με χίλιους δυο τρόπους. Είχα μεγάλη συμπαράσταση και αγάπη από πάρα πολλούς και μάλιστα από κάποιους δεν το περίμενα καν! Κι αυτή η συμπαράσταση, χωρίς καμιά υπερβολή, ήταν ο καταλύτης για να φτάσω ως το τέλος και να μην σβήσει η μηχανή στα μισά της διαδρομής. Νιώθω ευγνωμοσύνη. Δεν θα πω ευχαριστώ, γιατί μου είπανε πως είναι “πρόστυχη ανταπόδοση”, ελπίζω όμως ότι θα είμαι κι εγώ από κοντά στις δικές σας προσπάθειες για να τα καταφέρνουμε παρέα:-)
Τελικά, ήτανε ίσως το δυσκολότερο (για μένα) αλλά και ομορφότερο πράγμα που έχω κάνει στη ζωή μου ως τώρα.
Ήμασταν σε μια πλαγιά. Ο ουρανός ήτανε φορτωμένος μαύρα σύννεφα και γκρίζα, αλλά κάπου ο ήλιος, κρυμμένος ο ίδιος, πετούσε τις μπογιές του γύρω και χρωμάτιζε τα πάντα. Η βροχή, καλά κρυμμένη κι αυτή, όμως τη μύριζες. Την ένιωθες έτοιμη να ξεσπάσει. Ωστόσο έπαιζε κι εκείνη στο ίδιο παιχνίδι με τον ήλιο. Φύλαγε τα νώτα της, ώσπου να βρει κατάλληλη ευκαιρία για να ρίξει. Ο ουρανός πορτοκαλοκόκκινος, το πράσινο της πλαγιάς πιο πράσινο απ’ ότι συνήθως και ξαφνικά, έν’ αερόστατο αρχίζει ν’ ανεβαίνει! Κι ύστερα κι άλλο. Κι άλλο. Κι άλλο… Όλα τους στόχοι• στο paintball τ’ ουρανού. Πυροβολούσε ο ήλιος κρυμμένος, κάναν αντίπραξη τα σύννεφα με τη βροχή καβάλα… …Γέμισε ο ουρανός με χρώματα έντονα, βαθιά. Αερόστατα που θέλαν ν’ αποδράσουν, μα πάντα ανεβαίνοντας! Και μόνο αφού περάσουν απ’ το πεδίο των μαχών. Δοξασμένα! Και βαμμένα με το πάθος των πολεμιστών.
…Θέλησα ν’ απαθανατίσω τη στιγμή! Έψαξα για τη μηχανή μου!... Όμως…πώς να φωτογραφίσεις τ’ όνειρο;… Στον ύπνο μου δεν πήρα φωτογραφική…
Τελικά, δεν ξέρω τι να γράψω για το Charlottesville…
Δεν είναι όμορφο. Όχι δηλαδή αρχιτεκτονικά όμορφο.
Μ’ αυτά τα όμορφα κτίρια του Βελγίου ή της Τσεχίας.
Εδώ τα σπίτια δεν τα χτίζουν καν! Τα κάνουνε delivery!!!
Είναι όμως καταπράσινο και φωτεινό. Είναι νέο και ζωντανό. Κι αν το πρώτο που λες μόλις προσγειώνεσαι
σ’ αυτό είναι: “Παναγία μου! Τι ήρθα να κάνω εδώ;”,
αυτό σου επιβάλλεται με έναν τρόπο μαγικό.
Σου επιβάλλει να το αγαπήσεις, θες δεν θες.
Δεν είναι κάτι που περιγράφεται. Είναι πολύ εσωτερικό.
Από τα πράγματα που δεν εξηγούνται. Είναι συναίσθημα.
Είναι μια Αμερική μακριά από όσα ξέρουμε γι’ αυτήν μέσα από τον κινηματογράφο ή από την τηλεόραση. Είναι μια “κοινότητα”, με την έννοια της λέξης. Σαν ολόκληρη η πόλη να αποτελεί μια οικογένεια. Όλοι χαιρετούνε όλους. Αν είσαι πεζός κι ακούσεις κόρνα να είσαι σίγουρος ότι είναι για να σε χαιρετήσουν. Όλοι σου χαμογελούν. Στα μαγαζιά σε ρωτούν: “Howareyoutoday, sir/miss?” πριν απ’ οτιδήποτε άλλο και στο λεωφορείο χαιρετάς τον οδηγό όταν μπαίνεις και του λες ευχαριστώ όταν σου ανοίγει για να κατεβείς…
Κι όλα αυτά, όχι τυπικά, όχι καταναγκαστικά. Είναι κάτι που τους βγαίνει αυθόρμητα. Έτσι έχουν μάθει και γι’ αυτούς αυτό είναι το αυτονόητο. Τους έχει γίνει Φύση. Και, ξέρω, σας ακούγεται λίγο χαζοζαρούμενο –κι εγώ κάπως έτσι σκεφτόμουν στην αρχή- όμως νομίζω τελικά ότι το κατατάσσω στα θετικά. Είναι καλό. Καταρχήν, ξεκινάς καλοπροαίρετα, με θετικές προδιαθέσεις. Τους νιώθεις όλους φιλικούς και προσιτούς, νιώθεις άνετα να μιλήσεις, να ρωτήσεις, να ανοιχτείς… Στις γειτονιές όλα ανήκουν, κατά κάποιον τρόπο, σε όλους. Ακόμη και στο “σπίτι σου” δεν μπορείς να κάνεις ό,τι θες εσύ. Αν δεν κουρέψεις το γκαζόν στην αυλή σου, θα έχει λόγο και ο διπλανός. Κι εσύ θα ξέρεις ότι θα έχει δικαίωμα να έχει λόγο. Στα σχολεία ο δάσκαλος δεν είναι η αυθεντία που θα σου τα μάθει όλα και θα επιβληθεί. Είναι αυτός που θα σε βοηθήσει να μάθεις και να ανακαλύψεις. Ακόμη κι όταν ένας μικρός μαθητής, προσχολικός για παράδειγμα, κάνει κάτι παράτυπο, ο δάσκαλος, αφού του ζητήσει να διορθώσει την συμπεριφορά του, θα του πει κι ευχαριστώ που συμμορφώθηκε. Υπάρχει σεβασμός στην προσωπικότητα, ή μάλλον στην οντότητα του άλλου, ανεξάρτητα από την ηλικία ή την θέση του. Κι αυτό ακολουθείται μέχρι και στο Πανεπιστήμιο.
