Κυριακή, Μαΐου 18, 2008

Χωρίς Ειρμό

Βρίσκομαι εδώ και προσπαθώ να αισθανθώ τι αισθάνομαι… Δεν ξέρω αν αυτό έχει συμβεί και σ’ άλλους. Ίσως και να είναι ο ορισμός του “σαστισμένου”. Αλλά όχι ακριβώς. Γιατί το σάστισμα εμπεριέχει μάλλον και το ξάφνιασμα. Κι εγώ δεν είμαι ξαφνιασμένη. Το ήξερα ήδη 7 μήνες πριν που ξεκινούσε. Σήμερα θα τελείωνε. Και τέλειωσε. Και τώρα που τέλειωσε νιώθω λίγο άδεια μέσα μου
και λίγο στο κενό, ως αντικείμενο σε κάποιον χώρο.
Σαν κλειδωμένη απ’ έξω.
Κι ίσως έξω υπάρχουν πολλά πράγματα. Πολλές επιλογές ή εμπειρίες. (Καλά, πείσε και τον εαυτό σου τώρα!) Μόνο που εγώ θα ήθελα να ήμουν μέσα! Κι ας ήμουν ΚΛΕΙΔΩΜΕΝΗ σ’ αυτό το μέσα”!
Σχετικό πράγμα ακόμη κι η ελευθερία.
Ξέρω. Θα περάσει. Σε λίγο καιρό δεν θα νιώθω πια έτσι. Ναι. Αλλά αυτόν τον “λίγο καιρό” δεν θέλω να τον ζήσω! Χάσιμο χρόνου.
Ας μπορούσα τουλάχιστον να κοιμηθώ βαθιά. Πολύ βαθιά για μερικές μέρες. Χωρίς καν όνειρα. Μέχρι ν’ απομακρυνθεί έτσι λίγο χρονικά, να μην βαραίνει τόσο. Να ξυπνήσω με καθαρό πια το μυαλό και με δύναμη για το επόμενο βήμα.

Δε βαριέσαι!
Τουλάχιστον, όλο αυτό είναι φυσιολογικό. Γιατί να το παλεύω;
Θα εκμεταλλευτώ πάλι τους φίλους μου, τα πόδια μου,
τα ΔΓιαμάντΓια…ό,τι μπορώ τέλος πάντων…μέχρι να μου περάσει. Μόνο το μυαλό μου θέλω ν’ αφήσω σε αδράνεια. Δεν μου χρειάζεται καθόλου τώρα. Αλλά μάλλον σε αυτό θα αντιμετωπίσω δυσκολία.

…Πωπω! Σταματάω! Τι σκορποχώρι είμαι σήμερα! Τι “ό,τι να ‘ναι” είν’ αυτό στον γραπτό λόγο! Σας ορκίζομαι όμως. Μέσα μου έχει συνοχή.
Αλήθεια! :-)

ΥΓ: Ψιτ! Μια σοκολάτα κανείς; Αλλά όχι ο Σημάν. Γιατί αυτός θα μου δώκει καμία υγείας κι εγώ δεν είμαι για υγείες τώρα.
(Γιατί είναι πικρή η υγείας, γμτ;)

Πέμπτη, Μαΐου 15, 2008

Idioγράφημα

Άλλο ένα μπλογκοπαιχνίδι που δεν μπόρεσα να αρνηθώ. Ύστερα από πρόσκληση της λου, φωτογραφίζω κι εγώ κάτι χειρόγραφο...Μόνο που μάλλον πρέπει να κλικάρετε για να φανεί:-)

Όροι του παιχνιδιού :
1. Γράψε

2. Σκάναρε (ή φωτογράφισε… )
3. Πόσταρε.
4. Ειδοποία!
5. Προσκάλεσε άλλους 5 ή και περισσότερους blogger να συμμετέχουν.
6. Ανέφερε οτι είναι για το
http://www.autographcollectors.blogspot.com/ (επίσης απαραίτητα, για να μαζευτούν όσο περισσότερα χειρόγραφα γίνεται).

Οι περισσότεροι το έχουν ήδη πράξει απ' όσο είδα. Ωστόσο, αν έχουν όρεξη και οι Freerider, Τertul, Zpi, παρείσακτος και Χαξού...:-)

Πέμπτη, Μαΐου 08, 2008

Η ΑΚΟΛΟΥΘΑ Η ΟΔΗΓΑ

Η ΑΚΟΛΟΥΘΑ Η ΟΔΗΓΑ
Η ΦΥΓΕ ΑΠ’ ΤΗ ΜΕΣΗ




Αν δεν μπορείς να μου δώσεις κάτι, κάτι να πιστέψω
Μη μιλάς, εγώ θέλω ν’ ακούσω το τραγούδι
Να διαλέξω, ν’ αναπνεύσω, να τελειώσω, να χορέψω
Πάνω απ’ όλες τις σκιές, κάτω από ένα λουλούδι
Τα ρυάκια συναντιούνται, σύντομα θα ‘ναι πλημμύρα
Ίσως ξεπλύνουν τους στάβλους όταν θα σπάσει η βιτρίνα
ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΣΑ ΨΕΜΑΤΑ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΑΤΑΠΙΕΙΣ;
ΝΑ ΦΛΥΑΡΕΙΣ! ΝΑ ΦΛΥΑΡΕΙΣ!
ΜΗΝ ΣΤΑΜΑΤΑΣ ΓΙΑΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΙΣ…

Δώσμου ένα καλό λόγο, ένα καλό λόγο να ζήσω
Εκτός απ’ το να νιώθω, ν’ ακούω και να χτίζω
Όχι κελιά, σαν αυτά που χτίζεις τα όνειρά σου
Ούτε πανάκριβα ψυγεία για να βάλεις την καρδιά σου
Είναι οι βέργες δεμάτι… Τώρα πια δεν λυγίζουν
Κάποιοι κάκτοι κάνουν κάτι, κάποιοι κάκτοι ανθίζουν
Και ναι, στους ανεμόμυλους κοιτάζουν τη θλίψη
Είναι τρελοί! Είναι τρελοί!
Που αναπνέουν και διαβρώνουν τη θλίψη…

Ναι, περπατάς όσο αντέχεις κι όσο αντέχεις περπατάς
Κι αν ποτέ σταματήσεις, σταματάς να γελάς
Δρόμος δεν υπάρχει, στο ‘χω πει ταξιδιώτη
ΜΟΝΟ
O ΦΟΒΟΣ Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ ΝΑ ΣΕ ΛΕΕΙ
“ΠΡΟΔΟΤΗ”
Η χιονοστιβάδα είναι μόνο χιονονιφάδες μακριά
Σ’ όλα τα δόγματα που χτίζεις πάντα υπάρχει ένα “αλλά”
Μία κίβδηλη πουτάνα κι ένας νόμιμος ληστής
Πού θα πας; Πού θα πας;
Από σένα δεν μπορείς να κρυφτείς…