Κανένας δεν το παίζει εξουσία κανενός. Ούτε καν η αστυνομία. Δεν έχει καμία σχέση με τους αστυνομικούς που βλέπουμε εμείς εδώ, στην Ελλάδα, που στέκονται προκλητικά και με ύφος “γ….. και δέρνω”. Αυτοί αντιμετωπίζουν τη δουλειά τους σαν δουλειά και τίποτ’ άλλο. Κάνω ό,τι είναι να κάνω, ήρεμα, απλά κι ανθρώπινα, μέχρι να τελειώσω το οχτάωρό μου και να συνεχίσω την υπόλοιπη ζωή μου. Το ίδιο και οι Πανεπιστημιακοί. Γενικά, όλοι μου φάνηκαν ότι τη δουλειά τους την αντιμετωπίζουν ακριβώς ως αυτό που είναι: Μια δουλειά. Τίποτα παραπάνω. Δεν είναι το κοινωνικό τους προφίλ. Η ταυτότητά τους ή καταξίωσή τους.
Και να σκεφτείς ότι το Charlottesvilleείναι προνομιούχα περιοχή. Για ανθρώπους με λεφτά δηλαδή. Όχι αστεία. Μία πόλη καθαρά φοιτητική, με το VirginiaUniversityνα είναι ένα από τα καλύτερα Πανεπιστήμια των ΗΠΑ και τα δίδακτρα 11.000 δολάρια το εξάμηνο!!! Πώς μπορούνε και δεν είναι ψωνισμένοι όλοι μαζί, είναι κάτι ακόμα που με εξέπληξε! Είναι βέβαια ψωνισμένοι με το Πανεπιστήμιό τους, με την έννοια ότι θα φορούν τα πάντα με το σήμα του UVA, αλλά ως εκεί. Κάθε μέρα τους βλέπεις στους δρόμους να τρέχουν, ξαπλώνουν στα γρασίδια με τα λαπτοπ, διοργανώνουνε events, άλλα σε κάθε χώρο, ένα σωρό παιχνίδια και αγωνίσματα, ένα σωρό γήπεδα μόνιμα απασχολημένα με σπορ “περίεργα” για μας, λακρός, γκολφ, ράγκμπι, φρίσμπι με μαγιό στο προαύλιο του Πανεπιστημίου, χοροί και πάρτι, σκετσάκια και τραγούδια κι όλ’ αυτά, ΑΣΤΑΜΑΤΗΤΑ!
Είναι μεγάλος ο κατάλογος. Πάμπολλες οι εντυπώσεις. Μα τα συναισθήματα πολύ περισσότερα και πάρα πολύ μπλεγμένα. Αυτή η Αμερική με εξέπληξε και την αγάπησα πολύ! Η άλλη, που περιέγραψα σε προηγούμενο ποστ – η Νέα Υόρκη- ήταν αυτή που γνώριζα ήδη θεωρητικά και την περίμενα. Την θαύμασα μεν αλλά δεν θα την ήθελα δικιά μου.
Στο σύνολό της, η Αμερική με διχάζει. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω κάποια στιγμή να ξεκαθαρίσω τι ακριβώς συμβαίνει κι αν θα μπορέσω να το κρίνω σωστά. Προς το παρόν, μιλάω πιο πολύ με το συναίσθημα.
Όπως και να ‘χει, ήτανε μάλλον η πιο δύσκολη αλλά και η πιο όμορφη κι ενδιαφέρουσα εμπειρία της ζωής μου! Νιώθω πολύ τυχερή!
Τι γίνεται; ΧαβαλΑδιάσατε αρκετά με την ευρωβιζιον? Την έβλεπα κι εγώ μέσω ίντερνετ, αλλά τα πήρα με τσι παρουσΧιάστρες (πολλά θα 'χα να πω, μα μόνο ενδεικτικά: είδανε την Τουρκάλα χοντρή, είδανε τον Δανό πανέμορφο!!!, λέω να τις συμπεριλάβω στην εργασία μου ως "people with visual impairments". Ααα!!!) αλλά και με μας, που δώκαμε το 12άρι στο γιουκέι!!! Αν είναι δυνατόν! Γιατί καλέ? Πέρα από το ότι το τραγούδι ήταν το πιο χιλιοπαιγμένο σαπουνοπερέ άΖμα - το οποίο έχω ακούσει από τότε που γεννήθηκα ένα εκaτομμύριο φορές. ΣΤΟ ΓΙΟΥΚΕΙ??? Μα γιατί?
Πάντως, εγώ πιστεύω ότι τον Ρουβά, τόσο την προηγούμενη φορά όσο και τώρα, τον πήρε στο λαιμό του ο Ευαγγελινός. Αφού το έχει ο άνθρωπος! Τι μου τον περιορίζεις δυο βήματα δεξιά δυο αριστερά! Δώστου λίγο αέρα. Λίγο χώρο. Εγώ καλύτερη χορογράφος θα 'μανε! Ε μα!
Τελικά, είδα δύο Αμερικές. Μία αυτή που έζησα 2 μήνες, το Charlottesville της Virginia, και μία αυτή που επισκέφτηκα για μια βδομάδα, τη Νέα Υόρκη.
Καμία σχέση!
Και θα αρχίσω από την δεύτερη.
New York…
Αναμφισβήτητα, εντυπωσιακή πόλη! Άπειρα πράγματα να δεις, άπειρες σκέψεις, συναισθήματα και προβληματισμοί στο κεφάλι σου. Τεράστια…μεγέθη! Και τι να απαριθμήσω σε μερικές γραμμές; Από την 5thAvenueκαι το CentralPark, την Broadwaystr, την TimesSquare με το νέον και τα φώτα νύχτα-μέρα, το EmpireStatebuilding όπου ανεβήκαμε 80 ολόκληρους ορόφους σε ένα μόλις λεπτό με το ασανσέρ (κι άλλους 4 με τα πόδια) κι είδαμε τη Νέα Υόρκη στο πιάτο bynight, το MetropolitanMuseumofArtμε απίστευτα ενδιαφέροντα εκθέματα, την Wallstreet ή το FlatIron με την περίεργη, γωνιώδη πλευρά του, το Manhattan, τη γέφυρα του Brooklyn…Το άγαλμα της Ελευθερίας (πολύ κακό για το τίποτα), το Harlem όπου μέναμε ή το σημείο μηδέν…
Αδύνατον φυσικά να τα περιγράψω αναλυτικότερα εδώ πέρα, αλλά δε νομίζω πως θα είχε και κανένα νόημα. Μερικές σκέψεις και συναισθήματα θέλω μόνο να εκφράσω, κι αυτά με κάθε επιφύλαξη, γιατί 5 μέρες είναι πολύ λίγες για να βγάλεις συμπεράσματα αλλά και γιατί όσα σκέφτομαι είναι ακόμη συγκεχυμένα και πολλές φορές συγκρούονται κιόλας μέσα μου.
Πολύ ωραία και…επιμορφωτική εμπειρία. Δεν λέω. Σίγουρα όμως, δεν πρόκειται για μία φιλική, ανθρώπινη πόλη. Αυτά τα τεράστια κτίρια σε εντυπωσιάζουν αλλά καταπνίγουν οτιδήποτε άλλο. Έβλεπα τους ανθρώπους να περπατούν στους δρόμους και σκεφτόμουν ότι πουθενά αλλού οι άνθρωποι δεν μου έμοιασαν τόσο μικροσκοπικοί. Από κάθε άποψη. Σα να μην έχουμε καμιά αξία εμείς κι ας είμαστε εμείς αυτοί ακριβώς που δημιούργησαν αυτά τα τερατουργήματα.
Για να επαναπροσδιορίσω τον εαυτό μου, την ιδιότητά μου ως ανθρώπινο ον, την ταυτότητά μου και την αξία μου, αναγκαζόμουνα να κάνω κάθε τόσο αναδρομή σε ό,τι έχω ζήσει μέχρι τώρα από τότε που γεννήθηκα. Απαριθμούσα ένα ένα όλα όσα έχω κάνει, προσθέτοντας συμβάντα, καταστάσεις, εμπειρίες, επιτυχίες κι αποτυχίες, συναισθήματα…ώσπου τελικά να νιώσω ξανά ότι υπάρχω κι ότι είμαι πολύ “πλούσια”. Πολύ πιο πλούσια απ’ όλον αυτόν τον πλούτο γύρω μου. Αν το σκεφτείς σοβαρά ένα λεπτό, αυτά τα τεράστια κτίρια είναι ικανά να σε καταστρέψουν με την ύπαρξή τους και μόνο. Τα κοίταζα απ’ έξω και μου φαινόταν αδύνατο να υπάρχει ζωή μέσα σ’ αυτά. Έβλεπα κι αυτούς που περπατούσαν ανάμεσά τους κι έλεγα, αποκλείεται να γνωρίζουν άλλους ανθρώπους. Να συνομιλούν, ν’ αγαπούν ή ν’ αγαπιούνται. Τέτοιες πόλεις δεν αφήνουνε χώρο για συναισθήματα. Σε κάνουν να ξεχνάς την ίδια την υπόστασή σου…
Ίσως έτσι εξηγούνται πολλά…
Πουθενά αλλού δεν είδα πιο καθαρά ότι κυβερνά το χρήμα, η ύλη, τα κατασκευάσματα του ανθρώπου κι όχι ο ίδιος ο άνθρωπος. Πουθενά αλλού αυτή η διαπίστωση δεν ήταν πιο ξεκάθαρη για μένα.
Κι όσο κι αν ήταν ενδιαφέρουσα η εμπειρία, όσο κι αν νιώθω ότι αν έμενα παραπάνω θα διαπίστωνα κι άλλα πολλά ακόμα, είναι ανακουφιστικό το ότι έφυγα αρκετά νωρίς, πριν να προλάβει να χαθεί η σχετική “μαγεία” και να με πάρει το τσιμέντο από κάτω. Δεν ξέρω αν έχω τις απαιτούμενες αντιστάσεις ώστε να παραμένω αποστασιοποιημένη, χωρίς να μελαγχολώ και χωρίς να συρρικνώνομαι…
Ούτε και μου ήτανε ευχάριστο να βλέπω άστεγους να κοιμούνται σε χαρτοκιβώτια στα σκαλοπάτια των εκκλησιών ή να σκοντάφτω πάνω τους επειδή δεν μπορούσα να τους πάρω καν χαμπάρι όταν τις βροχερές μέρες κοιμόντουσαν μέσα στα πεζοδρόμια για να είναι κάτω από υπόστεγα.