Η ΑΚΟΛΟΥΘΑ Η ΟΔΗΓΑ
Η ΦΥΓΕ ΑΠ’ ΤΗ ΜΕΣΗ



Μαύρη Μαγιονέζα

Τετάρτη, Απριλίου 30, 2008

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ

Επειδή η Πρωτομαγιά ως γνωστόν, “δεν είν’ αργία είν’ απεργία” κι επειδή όλοι πιστεύω ότι καταλαβαίνουμε καλά πλέον πως τα πράγματα σφίξανε και συνεχίζουνε να σφίγγουνε επικίνδυνα, θα κάνω την δική μου αναφορά στη μέρα, μ’ ένα ποστ κι ένα τραγούδι.
Όχι μία ακόμη ιστορική/επετειακή αναφορά στη μνήμη όσων αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν, αλλά μία πρόσκληση μάλλον, για αγώνες που πρέπει να κάνουμε εμείς. Οι αγώνες άλλωστε πιστεύω πως είναι ο πραγματικός φόρος τιμής σ’ εκείνους αλλά και ο μονόδρομος για μας, αν δεν θέλουμε να βαυκαλιζόμαστε πως θα μας χαριστούν όσα μας ανήκουν.
Όχι άλλα λόγια δικά μου. Παραθέτω ένα κείμενο που μοιράζανε οι εκπαιδευτικοί κατά τη μεγάλη απεργιακή κινητοποίηση που κάνανε πέρυσι και που νομίζω ότι πολύ απλά και όμορφα τα λέει όλα.
Νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να το διαβάσετε και κάντε τη μεταφορά σε όποιον χώρο επαγγελματικό κι αν ανήκετε.

- Εσείς κυρία θα απεργήσετε;

- Φυσικά παιδί μου.
- Και θα πληρώνεστε τις μέρες της απεργίας;
- Όχι παιδί μου.
- Κι αν τα αιτήματα σας δικαιωθούν θα αφορούν κι αυτούς που δεν απείργησαν;
- Μα φυσικά.
- Μα αυτό κυρία, εκτός από άδικο, είναι κι άτιμο.
(αυθεντικός διάλογος ανάμεσα σε εκπαιδευτικό και μαθητή λίγο πριν την απεργία)

Μας έλεγες: «Με 24ωρες και 48ωρες απεργίες τίποτα δεν γίνεται»
Για αυτό και ‘μεις αποφασίσαμε αγώνα διαρκείας. Αν έρθεις μαζί μας θα είμαστε πιο δυνατοί. Αν έρθεις μαζί μας θα νικήσουμε συντομότερα.

Μας λες: «Δεν μπορώ να χάσω μεροκάματο. Δεν έχω. Με πνίγουν οι ανάγκες. Λυπάμαι.»
Σου λέμε: Δεν απεργεί αυτός που «έχει». Απεργούμε όλοι για να «έχουμε».
Και το δικό μας βιβλιάριο αδειάζει πριν τελειώσει το δεκαπενθήμερο. Κι εμείς δάνεια έχουμε. Κι αν χρειαστεί θα ξαναδανειστούμε, για να μη γίνουμε άδικοι, άτιμοι κι ανεύθυνοι.
Για να μη γίνουμε απεργοσπάστες. Κατάλαβε το. Μας προσβάλλει ο εγωισμός σου.
Κι εμείς ανάγκες έχουμε. Γι’ αυτό και απεργούμε.

Μας λες: «Πρέπει να βρούμε διαφορετικές μορφές πάλης»
Σε προσκαλέσαμε σε τόσες συνελεύσεις και σε προσκαλούμε και τώρα να ‘ρθεις μαζί μας και να μας πεις τις δικές σου μορφές πάλης για να τις περπατήσουμε μαζί.
Σου λέμε πάντως καθαρά και ξάστερα: στο βασίλειο της «ελεύθερης οικονομίας» τα πάντα «κοστίζουν». Και πάνω απ’ όλα οι αγώνες.

Μας λες: «έλα μωρέ, με την απεργία τίποτε δεν γίνεται».
Σου λέμε: Πολλά γύρω μας γίνανε. Μήπως δεν ξέρεις ότι τίποτα δεν μας χαρίστηκε; Μήπως δεν ξέρεις ότι αυτά που σήμερα ακόμα κρατάμε τα πήραμε με τους αγώνες των προηγούμενων;
Άλλωστε καταλαβαίνεις τι μας περιμένει χωρίς την απεργία. Το βλέπεις δέκα χρόνια τώρα. Στη δουλειά που κάθε χρόνο γίνεται και χειρότερη. Στο μισθό που λιγοστεύει. Στη σύνταξη που απομακρύνεται. Στα μάτια των μεγαλύτερων μαθητών που κάθε μέρα αδειάζουν από τη δυσπιστία γι’ αυτό που τους περιμένει.
Την απεργία δεν την κάνουμε εμείς. Την κάνουν αυτοί που κάθε μέρα πριονίζουν περισσότερο το δικαίωμα μας να εργαζόμαστε με αξιοπρέπεια.
Αυτοί που με τους ασφαλιστικούς τους νόμους θέλουν να κάνουν τις τάξεις μας –εκτός από χώρους ζωής μας- και χώρους θανάτου μας.
Αυτοί που πιστεύουν πως δεν πιστεύουμε τα λόγια για αλληλεγγύη, αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη που καθημερινά διδάσκουμε στους μαθητές μας.

Μας λες: «ποιος θα μας ακούσει; ποιος νοιάζεται τώρα για την εκπαίδευση;»
Σου απαντάμε. Εσύ. Κι εμείς. Και χιλιάδες άλλοι που βλέπουν πως το αυτονόητο στις μέρες μας παράλογο βαφτίζεται, πως το αίτημα να ζούμε με αξιοπρέπεια από το μισθό μας βαφτίζεται κλοπή, πως το δικαίωμα στη δουλειά και τη μόρφωση βαφτίζεται άχρηστη πολυτέλεια, πως η καταδίκη των φτωχών μέσα από την εμπορευματοποίηση της παιδείας λογίζεται μεγάλη εξυπνάδα, πως το ανθρωπιστικό κέρδος από την κουλτούρα υποχωρεί μπροστά στην «κουλτούρα του κέρδους».

Μας λες: «δεν έχω εμπιστοσύνη στην ηγεσία»
Σου λέμε: Σε προσκαλούμε (και τώρα) να ‘ρθεις στις συνελεύσεις για να σ’ ακούσουμε και να μας ακούσεις. Να δικαιολογήσουμε το «συν» του συνάδελφου μέσα από την κοινή μας απόφαση. Κι αν χάσουμε να ψάξουμε μαζί για το λάθος. Για να ξαναρχίσουμε τους αγώνες πιο σωστά. Έτσι κι αλλιώς θα έχουμε κερδίσει τη δυνατότητα να είμαστε μαζί, χωρίς να ντρέπεσαι, χωρίς να ντρεπόμαστε. Κι αν κερδίσουμε μαζί να χαρούμε.