Με κάθε επιφύλαξη λοιπόν όλα όσα γράφω εδώ πέρα, και χαίρομαι, νιώθω πάρα πολύ τυχερή που ήρθα στη Νέα Υόρκη, αλλά…χαίρομαι και που έφυγα… Και χαίρομαι και που είμαι απ’ την Ελλάδα…Και χαίρομαι και που ζω στην Θεσσαλονίκη και που κατάγομαι από ένα απίστευτα μικρό χωριουδάκι στα Γρεβενά, πάνω σ’ ένα βουνό μέσα στο πράσινο, με τον Βενέτικο να κολυμπώ το καλοκαίρι, νόστιμο τυρί, ξυλόσομπες μες στον χειμώνα, αρώματα από δέντρα, χώματα, νερά και εποχές κι έναν ουρανό τίγκα σε αστέρια που δεν μπερδεύονται με φώτα και δεν σβήνονται από ουρανοξύστες. Όλα όσα, δηλαδή, καλλιεργούν τα όνειρα, τη φαντασία, τα συναισθήματα. Υπήρξα πολύ τυχερή, τελικά.
Και τώρα που το θυμήθηκα: Ε τι χάλι ήταν κι αυτό με τα Starbuck's!Δεν υπάρχει γωνία στη Νέα Υόρκη χωρίς αυτά! Ούτε μία! Βάζω στοίχημα πως είναι περισσότερα κι από τα αστυνομικά τμήματα. Αυτά κυβερνούν αυτή τη χώρα. Και το χειρότερο είναι ότι βάλαν στόχο και τις υπόλοιπες.
Δεν έχω ιδέα τι λέει το τραγουδάκι, αλλά όταν ακούω τη μελωδία, ξέρω ότι έτσι νιώθω:-)
Στιγμές ευτυχίας… Πράγματα που δεν μπορείς να εξηγήσεις σε άλλους. Μόνο τα νιώθεις. Το Charlottesville έχει τεράστιες εκτάσεις πράσινου, με λουλούδια και δέντρα το ένα δίπλα στ’ άλλο, όλα διαφορετικά μεταξύ τους και είναι απόλαυση να περπατάς ανάμεσά τους. Το πρωί πάω ακόμα και τρέχω στο πάρκο εδώ, απέναντι απ’ το σπίτι μας κι όλη η διαδρομή είναι σπαρμένη από ερεθίσματα για τις αισθήσεις μου. Κάθε λίγα μέτρα άλλα αρώματα, άλλα χρώματα, άλλοι ήχοι, άλλη αύρα μου χαϊδεύει πρόσωπο και σώμα. Τελειώνω με μερικές στροφές στο γήπεδο που βρίσκεται στη μέση του πάρκου, λίγη γυμναστική και…κούνια! Τις τελευταίες μέρες χαλαρώνω από το τρέξιμο κάνοντας κούνια σε μία από τις λαστιχένιες κούνιες που ‘χει δίπλα στο γήπεδο. Παιδί ξανά, ανεμελιά, στιγμές απόλυτης πληρότητας! Είσαι εσύ και το σύμπαν… Και το σύμπαν μοιάζει να σου δίνεται. Έρχεται στα μέτρα σου κι υπάρχει μόνο για σένα. Και φοβάσαι και να το ψιθυρίσεις ακόμα μέσα σου, μα είναι τόσο δυνατό που δεν συγκρατιέται και φωνάζει· ότι είσ’ ευτυχισμένος.
Μέσα μου έχω μακριά ίσια μαλλιά και φοράω ένα μακρύ ελαφρύ φόρεμα. Στέκομαι όρθια, κοιτάζω κάπου μακριά – άλλες φορές με μάτια ανοιχτά, άλλες φορές με μάτια κλειστά – ο αέρας παίρνει τα μαλλιά μου στο πλάι, πίσω απ’ την πλάτη μου, εκτός από μερικές τουφίτσες που μου τις κολλάει στο πρόσωπο. Παίρνει και το φόρεμά μου στην ίδια κατεύθυνση, σ’ έναν χορό συγχρονισμένο με τα μαλλιά μου. Στέκομαι εκεί και αφουγκράζομαι εσένα που δεν ξέρω, που ποτέ δεν θα γνωρίσω, γιατί απλά δεν γνωρίζεσαι. Είσαι ο Έρωτας που δεν έχει σχέση με το σώμα, είσαι πέρα απ’ αυτό και σε κουβαλάω μέσα μου από τότε που γεννήθηκα. Ίσως και πριν να γεννηθώ. Στέκομαι και σ’ ακούω ντυμένη έτσι και με τα μαλλιά αφημένα. Γιατί εσύ μιλάς αέρα. Και μου χρειάζονται μακριά μαλλιά και το ελαφρύ μου φόρεμα για να σε μεταφράζουν. …Κι είναι τόσο παράδοξο, ακατανόητο κι αλλοπρόσαλλο για όσους με βλέπουν Γιατί εγώ, ίσια μακριά μαλλιά δεν έχω και τα φορέματα δεν τα φοράω ποτέ…
“Ο δήμαρχος της Ουάσιγκτον καταργεί μια αργία για να εξοικονομήσει χρήματα. Για λόγους οικονομίας στον προϋπολογισμό, όπως και άλλοι συνάδελφοι του σε πολλές πόλεις των ΗΠΑ, ο δήμαρχος της πόλης της Ουάσινγκτον θα καταργήσει μια ημέρα αργίας, την Ημέρα της Απελευθέρωσης, που εορτάζεται η επέτειος της απελευθέρωσης των σκλάβων, σε μια πόλη όπου η πλειοψηφία των κατοίκων της είναι μαύροι. Ο δήμαρχος Αντριαν Φέντι, μαύρος και ο ίδιος, ελπίζει ότι με την κατάργηση της αργίας και των εορτασμών θα εξοικονομήσει 1,3 εκατομμύριο δολάρια μέχρι το 2010. Η επέτειος γιορτάζεται ετησίως στις 16 Απριλίου, δήλωσε η Ερικα Στάνλεϊ εκπρόσωπος του δημάρχου. Την «Ημέρα της Απελευθέρωσης» τιμάται η ανάμνηση της υπογραφής από τον πρόεδρο Αβραάμ Λίνκολν, το 1862, του διατάγματος για την απελευθέρωση 3.000 σκλάβων στην Ουάσινγκτον και ταυτόχρονα την απελευθέρωση όλων των μαύρων σε όλη τη χώρα μέσα σε διάστημα εννέα μηνών.” http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathremote_1_26/03/2009_272749
www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ - ΜΠΕ
Τι σχόλιο να κάνω;… Αυτή τη στιγμή –και νομίζω και για ολόκληρη τη βδομάδα που μας έρχεται- στην Ουάσιγκτον γιορτάζουνε μία γιορτή λουλουδιών, επειδή αυτή την εποχή ανθίζουν κάτι, ομολογουμένως, πολύ όμορφα δέντρα, κάνοντας διάφορες εκδηλώσεις και πάρτι στους δρόμους. Ένα φεστιβάλ για την ανθοφορία. Για τα πανηγύρια αυτά, ο δήμαρχος δεν ξοδεύει χρήματα; Αναρωτιέμαι… Και, εν πάση περιπτώσει, από τόσες αργίες που έχουν καθιερωθεί, η Ημέρα της Απελευθέρωσης των Σκλάβων θεωρήθηκε η πλέον άχρηστη και ως εκ τούτου, η καταλληλότερη για να καταργηθεί; !!!!! Τα υπόλοιπα, δικά σας...
Όταν κάποιος έχει το χάρισμα να γράφει τόσο απολαυστικά, να πλάθει ένα μύθο με τρόπο τέτοιο που να σε πείθει για την “αλήθεια” του, όταν η λογοτεχνία γίνεται μάθημα που κρατάς στα ίδια σου τα χέρια, τότε 608 σελίδες είναι πάρα πολύ λίγες και το γύρισμα της τελευταίας, πολύ θλιβερός αποχαιρετισμός. Έτσι ακριβώς ένιωσα μόλις τέλειωσα το “Μπαουντολίνο” του Ουμπέρτο Έκο.
Ένας μήνας ήταν αρκετός για να δεθώ στενά με πλάσματα ανθρώπινα κι ανθρωπόμορφα, τερατόμορφα (αξιαγάπητα ή και αποκρουστικά), ζωώδη ή ημιζωώδη, να ταξιδέψω στο χρόνο, στη γη και στον καιρό, στην ιστορία, τον μύθο και το παραμύθι, στην επιστήμη, την ποίηση και την φιλοσοφία. Έγιναν πολύ φίλοι μου όλοι μέσα σ’ αυτό το ασημένιο βιβλίο, ψεύτες και ιστορικοί, ιππότες, βασιλιάδες και γυμνοσοφιστές, όλων των θρησκειών, όλων των ιδεολογιών και των αυτοκρατοριών, όλων των ηθών, με τα ατέλειωτα, επίπονα και επίμονα, μέχρι ξεροκεφαλιάς, ταξίδια τους, -τα οποία ξαναξεκινούσαν ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία, καθότι “τα ταξίδια ξανανιώνουν”- τα όνειρά τους, τις μάχες, τις επιδιώξεις, τους έρωτες και τα παθήματά τους. Χρειάζεται πολλή γνώση και μελέτη για να χρησιμοποιήσεις και να συμπυκνώσεις ιστορικά γεγονότα, μυθολογία, θρησκευτικές πεποιθήσεις, αντιλήψεις και ιδεολογίες, ιστορικές προσωπικότητες και χρονικές στιγμές, να τα αποκόψεις, να τα μπλέξεις και να τα ανασυνθέσεις σε έναν δικό σου μύθο, χωρίς να τα προσβάλλεις στο ελάχιστο. Αντίθετα, να τα δοξάζεις και να τα ξαναφέρνεις στην επικαιρότητα διδάσκοντας κάτι καινούργιο. Και όλ’ αυτά με τρόπο τόσο αυθόρμητο, σα να βγαίνουν από τα χείλη κάποιου σοφού, ασπρομάλλη πλέον, παππού. Σαν τον Μπαουντολίνο. Τόσο απολαυστικό το βιβλίο, τόσο ζωντανό, που σε συνεπαίρνει τελείως. Όταν το ξεκίνησα το είχα για αντιπερισπασμό σε δυσάρεστες σκέψεις και συναισθήματα που θέλαν να με πάρουν από κάτω τις πρώτες μέρες της άφιξής μου στην Αμερική. Από την τρίτη όμως κιόλας μέρα, δεν έβλεπα την ώρα να βυθιστώ στις σελίδες του, να αφεθώ στις εικόνες που τόσο ζωντανά “ζωγραφίζει” ο συγγραφέας. Δεν είχα ξαναδιαβάσει Έκο. Χαίρομαι που η πρώτη μου γνωριμία μαζί του μου χάρισε τόση απόλαυση και τόση…πληρότητα, αν πω, θα νιώσετε τι εννοώ; Ήταν το κατάλληλο βιβλίο την κατάλληλη περίοδο. Πιο κατάλληλη στιγμή δεν θα μπορούσα να το έχω στα χέρια μου.