Λες στους μαθητές σου: «στη ζωή πρέπει να βαδίζετε με ψηλά το κεφάλι»
Σε ρωτάμε: Με πόσο ψηλά το κεφάλι μπορούν να βαδίσουν οι «προσκυνημένοι»;
Το ξέρεις καλά και το ξέρουμε. Οι μεγάλες λέξεις που χρησιμοποιείς για να αποφύγεις τη συστράτευση έχουν ένα μεγάλο πλεονέκτημα. Πίσω τους μπορούν να κρυφτούν μικροί άνθρωποι.
Σου λέμε λοιπόν για στερνή φορά: Όποιος μάθημα κάνει σαν αρχίζουν τα μαθήματα των αγώνων κι αφήνει άλλους να αγωνισθούν για πράγματα που κι αυτόν τον αφορούν θα πρέπει δειλός κι ανεύθυνος να λέγεται.
Κι αν έρθει στην ήττα για να πει «εγώ σας τάλεγα» θα πρέπει επιπλέον κι αναίσθητος να λέγεται: αφού τα πράγματα που χάθηκαν κι αυτόν αφορούσαν.
Κι όταν έρθει στη νίκη με το τενεκεδάκι του απεργοσπάστη να μοιραστεί τα κέρδη,
πέρα από δειλός και ανεύθυνος και αναίσθητος, κι άτιμος να λέγεται πρέπει,
αφού τα πράγματα που με την τιμή των αγώνων και τους αγώνες της τιμής κερδήθηκαν
ήταν πράγματα που κι αυτόν αφορούσαν.


Αυτά!
Και το τραγουδάκι που τραγουδούνε πάντα αυτή τη μέρα στο τέλος της πορείας και που εμένα πάντα με συγκινεί πολύ.
Καλή Πρωτομαγιά
Στους δρόμους ελπίζω…


Κυριακή, Απριλίου 27, 2008

...........

Σήμερα ξύπνησα αργά –πολύ αργά για μένα- και δεν μπορούσα ν’ αποφασίσω τι θέλω να κάνω. Δεν ήξερα αν θέλω να διαβάσω, ν’ ακούσω μουσική, να βγω έξω να τρέξω, να κάνω καμιά δουλειά στο σπίτι ή να βγω με φίλους για καφέ. Η μέρα ψιλομουντή αλλά δεν μπορώ να πω ότι μ’ επηρεάζει αρνητικά. Μάλλον φιλική τη νιώθω.
Έκανα έναν καφέ και…δεν ξέρω…είναι απ’ τις ελάχιστες φορές που δεν «χρησιμοποιώ» μουσική…Μες στο κεφάλι μου συμβαίνουν διάφορα. Ίσως γι’ αυτό. Ίσως να επικρατεί πολλή φασαρία εκεί μέσα ήδη.
Μπερδεύονται τα πριν με τα τωρινά και τα μελλούμενα –άλλα συναισθήματα για κάθε χρόνο- τα σωστά με τα λάθη, η αλήθεια με το ψέμα κι η πραγματικότητα…Άλλο πράγμα η πραγματικότητα, άλλο η αλήθεια, άλλο η καθημερινότητα κι όλ’ αυτά κομμάτια ΜΙΑΣ ζωής, της ίδιας ζωής, που δεν ξέρει πώς να τα ταιριάξει μεταξύ τους χωρίς να διχάζεται, να μπερδεύεται και να “παραφρονεί”.
Πολλές φορές έχω την αίσθηση ότι ζω σε πολλούς κόσμους ταυτόχρονα. Και δεν μιλάω για την φαντασία
–αν και, εδώ που τα λέμε, δεν είναι κι αυτήν μια πραγματικότητα γι’ αυτόν που φαντάζεται; Καταναλώνει χρόνο, ενέργεια, «ζει» κάποια πράγματα, βιώνει μία κατάσταση. Και στο μεταξύ, περνάει κάποιος χρόνος, λεπτά ή ώρες, χρόνος της ζωής του, υπαρκτός χρόνος που δεν θα επιστρέψει, έχει όμως γραφτεί στην ιστορία του και στην φθορά των κυττάρων του.
Όμως εγώ δεν εννοώ αυτό. Εννοώ κανονικούς κόσμους. Κόσμους που γνωρίζει κανείς στην πορεία της ζωής του, όσο συνεχίζει να κινείται και να μαθαίνει… Όσο είναι παιδί, τα πράγματα είναι απλά. Ο κόσμος είναι η οικογένειά του. Λίγο μετά, προστίθεται ένας ακόμα, διαφορετικός, με άλλη σύνθεση προσώπων και άλλους κανόνες. Το σχολείο. Καθώς μεγαλώνει και ανάλογα με τις ασχολίες και τις συναναστροφές του, πάρα πολλοί κόσμοι προστίθενται, στους οποίους παίρνει μέρος ή πρέπει να πάρει ή θέλει να πάρει…Άλλο ένα πράγμα που μπερδεύεται στο μυαλό μου και προσθέτει κι αυτό στο μπάχαλο που επικρατεί: το “θέλω” με το “πρέπει” και με το “μπορώ”…
Και πάνω απ’ όλ’ αυτά, σαν σκιά…σαν ευχή και κατάρα μαζί, ο χρόνος.
…Δεν ξέρω τι κάνει στους άλλους ο χρόνος, νομίζω όμως ότι σ’ εμένα κάνει το αντίθετο. Όταν σκέφτομαι το χρόνο σαν απειλή, σαν κάτι που πρέπει να προλάβω, τα “πρέπει”, οι “κανόνες”, οι “απιθανότητες” και το “λογικό” εξουδετερώνονται. Η σημασία και η έπαρσή τους εκμηδενίζονται. Συνθλίβονται. Και τότε θέλω να τα κάνω όλα! Όλα αυτά που θέλω αλλά “δεν πρέπει”, όλα αυτά που “δεν γίνονται”, που ανήκουν σ’ άλλον κόσμο ή δεν είναι “λογικά” (Who says so?) Και το μόνο που με σταματάει είναι το μυαλό των υπολοίπων που συμπεριφέρονται σα να ‘ναι δεδομένοι πάνω στη γη, σα να πρόκειται να ζήσουνε για πάντα κι όλο αναβάλουνε τα θέλω τους και ζουν με…σύνεση. Εγώ πάντως, δεν ξέρω αν θα ζω αύριο. Κανένας δεν μου το εγγυάται. Κι εδώ είναι κι η ερώτησή μου: αν σου έλεγαν ότι σίγουρα σε δυο βδομάδες θα πεθάνεις, σε ποιο “πρέπει” θα έδινες σημασία προκειμένου να κάνεις κάτι που θέλεις πολύ; Τι θα ήταν τότε αλήθεια και τι όχι; Τι θα σου φαινότανε απίθανο και τι παράλογο; Τι “λογικό” θα σε σταματούσε;…Ή μήπως θα βρισκόσουν τότε υπό την επήρεια κάποιας τρέλας; Εγώ λέω, καθόλου! Καμιά τρέλα! Απλά, τότε θα αποκτούσες άλλη σχέση με τον χρόνο και τα πράγματα. Τότε, κάποια πράγματα θα είχαν άλλο βάρος.
Μάλλον το πραγματικό τους.

Τετάρτη, Απριλίου 16, 2008

ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ

Παράβολο από ΔΟΥ: 10€
Μεταφρασμένο πτυχίο αγγλικών: 30€
Μεταφρασμένο πτυχίο ισπανικών: 30€
Σφραγίδα για κάθε πτυχίο χρήσης H/Y: άλλα ποσά που δεν θυμάμαι…ζαλίστηκα!
Έξοδα αποστολής στον φορέα προκήρυξης: 5€
Δηλαδή, γύρω στα 100€ για να κάνεις απλά μια αίτηση!
(Για να μην πω για το ψυχικό και σωματικό κόστος)
Θέσεις γυμναστών σε όλη την Ελλάδα: 4!!!
Αδιόριστοι γυμναστές: ?!!!!!!!!!!!!???
Πάντως, στον τελευταίο ΑΣΕΠ ήμασταν 12.000 υποψήφιοι…οπότε υπολογίστε…
Και βέβαια, θα περάσεις κι από συνέντευξη στην Αθήνα (να υπολογίσω και τα έξοδα του ταξιδιού με τις νέες τιμές στα διόδια?), από 6 άτομα.
Και πείτε μου έναν που να πιστεύει ότι οι θέσεις αυτές δεν είναι καπαρωμένες ήδη.
Και το ξέρουν όλοι. Αλλά όλοι πηγαίνουν.
Κι εγώ μαζί. Κι η κολλητή μου, μουσικολόγα εκείνη για 8 θέσεις, ε! είναι σε καλύτερη μοίρα, δεν είναι? ΧΑΧΑΧΑ!
Στα 7 με 10 λεπτά που ήμασταν στο ταχυδρομείο ήταν τουλάχιστον άλλοι 10 για τον ίδιο σκοπό. Αναρωτιέμαι∙ όλη τη μέρα, πόσοι? Κι όλες τις προηγούμενες μέρες? Και σ’ όλη την Ελλάδα?
Κι όμως, πάνε! Όλοι πάνε!
Τελικά δεν την έκανα την αίτηση…Αυτή τη φορά, δεν άντεξα το δούλεμα. Ξεκίνησα τη διαδικασία, μάζεψα το χαρτομάνι, ξενύχτησα μες στο άγχος, έχασα και τα 20 πρώτα €, αλλά όταν υπολόγισα το σύνολο, τους έστειλα στον διάολο!
Αλήθεια, υπάρχει άλλη χώρα όπου το επίσημο κράτος φέρεται τόσο μα τόσο πρόστυχα?
Ζητούν από ανέργους (που οι ίδιοι δημιουργούν) να δίνουν κάθε τόσο τόσα χρήματα για μία προκήρυξη που βγάζει μάτι πως είναι σικέ απ’ την αρχή.
Κι άντε, να κάνω τη χαζή και να πω ότι δεν είναι σικέ. Για ποιον δουλεύουν, δε μας λένε?
Για τους δικηγόρους? Για τα μεταφραστικά? Για ποιους? Βοηθήστε με να καταλάβω, αν ξέρετε. Εμένα μου φαίνονται όλοι μια συντεχνία απατεώνων.
Θα καταλάβαινα να δώσω αυτά τα χρήματα (λέμε τώρα!) αν μου λέγαν να προσκομίσω όσα ζητούν ΕΦΟΣΟΝ με προσλαμβάνανε. Όχι όμως απλά και μόνο για την αίτηση. Αν αυτό δεν είναι χυδαιότητα τότε ποιο είναι?
Και τέλος πάντων, και όλοι εμείς που παίζουμε και ξαναπαίζουμε το παιχνιδάκι τους πάλι και πάλι -καθόλου από αφέλεια αλλά από ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ- τι προβατάρες είμαστε τελικά!!!
Πόσες φορές ηλίθιοι! Πάλι και πάλι! Και μέχρι πότε!

Κατά τ’ άλλα, η εξυγίανση του αθλητισμού τους μάρανε! Από άρρωστα μυαλά (η αρρώστια της ματαιοδοξίας, της αχορταγιάς και της ανηθικότητας!), τι εξυγίανση να περιμένεις! Και ποιον πείθουν ότι τους νοιάζει? Μας δουλεύουνε? Αφού δεν έχουν καν αθλητισμό. Μόνο ντόπινγκ!
Άει στο διάολο! Αυτό έχω μόνο να πω!
………………………………………………………………………………………………
Κι ήρθε η ώρα εδώ να κολλήσω κι ένα μπλογκοπαίχνιδο που χρωστάω στην Ανεφελίτσα και που μ’ όλες αυτές τις μπούρδες το άργησα πάρα πολύ. Αλλά τώρα, κολλάει κιόλας γάντι!
Γιατί το παιχνιδάκι έχει ως εξής: Πρέπει να γράψω τα τρία τραγούδια που μπορούν να μου φέρουν ως και δάκρυα στα μάτια. Καλά, κατά καιρούς το παθαίνω με διάφορα. Αφού όμως πρέπει να πω τρία, θα πω αυτά με τα οποία το παθαίνω σχεδόν πάντα.

1) Το «Πέσατε Θύματα» από τα ΑΝΤΑΡΤΙΚΑ.
2) Το «Δεν πα’ να μας χτυπάν» του Άσιμου
3) Το «Βαρέθηκα» του Άσιμου.


Από τα τρία, λόγω ποστ, επιλέγω να βάλω το τρίτο, μια που εκφράζει ΑΠΟΛΥΤΑ αυτό που θέλω να πω.
Καλή ακρόαση!