Χίλια ευχαριστώ στην Χαρά που μου το έστειλε. Θενξ!:-)
Και μερικά αποσπάσματα, όχι απαραίτητα τα καλύτερα (τα πιο καλά τα κρατάω κρυφά, να μη χαλάσω την απόλαυση σ' όσους θελήσουν να τ' ανακαλύψουν), έτσι, για την γεύση;-) :
“…Κάποτε μας έκαναν δώρο αυτόν τον καθρέφτη και, από ευγένεια απέναντι στον δωρητή, δεν μπορέσαμε να τ’ αρνηθούμε. Αλλά κανείς από μας δεν ήθελε να κοιτάξει μέσα του, επειδή κάτι τέτοιο θα μπορούσε να μας οδηγήσει σε ματαιοδοξία απέναντι στο σώμα μας ή σε τρόμο απέναντι σε κάποιο ελάττωμά μας και έτσι να ζούμε με το φόβο ότι οι άλλοι θα μας περιφρονήσουν. Ίσως μια μέρα να μπορέσεις να δεις σ’ αυτόν τον καθρέφτη αυτό που αναζητάς…”
“… «Μα αν όλοι ήταν σαν εσάς, δεν θα διασχίζαμε τις θάλασσες, δεν θα καλλιεργούσαμε τη γη, δεν θα δημιουργούνταν τα μεγάλα βασίλεια που φέρνουν τάξη και μεγαλείο στην άθλια αταξία των επίγειων πραγμάτων.» Ο γέροντας απάντησε: «Το καθένα απ’ αυτά τα πράγματα είναι ασφαλώς μια τύχη, αλλά τύχη που χτίστηκε στην ατυχία κάποιων άλλων κι εμείς αυτό δεν το θέλουμε.»…”
“…αλλά αναγκάστηκα να του εξηγήσω τι είναι τα καράβια: ψάρια από ξύλο που διασχίζουν τα νερά, κουνώντας τα λευκά φτερά τους…”
“…Τι νιώθω τώρα; Θλίψη για το τέλος της αναζήτησής μου ή χαρά για την κατάκτηση που δεν μου αξίζει;…Μ’ αγαπάς κι αυτό αρκεί. Μήπως δεν είναι αυτό που πάντα ήθελα, ακόμα κι αν απομάκρυνα τη σκέψη από φόβο μήπως συμβεί; Ή αυτό που δεν ήθελα από φόβο ότι δεν θα ‘ναι όπως είχα ελπίσει;…”
Το Μπαουντολίνο του Ουμπέρτο Έκο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Ελληνικά Γράμματα”, σε μετάφραση Έφης Καλλιφατίδη.
Όταν ήμουνα μικρή κι ερχότανε η ώρα να πέσω στο κρεβάτι, έκλεινα τα μάτια και ζούσα ιστορίες… Και συμμετείχα μ’ όλες μου τις αισθήσεις. Και αντιδρούσα –επίσης- μ’ όλες μου τις αισθήσεις. Γελούσα, έκλαιγα, νευρίαζα, με τα ίδια τα φαντάσματά μου• με τις ζωές τους. Και τα βιβλία που διάβαζα. Κι αυτά τα ζούσα. Κι αυτά μ’ όλες μου τις αισθήσεις. Έμπαινα στις γραμμές τους και σεργιανούσα ανάμεσα στους ήρωες. Άλλοτε γαργαλούσα κάποιον τους στα γένια Άλλοτε στεκόμουν και του έτεινα το χέρι για χαιρετισμό Κι άλλοτε πάλι, τον κοίταζα κρυφά• με κάποιο δέος. Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Όλα γινότανε Ζωή μου.
Όταν ήμουνα μικρή δεν ήθελα καν να κοιμάμαι. Νόμιζα ότι χάνω χρόνο. Πάντα λυπόμουν όταν έπεφτε το βράδυ και όλοι φεύγανε για τα όνειρα. Εγώ τα μόνα όνειρα που πίστεψα ήταν αυτά που ζούσα ξύπνια. Καθόμουνα στο πάτωμα, μέσα στη νύχτα, με πάντα το παντζούρι ανοιχτό Να μπαίνει μέσα η Ζωή. Κι ας ήτανε σκοτάδι. Να μη νομίζει πως την έκλεισα απ’ έξω και παρεξηγηθεί και φύγει. Ή μη με προσπεράσει κατά λάθος• δίχως να με δει. Και μπάινανε κόρες του φεγγαριού μ’ άσπρα φορέματα και μακριά μαλλιά ως τους γοφούς –ίδιες-η-αιωνιότητα.
Τώρα…δεν φτιάχνω πλέον ιστορίες. Μόνο σκέψεις. Πράγμα ανούσιο. Αφού οι μόνες σκέψεις που αξίζουν είναι…οι ιστορίες. Όπου μπορείς και ζεις. Όμως, ακόμη δεν κοιμάμαι… Φοβάμαι ακόμα• πως κάπου η Ζωή δεν θα με δει… ή εγώ δεν θα την δω…Και θα την χάσω. Έτσι, την κυνηγάω παντού. Απ’ άκρη σ’ άκρη. Και συνεχίζω να την ζω και στα βιβλία. Γιατί κάποτε, ένας άντρας που δεν είδα – μόνο άκουσα – μου ‘πε πως όσο έχω ένα βιβλίο που δεν τέλειωσα δεν πρόκειται ακόμα να πεθάνω. Πρέπει πρώτα να μάθω το τέλος. Κι ακόμα μου ‘πε ότι άδικα φοβάμαι. Γιατί το μόνο βιβλίο που ποτέ δεν θα μάθω το τέλος του, θα είναι η ζωή μου.
Οι κόρες του φεγγαριού με τ’ άσπρα φορέματα και τα μακριά μαλλιά ως τους γοφούς –ίδιες-η-αιωνιότητα, μπαίνουνε απ’ το παράθυρο ακόμα. Δεν άλλαξαν καθόλου. Σας τ’ ορκίζομαι.