Δευτέρα, Μαρτίου 31, 2008

Το νεροπαραμύθι

Κάποτε το νερό ερωτεύτηκε τη φωτιά.
Πρώτη φορά την κοίταξε όταν ακόμα εκείνη ήτανε φλόγα μόνο.
Την κοιτούσε από ψηλά ενώ το ίδιο ήταν ακόμη σύννεφο στον ουρανό.
Την κοιτούσε που τρεμόπαιζε τσαχπίνικα

Που χόρευε μέσα στα κόκκινα φορέματά της.
Κι όσο την κοίταζε τόσο τη θαύμαζε.
Κι όσο τη θαύμαζε τόσο η θέρμη της το φόρτιζε

και την ερωτευόταν.
Το συγκινούσε και η μοναξιά της∙
αφού ήταν καταδικασμένη να καίει ό,τι υπάρχει γύρω της
κι έτσι να μένει μόνη.
Δεν το ‘θελε∙
Μα ήτανε στη φύση της όλα να τα καίει.
Το πάθος της ήτανε τέτοιο που δεν μπορούσε να το συγκρατήσει.
Κι έτσι όλο έκαιγε…και έκαιγε…
Κι όσο έκαιγε τόσο απλωνότανε∙ και φούντωνε∙ κι ομόρφαινε…

Οι άνθρωποι πανικοβλήθηκαν!
Κι αυτό, που ήτανε σύννεφο και την ερωτευόταν,
κατακλυζόταν απ’ τις παρακλήσεις τους και τις ευχές τους
νερό να γίνει,
μια δυνατή νεροποντή, να πέσει πάνω στη φωτιά να τη σκοτώσει.
Μα εκείνο αρνιότανε!
Και μαύριζε και θύμωνε

και κανενός δεν ήθελε να κάνει τέτοια χάρη!
Κι αντί για στάλες, έστελνε μόνο κεραυνούς∙
συμπαραστάτες στην αγαπημένη.
Όμως, κι αν μπόρεσε ν’ αντισταθεί στων ανθρώπων

τις κατάρες και ευχές,
κι αν τελικά δεν έγινε νεροποντή, όπως αυτοί θα ‘θέλαν,
στον πόνο για τον ίδιο του τον έρωτα
–τον ανεκπλήρωτο εξαρχής- δεν άντεξε.
Έγινε δάκρυ…ζεστή βροχή…κι έσταξε ίσια στην καρδιά της.

Εκείνη έσβησε,...

…Εκείνο στέγνωσε,...


Τρίτη, Μαρτίου 25, 2008

Γνωρίζοντας τους ανθρώπους...?

Μου τη δίνουν οι άνθρωποι που όλη την ώρα σου χαμογελούν χωρίς καθόλου να το αισθάνονται, μόνο και μόνο για να είναι «ευγενοφανείς» -αλήθεια γιατί δεν τη χρησιμοποιούμε αυτή τη λέξη; Νομίζω ότι παίζει περισσότερο κι από το «σοβαροφανείς».

Μου τη δίνουν οι γλοιώδεις και οι κόλακες, που ανεπίσημα θα σπέυσουνε με θέρμη να σε παραδεχτούν για τα ταλέντα, τις απόψεις σου, το θάρρος σου, αλλά μπροστά σε άλλους δεν θα πάρουνε ποτέ τους θέση.

Μου τη δίνουν οι απίστευτα κουτσομπόληδες, που θέλουν να τα ξέρουν όλα, για όλους και για όλα, και που δεν έχουν το στοιχειώδες τακτ να το κρύψουν, αλλά γίνονται στην ψύχρα αδιάκριτοι σε βαθμό αηδιαστικό και προσβλητικό, κάνοντας προσωπικές ερωτήσεις με το θράσος να αυτοθεωρούνται φίλοι που ως εκ τούτου ενδιαφέρονται ή παριστάνοντας απλά τους δήθεν αφελείς.
(Άσε που έχω την εντύπωση ότι αυτό το τελευταίο, το να το παίζουν λίγο αφελείς, κάποιοι το θεωρούνε και γοητευτικό. Ή χαριτωμένο. Μπλιαχ, δηλαδή!)
Και επίσης, απορώ. Τόσο άδειες είναι οι ζωές τους δηλαδή που προσπαθούν να τις γεμίσουνε παρατηρώντας και μιλώντας για τους άλλους; Εγώ γιατί το θεωρώ αφόρητα κουραστικό, αδιάφορο και βαρετό;
Και, συγχωρήστε μου και τον συντηρητισμό αλλά για μένα η ευγένεια κι η διακριτικότητα είναι αρετές!

Μου γυρίζουν τ’ άντερα στην κυριολεξία οι δημοσιοσχεσήτες, με τα «καλημέρα», «καλησπέρα», «καληνύχτα» και «τι ωραία ρούχα που φοράς», που χώνονται παντού για να γνωρίσουνε τους πάντες και ΚΥΡΙΩΣ για να ΤΟΥΣ γνωρίσουνε οι πάντες.
Θα μου πείτε∙ μα αυτοί είναι οι μόνοι που πιάσανε το νόημα. Ξέρουν καλά πως μόνο έτσι θα προοδεύσουν. Και μια και η αναξιοκρατία είναι ό,τι κυριαρχεί στις μέρες μας, τους συγκεκριμένους ανθρώπους, τους ευνοεί στο έπακρο. Γιατί να μην το εκμεταλλευτούν; Κατά αυτούς, είναι εξυπνάδα.

Δίκιο έχουν όντως, αυτοί προοδεύουν.
Εμένα πάντως, εξακολουθούν να μ’ αηδιάζουν.
Και πολύ θα ήθελα να τους δω σ’ ένα απόλυτα αξιοκρατικό καθεστώς. Υποψιάζομαι, αυτοί δεν θα το θέλανε καθόλου.

Σιχαίνομαι και τρομάζω με την κακία, πράγμα που, προσωπικά, πολύ σπάνια καταλογίζω σε κάποιον, αλλά επειδή μου έτυχε πάρα πολύ πρόσφατα, το αναφέρω κι αυτό. Υπάρχουν και κακοί άνθρωποι. Δεν ξέρω πώς γίνονται, αλλά υπάρχουν. Δεν το έχω σχεδόν ποτέ στο μυαλό μου, όμως δυστυχώς –όχι συχνά, ευτυχώς- κάποια στιγμή, έρχεται κάποιος να στο θυμίσει.


Μου τη δίνουνε και όσοι θεωρούν τον εαυτό τους κάτι το ιδιαίτερο, παιδιά άλλου θεού ένα πράγμα, που τους αρμόζει διαφορετική αντιμετώπιση από άλλους σε μια ίδια κατάσταση. Τους οποίους άλλους, υποτιμούν…(Πωπω! Κάτι τέτοιοι, ένα μπερντάκι οφ δε ρέκορντς, το χρειάζονται.) Που κανείς δεν θέλουνε να τους κρίνει, οι ίδιοι όμως ως ξερόλες, έχουν το δικαίωμα να δηλώνουν γνώμη για τα πάντα (εκεί που τους παίρνει, βέβαια, γιατί είναι και θρασύδειλοι, συνήθως.)
Ύστερα εγώ είμαι σνομπ!

Μου τη δίνει όταν τη δική μου/σου/του –γενικώς- διακριτικότητα, ευγένεια, αξιοπρέπεια και -γιατί να μην το πω κι έτσι;- ανωτερότητα, οι άλλοι την περνούν για αφέλεια και σου συμπεριφέρονται σαν ηλίθιο, νομίζοντας πως επειδή δεν μιλάς δεν καταλαβαίνεις κιόλας ή παριστάνοντας ότι νομίζουν πως δεν καταλαβαίνεις επειδή ακριβώς ξέρουν ότι όσο κι αν καταλαβαίνεις, δεν θα μιλήσεις.