Κλείσαμε μήνα στην Virginia! Είμαστε ήδη εδώ έναν ολόκληρο μήνα και τώρα συνειδητοποιώ ότι ούτε που το κατάλαβα. Κι ας ήτανε πολύ… “πικρή” η προσγείωση. Κι ας μου φαινόταν αρχικά ότι αυτό το δίμηνο της Αμερικής δεν θα πέρναγε ποτέ. Τελικά, αυτός ήταν ο πιο γρήγορος μήνας του master ως τώρα. Μέσα σ’ αυτό το μήνα είδα όσα δεν είδα ολόκληρο το χρόνο. Το Charlottesville δεν είναι τίποτα, ένα χωριό είναι και μάλιστα άσχημο μάλλον. Όμως εγώ –γμ την διαστροφή μου- γιατί εδώ νιώθω πιο φυσιολογικά; Γιατί αυτό το πλαίσιο μου φαίνεται πιο νορμαλ; Εκτός δηλαδή απ’ αυτή την διαφορά ωρών που έχει η Virginia με την Ελλάδα και που δεν μπορώ να συνηθίσω με τίποτα, κατά τ’ άλλα, προσαρμόστηκα πολύ πιο καλά και από το Leuvenκαι από το Olomouc. Τα οποία, από αρχιτεκτονική άποψη, είναι πάρα πολύ όμορφα, πολύ γραφικά, παραμυθένια, αλλά…αυτό ακριβώς! Όσο ήμουν εκεί δεν ένιωθα ότι είναι πραγματικότητα. Αισθανόμουν διαρκώς σα να κινούμαι σε μια σκηνή θεάτρου. Δεν μπόρεσα να ενσωματωθώ, να τα πιστέψω. Νόμιζα ότι όλα και όλοι γύρω μου είναι ψεύτικα. Εδώ, μπορεί να μην είναι όμορφα, είναι όμως φυσιολογικά.
Κι ωστόσο, τόσο διαφορετικά από την Ελλάδα!
Βασικά, όλα είναι διαφορετικά, αλλά εγώ θέλω να πω για την εκπαίδευση που είναι και ο λόγος που είμαι εδώ. Καταρχήν, ό,τι αξίζει από ολόκληρο το master μάλλον γίνεται εδώ. Μέχρι τώρα μας ταλαιπωρούσαν χωρίς λόγο. Εγώ τώρα μόλις αρχίζω να μαθαίνω πράγματα που όντως αφορούν άμεσα στις σπουδές και στη δουλειά μου. Τώρα που μπήκαμε επιτέλους στα σχολεία και κάνουμε πρακτική. Και νιώθω σα να βλέπω πρώτη φορά στη ζωή μου σχολείο! Τι να πρωτοαναφέρω; Τα συστήματά τους; Τον εξοπλισμό τους; Τις σχέσεις μεταξύ των εκπαιδευτικών και όσων άλλων απασχολούνται εκεί μέσα; Τι; Τα γυμναστήριά τους αριθμούν δεν ξέρω κι εγώ πόσα αντικείμενα προκειμένου ένας γυμναστής να κάνει την δουλειά του. Μόνο για μπάλες έχουν πάρα πολλά είδη και χρώματα και μεγέθη και υφές κι ό,τι μπορείς να φανταστείς. Κορίνες, στεφάνια, μπασκέτες, μαντήλια, σκοινάκια, τσουβαλάκια, spots, scooter, ποδηλατάκια…τα πάντα! Η ένταξη παιδιών με ειδικές ανάγκες σε κανονικές τάξεις σχολείου λειτουργεί επιτυχώς και υπάρχει φυσικά κατάλληλος εξοπλισμός ακόμη και για πολύ ειδικές περιπτώσεις, όπως η εγκεφαλική παράλυση που τα παιδιά δεν μπορούν να περπατήσουν χωρίς την υποστήριξη κάποιας «περπατούρας» ή ειδικό ποδήλατο. Επίσης, πάντα, στην ίδια ώρα, ειδικά αν πρόκειται για παιδάκια προσχολικής ηλικίας, μαζί με τον γυμναστή βρίσκονται άλλα 4-5 άτομα (δάσκαλοι) υποστήριξης. Τα οποία επίσης παίρνουν μέρος στο μάθημα σα να ήταν μαθητές. Καταρχήν, είναι διαφορετική ολόκληρη η νοοτροπία τους. Εδώ ξέρουν ότι ο στόχος είναι το παιδί κι όχι ο εαυτός τους. Δεν είναι καθόλου ψωνισμένοι, δεν προσπαθούν να κάνουνε επίδειξη ή να κρύψουν τις ιδέες τους ή οτιδήποτε καινούργιο έχουν πληροφορηθεί ή εφαρμόσει με επιτυχία. Τα μοιράζονται, τα ανταλλάσσουνε, δουλεύουνε από κοινού για τον ίδιο σκοπό. Κι είναι πάντα τόσο φιλικοί και φιλόξενοι και διαθέσιμοι, πρόθυμοι να σε βοηθήσουν σε οτιδήποτε. Όχι όπως στην Ελλάδα που έτσι και πλησιάσεις συνάδελφο σε κοιτάει σα να του γίνεσαι φόρτωμα. Πόσο πιο εύκολο είναι να κάνεις τη δουλειά σου έτσι. Και πόσο πιο δημιουργικός και αποτελεσματικός μπορείς να είσαι με τόσα μέσα, τόση υποστήριξη και τέτοιο περιβάλλον. Υπό τέτοιες συνθήκες το άγχος εκμηδενίζεται και η δουλειά γίνεται πολύ πιο ουσιαστική και γόνιμη, τόσο για τον μαθητή όσο και για τον εκπαιδευτικό. Ενώ αντίθετα, στην χώρα μας, με την (μη) τακτική που ακολουθούμε, απαξιώνουμε συνεχώς και τον έναν και τον άλλον.