Με απογοητεύουν και με πληγώνουν κάποιοι που είναι ευφυέστατοι, έχουν κι έναν βαθμό ευαισθησίας αρκετά αναπτυγμένο, ώστε να αντιλαμβάνονται, να διακρίνουν και να αναγνωρίζουν αξίες, ήθη, χαμέρπειες, μικρονοησίες, καθώς και όλα όσα λέω παραπάνω, αλλά για ένα ελάχιστο προσωπικό κέρδος, ίσως (όπως το αντιλαμβάνονται αυτοί) ή δεν ξέρω για ποιον άλλον λόγο, δέχονται/ανέχονται όλες αυτές τις συναναστροφές, ανταλλάσσοντας κολακείες, απορροφώντας με αξιοθαύμαστη διπλωματία κουτσομπολιά αποφεύγοντας να φορτωθούν οι ίδιοι τη ρετσινιά του «κουτσομπόλη» και μην καταλαβαίνοντας πως χάνουν έτσι την γοητεία που τόσο απλόχερα τους χαρίζει η ευφυΐα τους. Ίσως μερικές φορές η ανασφάλεια να ξεπερνά την ευφυΐα. Ξέρω ‘γω;

Αλλά πάνω απ’ όλα, μου τη δίνει αφάνταστα ο εαυτός μου, που όταν βρίσκεται σε ένα τέτοιο περιβάλλον παριστάνει όντως τον ηλίθιο και αφήνει να τον υποτιμούν. Κι ύστερα πρέπει να παλεύω για μέρες μόνη μου μαζί του, με σκέψεις και με συναισθήματα που γεννιούνται αναδρομικά και φουντώνουν προοδευτικά. Μου τη δίνει να το παίζω φίλη ενώ δεν είμαι ούτε γι’ αυτούς ούτε για μένα και το ξέρουμε όλοι.
Θα ήθελα να ξέρουν τουλάχιστον, να τους το είχα δείξει με κάποιον τρόπο, ότι καταλαβαίνω και πολύ καλά μάλιστα.
Απλά, ανέχομαι.

Παρασκευή, Μαρτίου 21, 2008

ΠΑΝΔΑΙΣΙΑ

Περπατούσα στην παραλία,
την ώρα που τσιλιμπούρδιζε η μέρα με τη νύχτα.
Λεπτή ομίχλη ή το πέπλο της βροχής,

δε μ’ αφήνανε να βλέπω καθαρά.
Μαγικό το τοπίο.
Περπατούσα πλάι στη θάλασσα, κάτω από τα φαναράκια.
Καθαρά τα κοντινά, θόλωνε το φως στα πιο απομακρυσμένα.
Όμως, όπως εγώ περνούσα, αλλάζανε κι αυτά.
Κι ήτανε άλλα εκείνα που φωτίζαν καθαρά,
ενώ τα προηγούμενα σβήνανε τώρα στην ομίχλη.
Όσα ήταν αρκετά μπροστά, μέλλον θαμπό, σαν απειλητικό προμήνυμα.
Μα πώς ανάβαν μόλις τα πλησίαζα!
Κι ας ήτανε θολά όσα κοιτούσα με τα μάτια.
Όταν πατούσα με τα πόδια τελικά, ξεκαθαρίζαν όλα.



Κι ένα τραγουδάκι που εκφράζει τα κάτω και τα πάνω μου
(που συνέχεια πάνω-κάτω είναι δηλαδή και θα πρέπει να τα συνηθίσω:-p)
Από την πανδαισία ήχων, στίχων και...ΔΑΡΝΑΚΩΝ.
Υπέροχο!

Δευτέρα, Μαρτίου 10, 2008

ΟΤΑΝ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ "ΠΑΙΧΝΙΔΙ"

Και το θεωρούσα ένα από τα καλύτερα παιχνίδια που κυκλοφορούν...

Μου το είπε ένας εκπαιδευτικός. Έκανε το λάθος και πήρε δώρο στο παιδί του το παιχνίδι «γνώσεων» με κάρτες Trivial Persuit '90. Μούδιασε όταν άκουσε από την μικρή του κόρη να τον ρωτάει "Μαθηματικός που έπεσε νεκρός προσπαθώντας να θέσει τέλος σε κατάληψη Λυκείου στην Πάτρα το 1991". Η απάντηση στο πίσω μέρος της κάρτας έγραφε "Νίκος Τεμπονέρας".
Έπεσε νεκρός; Πώς δηλαδή, παραπάτησε; Αυτό δε το τεράστιο ψέμα ότι προσπαθούσε να θέσει τέλος στην κατάληψη, ενώ στην πραγματικότητα συμπαραστεκόταν στους καταληψίες μαθητές πώς να το εξηγήσουμε;
Για να μην ξεχνάμε λοιπόν την ιστορία και για να μην την ξαναγράφουν κάποιοι όπως τη θυμούνται (στην καλύτερη) ή όπως τους βολεύει: "Ο Ν. Τεμπονέρας δολοφονήθηκε από τα μέλη της ΟΝΝΕΔ Σπίνο και Καλαμπόκα που προσπάθησαν να εισβάλουν βιαίως στον χώρο της κατάληψης χρησιμοποιώντας λοστούς (και άλλα φονικά αντικείμενα)". Αν μη τι άλλο είναι και απόφαση δικαστηρίου...
(Από την Αυγή 28/12)

Χρήστος Κάτσικας

Τελικά ο σκόπιμος, βεβαίως, αποπροσανατολισμός (γιατί, μη μου πείτε ότι αυτά γίνονται τυχαία και επιπόλαια) έχει εισχωρήσει παντού. Από πού να προφυλαχτεί κανείς και τι να παρακολουθήσει πρώτα;
Τα συμπεράσματα, δικά σας.

Παρασκευή, Μαρτίου 07, 2008

Άνοιξη

Μετά από αρκετές μέρες εντελώς ηλιόλουστες, που είχαμε ξεχάσει ότι είχαμε χειμώνα, σήμερα η μέρα είναι μάλλον μουντή. Δεν κάνει κρύο βέβαια, αλλά κάθομαι στο μπαλκόνι μ’ έναν καφέ φίλτρου στο πλάι, χωρίς τον ήλιο να μου κλείνει τα μάτια. Τα περισσότερα δέντρα έχουν ήδη ανθίσει. Όπου να ‘ναι θ’ ανθίσει κι η αχλαδιά στην αυλή μας. Την βλέπω φορτωμένη με μπουμπούκια, έτοιμα να σκάσουν στην επόμενη αχτίδα ίσως. Τα πουλιά κόβουν βόλτες και ανταλλάσουνε φωνούλες και παιχνίδια, όπως πάντα.
Μόλις σηκώθηκα κι είδα τη μέρα έτσι, το πρώτο που σκέφτηκα και χαμογέλασα ήταν ότι, να, κάτι τέτοιες μέρες, αν η δουλειά σου είναι το σχολείο, με τα μικρά να τρέχουν πάνω κάτω και να φωνάζουν ασταμάτητα, δεν υπάρχουν καν! Εννοώ, οι μέρες οι μουντές. Με το που περνάς την πόρτα, με το που βρίσκεσαι στην αυλή του σχολείου κατακλύζεσαι, όχι από έναν, αλλά από πολλούς, από τόσους ήλιους όσα είναι και τα παιδιά στο σχολείο. Κι είναι τόσο ιδιαίτεροι ήλιοι αυτοί! Λες κι έχουνε βγει από παραμύθι. Δεν σε στραβώνουν, αντίθετα σε ξυπνούν. Καθαρίζουν τη ματιά σου και σε κάνουνε να βλέπεις πιο καθαρά. Σου δίνουνε Ζωή. Μια ενεργητικότητα που αναρωτιέσαι από πού στα κομμάτια ξεπήδησε ξαφνικά!
Αυτοί οι ήλιοι σου χαμογελούν γενναιόδωρα ή γελούν δυνατά, καθαρά, ανέμελα, αυθόρμητα, τσαχπίνικα και παιχνιδιάρικα. Άλλοτε, σ’ αγκαλιάζουν ξαφνικά, σ’ αιφνιδιάζουνε με χίλια δυο, σε «πειράζουν» κι η αφέλειά τους είναι η πιο έξυπνη αφέλεια του κόσμου. Καμιά φορά, όταν θλίβονται, σ’ αναζητούν με το βλέμμα και καρφώνουν πάνω σου κάτι αχτίδες πολύ ζεστές, όλο εμπιστοσύνη. Αυτοί οι μικροί ήλιοι ζητούν τη συνδρομή και την παρηγοριά σου και σε κάνουνε θεό. Πού να ‘ξεραν ότι αυτές οι τόσο ζεστές αχτίδες των λαμπερών δακρύων τους, σου λιώνουν την καρδιά και νιώθεις μικρός…μικρός…πολύ πιο μικρός από αυτά και το μόνο που έχεις τότε εσύ μεγάλο να τους δώσεις είναι μια αγκαλιά. Που και την ζέστη της ακόμη την παίρνει απ’ το δικό τους γέλιο κι απ’ τα δικά τους δάκρυα για να τους την επιστρέψει.
…….Ναι…Το ζήσαμε κι αυτό…
…Για καλό ή για κακό, δεν ξέρω.
Πάντως από τότε, όλοι οι άλλοι ήλιοι με στραβώνουν….

Καλό μήνα…αν και λίγο αργά.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 26, 2008

μπλογκοgame

Μετά από πάσα του Μαρκ και με σχετική καθυστέρηση, παίζω κι εγώ το παιχνίδι:

1. πιάνουμε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά μας αυτή τη στιγμή
2. το ανοίγουμε στη σελίδα 123 (αν είναι μικρό, παίρνουμε το επόμενο κοντύτερα σε μας, που έχει τουλάχιστον 123 σελίδες)
3. βρίσκουμε την πέμπτη περίοδο (you know, από τελεία σε τελεία)
4. αντιγράφουμε τις επόμενες τρεις, δηλαδή την έκτη, έβδομη και όγδοη και
5. πασάρουμε το παιχνίδι σε άλλους πέντε

…Βασικά, τα πιο κοντινά μου βιβλία δεν είχαν 123 σελίδες. Και αυτό το οποίο έπιασα τελικά, έχει μόλις 124!!! Δηλαδή, θα σας αντιγράψω το λίγο πριν το τέλος :-P
Το βιβλίο είναι «Η τρέλα του Πινοτσέτ» του Λουίς Σεπούλβεδα.
Έχουμε και λέμε:

“Τα μαύρα χρόνια της δικτατορίας στη Χιλή, οι αντιστασιακοί τραγουδούσαν κάποιους στίχους του Πολ Ελιάρ: «Γράφω τ’ όνομά σου στα τείχη της πόλης μου», και η ελευθερία υπήρχε πέρα από την άμεση μνήμη, πέρα από την πυρετώδη λαχτάρα να την κερδίσουμε, πέρα από τον πόνο για τόσους θανάτους στο όνομά της. Υπήρχε με όλη την απαστράπτουσα ισχύ της, γιατί κάθε φορά που κάποιος την επικαλούνταν, την επινοούσε ξανά.
Γράφω από αγάπη για τις λέξεις που αγαπώ, κι απ’ τη μανία να λέω τα πράγματα κάτω από ένα πρίσμα ηθικό, κληρονόμημα μιας έντονης κοινωνικής δράσης. Γράφω γιατί έχω μνήμη και την καλλιεργώ γράφοντας για τους δικούς μου, για τους περιθωριακούς κατοίκους των περιθωριακών κόσμων μου, για τις ενσαρκωμένες ουτοπίες μου, για τους ένδοξους συντρόφους μου, άνδρες και γυναίκες, που ηττήθηκαν σε χίλιες μάχες και εξακολουθούν να προετοιμάζονται για τις επόμενες, χωρίς να φοβούνται τις ήττες.”

…Πολύ σημαντικό βιβλίο….

Επειδή ξέρω ότι είναι ψιλοπιεστική η πάσα στα παιχνίδια κι επειδή απ' όσο είδα οι περισσότεροι έχουνε πάρει ήδη μέρος, το πασάρω στη lena, στον mr.sebs και στον παρείσακτο, ΑΝ έχουν διάθεση να το κάνουν.

Τσάο!

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 22, 2008

ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ

Γιατί δεν πατώ;
Πάντα «του αέρα»
Τα πόδια μου δεν πιάνουν γη

για πιο πολύ από δώδεκα ώρες.
Θέλω να κρατηθώ.
Σκέφτομαι τότε κάποιους φίλους που μοιάζουν σχήματα στερεά.
Τους σκέφτομαι κι αναρωτιέμαι…πώς;
Κι ύστερα θέλω να τους πω
να μου κρατήσουν το σκοινί
Να ‘ναι αυτοί τα πόδια μου στη γη
Να μην “ξεφεύγω”.
Γιατί είμαι μάλλον χαρταετός
Που και στον ουρανό ακόμα

έχασε τον προσανατολισμό του
Κι αναζητώντας κάτι να του δώσει ρεύμα
ορμάει με πάθος στα καλώδια.

update:




Μια που ο alexandros το έβαλε στα σχόλια
κι αφού κολλάει απόλυτα στο ποστ
κι αφού τυχαίνει να είναι και το αγαπημένο μου δικό τους,
προσθέτω και το τραγουδάκι των Διάφανων

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 15, 2008

Ιστορίες βροχής

Βγες στη βροχή. Έξω, στους δρόμους.
Δίχως ομπρέλα. Και ν` αποφεύγεις τα υπόστεγα.
Βγες κι άσε το νερό να σε μουσκέψει.
Βγάλε και τα παπούτσια.
Κοίτα τα πόδια σου πώς εμποδίζουν τη βροχή
να φτάσει στον προορισμό της

-ΑΝ ο προορισμός της είν` η γη-
Δε νιώθεις παντοδύναμος για λίγο;
Μείνε ένα τέταρτο με τη βροχή να σου μιλάει.
Κι εσύ μην πεις κουβέντα.
Μετά…γύρνα και μίλα μου…
Ίσως συνεννοηθούμε.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 12, 2008

Το χρώμα του Ήλιου;

Γι’ ακόμη μια φορά σκέφτομαι πως τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται.
Πως σε τίποτα δεν μπορώ να πιστέψω απόλυτα.
Όχι στα μάτια μου, τουλάχιστον.
Ίσως οι τυφλοί να είναι τελικά πιο «τυχεροί» απ’ αυτή την άποψη.