Να! Αυτά είναι που με κάνουν και λυπάμαι μόλις φεύγω από τα σχολεία κι όχι τα παιδάκια με τις ανάγκες τους. Κρίμα! Κρίμα που θα επιστρέψω και μετά απ’ όλ’ αυτά, δεν θα έχω και πάλι την ευκαιρία να εφαρμόσω τίποτα απ’ όσα βλέπω και μαθαίνω. Αλλά, τι λέω; Εδώ δεν ξέρω αν θα έχω δουλειά καν, ακόμη και μετά απ’ αυτό! Τέλος πάντων. Προς το παρόν, προσπαθώ να πάρω όσο περισσότερα μπορώ. Και τις ώρες μου εκεί τις ευχαριστιέμαι πάρα πολύ! Τα παιδάκια αυτά, κάθε άλλο παρά «με ρίχνουν». Το οποιοδήποτε πρόβλημά τους είναι δεδομένο και το με το να καθόμαστε να λυπόμαστε ή να μιζεριαζόμαστε γι’ αυτό το μόνο που πετυχαίνουμε είναι να χάνουμε χρόνο. Εγώ, ίσα ίσα που νιώθω πολύ χαρούμενη όταν αυτά τα παιδιά πετυχαίνουν κάτι ή έστω, όταν νιώθω ότι πέρασαν όμορφα όση ώρα ήμασταν μαζί. Όταν ένα παιδάκι με εγκεφαλική παράλυση, για παράδειγμα, έκανε 20 συνεχόμενα βήματα χωρίς να διακόψει ενώ την προηγούμενη βδομάδα είχε κάνει 16. Όταν ένα σύνδρομο Down περπάτησε γρήγορα στον διάδρομο 27 συνεχόμενα λεπτά από τα 21 που είχε κάνει πριν. Κι όταν ένα μικρό με δισχιδή ράχη έκανε 10 ντρίπλες από τις 8 που είχε για ρεκόρ. Είναι σημαντικά πράγματα αυτά. Και, εν πάση περιπτώσει, μου αρέσει πάρα πολύ να βρίσκομαι μέσα σ’ έναν χώρο περιτριγυρισμένη από φωνούλες, τρεχαλητά, χαριτωμένες απορίες, χρώματα, μουσικές, χειροτεχνίες-κατασκευές των μικρών και τοίχους με μηνύματα του στυλ “Awinnerissomeonewhohasfunplayingthegame”, “Ifyouhadfunyouwon” και άλλα παρόμοια. Κι αυτό το πράγμα να είναι η δουλειά μου! Το θεωρώ ευτυχία!
Δεν είναι άσχημα. Είναι βαρετά. Δεν υποφέρω εδώ. Απλά, μου λείπετε. Όταν πέρασα τον Ατλαντικό, ένιωσα πολύ μακριά. Δεν φταίει η γεωγραφία. Ο χρόνος φταίει. Αυτή η διαφορά ωρών φταίει. Φταίει που όταν εγώ πάω να κοιμηθώ, εσείς ξυπνάτε. Κι εγώ θέλω να σας πω μια καλημέρα. Φταίει που όταν εσείς πέφτετε για ύπνο, εγώ έχω μπροστά μου κάτι ώρες δουλειάς. Ενώ αυτό που θέλω είναι να γλιστρήσω στο κρεβάτι σας…
Το πιο απογοητευτικό είναι το πρωινό ξύπνημα. Δεν ξέρω πώς είναι δυνατόν και, ενώ ούτε βαθιά κοιμάμαι ούτε κι ώρες πολλές, κάθε βράδυ ξεχνιέμαι… Και κάθε πρωί – ακριβές αντίγραφο του προηγούμενου – ανοίγω τα μάτια και μου τα τραυματίζει ένας άγνωστος, ξένος, ανεπιθύμητος τόπος. Πρώτη αντίδραση, ξάφνιασμα. Δεύτερη, επαναφορά της μνήμης. Τρίτη, απογοήτευση. Τέταρτη, υπομονή…βαριά ανάσα. Πέμπτη, τα μάτια μου γεμίζουνε ξανά, σιγά σιγά, απ’ το δικό μου το τοπίο. Μπλε, υγρό κι ηλιόλουστο… Λίγο μακρινό Αλλά ο προορισμός.
Το βιβλίο που μου στειλε η Χαρά και με πολλή χαρά διαβάζω:-) (Μαζί το Τοταλ της ΦΑΓΕ που είναι και το μόνο γιαούρτι που έχουνε εδώ χωρίς φρούτα. Και στον υπολογιστή τα Υπέροχα Πλάσματα)
Το πάρκο με τα σκιουράκια όπου ξεδιπλώνω τα τρεχτικά μου σέσιονς
Τα σκιουράκια αυτοπροσώπως...
Και...Η πρώτη διασταύρωση απ' το σπίτι μου! CHERRY AVENUE!!! Απίστευτο;
Πολύ...Αμερική η Αμερική, ε; ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ και μην ξεχάσετε να βάλετε έναν Μάρτη:-)
Αυτές τις μέρες είναι τόσο όμορφη, μα ΤΟΣΟ όμορφη που σου ‘ρχεται να κλαις. Αυτός ο ήλιος…κι η θάλασσα μπλε…ΤΟΣΟ μπλε! Και πάνω στον τρούλο της ΧΑΝΘ η σημαία, γαλάζια-άσπρη, να τεντώνεται και ν’ ανατριχιάζει στα χάδια του αέρα… Κι η παραλία γεμάτη από ανθρώπους… Κάτι καραβάκια χρωματιστά πιο μέσα κι από πάνω άσπρα συννεφάκια και γλάροι… Και πέφτει η νύχτα κι ανεβαίνει ένα τεράστιο φεγγάρι, άσπρο, πάνω από τις κίτρινα φωτισμένες ομπρελίτσες του Ζογγολόπουλου και πάνω από τα επίσης γλυκοφωτισμένα Κάστρα… Κι ήρθε επίσκεψη η Άνοιξη στο σπίτι του Χειμώνα… Και φόρεσε για την επίσκεψη αυτή τα πιο όμορφα φορέματά της. Κι έγινε η πόλη μου ένα μίγμα άσπλαχνο προς την καρδιά μου… κι άσπλαχνο προς το σώμα μου… που πρέπει πάλι, τόσο σύντομα, να την αποχωριστούν…