Είναι πάντα «φωτεινό» το «φως»;

Σκέφτομαι τις ώρες που αφήνομαι.
Που ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ μπορώ και αφήνομαι.
Που σε βρίσκω και σου μιλώ μες στο σκοτάδι μου.
Δεν «είσαι ένα φως» μέσα σ’ αυτό, όπως συνηθίζουνε να λένε.
Παραμένεις στο σκοτάδι…τόσο κοντά στην ψυχή μου…
…Ένα χάδι…Και το χάδι δεν μπορεί να ‘ναι λευκό.
Είναι ένα μαύρο
πυκνό, τρυφερό και βελούδινο
Φωτεινό και ζεστό!
Είναι το μαύρο,
που τραβάει όλο τον Ήλιο
και τον κλείνει μέσα του…
…κι ύστερα μέσα μου…

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 06, 2008

Η Εξέλιξη ενός Τρομοκράτη

Με αφορμή μια συζήτηση περί τρομοκρατίας και καμικάζι, για το πώς δημιουργούνται κι αν δικαιολογούνται, όπου ένας φίλος είπε ότι όλοι μας είμαστε εν δυνάμει καμικάζι και κοντέψαν να τον φάνε ή, αν μη τι άλλο, διαφώνησαν με τη μία κι αβασάνιστα, θα ήθελα να παραθέσω έναν απλό, πάρα πολύ απλό συλλογισμό/προβληματισμό.
Σε μία κοινωνία σαν κι αυτή. Όταν βιώνεις την απαξίωση σε όλο της το μεγαλείο. Ζεις καθημερινά την αναξιοκρατία, την ανεργία, την ανηθικότητα, την αδικία. Στην πραγματικότητα, δεν σου επιτρέπουν καν να ζήσεις. Και σταδιακά νιώθεις ανίσχυρος, βλέπεις πως δεν αλλάζει τίποτα όσο κι αν προσπαθείς γιατί όλο αυτό είναι πολύ καλά στημένο κι αρχίζεις αναγκαστικά να κάνεις εκπτώσεις. Στις ελπίδες σου, στις προσδοκίες σου, στις ίδιες τις ευχές σου για τον εαυτό σου. (Καλά, για τα όνειρα δεν συζητάμε, αυτά έχουν πεθάνει προ πολλού!) Και σταματάς να εύχεσαι ακόμα και το να είσαι χαρούμενος αφού, πολύ απλά, δεν το πιστεύεις. Και ο καιρός περνάει. Και η ίδια κατάσταση παρατείνεται. Και συνεχίζεις να βιώνεις την απαξίωση. Κι αρχίζεις να υποτιμάς τον εαυτό σου –ανεξάρτητα απ’ το αν είσαι σε θέση ν’ αναλύσεις και να εξηγήσεις το ποιος και τι φταίει πραγματικά- κι η αυτοϋποτίμηση αυτή, σιγά σιγά, μετατρέπεται σε μίσος. Και φτάνεις τελικά, κάποια στιγμή, να μισείς όντως τον εαυτό σου, οπότε πλέον, δεν σε νοιάζει τι θα σου συμβεί, έτσι δεν είναι;
Είναι δυνατόν να σ’ ενδιαφέρει τι θα συμβεί στους άλλους; Ιδιαίτερα όταν τους θεωρείς και υπεύθυνους για όλο αυτό –είτε γιατί το δημιουργούν είτε γιατί το ανέχονται, το συντηρούν και το στηρίζουν; Τι θα σ’ εμποδίσει ν’ αρπάξεις το καλάζνικοφ (εκτός απ’ το ότι δεν μπορείς να βρεις ίσως ένα) και να πυροβολείς συγκεκριμένα ή και αδιακρίτως; Φυσικά εκεί θα φτάσεις! Καθόλου παράλογο δε μου φαίνεται εμένα αυτό. Φυσικά και είμαστε όλοι εν δυνάμει «τρομοκράτες» υπό τέτοιες (ή και άλλες) συνθήκες.

Αν ήμασταν φυσικά φαινόμενα κι αν αντιδρούσαμε φυσικά, όπως αντιδρούν τα πράγματα υπό συνθήκες πίεσης, θα έπρεπε να είχαμε, όχι μια και δυο, αλλά συνεχόμενες, αλλεπάλληλες εκρήξεις! Αυτό θα ήτανε το φυσιολογικό. Αυτή η ησυχία είναι που είναι παρά φύση!
Εγώ λοιπόν, εκείνον που θα φτάσει σ’ αυτό το σημείο, ν’ ανατιναχτεί ή ν’ ανατινάξει, μέσα σε τέτοιες συνθήκες, δεν τον αποκαλώ τρομοκράτη. Τον λέω «προϊόν μιας στοχευμένης και καλά μελετημένης απαξίωσης και πολιτικής». Όλα τ’ άλλα για μένα είναι υποκρισία.
Ποιος είναι στ’ αλήθεια ο τρομοκράτης αν όχι το ίδιο το κράτος που δημιούργησε αυτή την κατάσταση; Ποιος φταίει πραγματικά; Ποιος είναι ο αδικαιολόγητος και ποιον πρέπει να κυνηγήσουμε πρώτα; Και ποιος είναι το θύμα, τελικά;
Αναρωτιέμαι, δηλαδή……

Δευτέρα, Ιανουαρίου 28, 2008

ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΙΤΕ

Βασικά, για άλλα πήγαινα, αλλά επειδή μου άρεσε,
αν και χωρίς πάσα,
θα κλέψω ας πούμε τη μπάλα απ' τον zaphod,
για να βάλω κι εγώ ένα "Αντισταθείτε".
(Συμβολικό περισσότερο μάλλον)
Ελπίζω ότι είναι κατανοητό και γι' άλλους εκτός από μένα. :-)


Ξαπλωμένη ανάσκελα στην άσφαλτο
στο κέντρο της πόλης
μια νύχτα που θ` αργεί το φεγγάρι.
Με τα χέρια κάτω απ` το κεφάλι
θα κοιτώ τον ουρανό ήρεμη κι ατάραχη
σαν ξαπλωμένη σε λιβάδι.
Θα κοιτώ χωρίς να βιάζομαι.
Θα περιμένω όταν εκείνο θα θελήσει να φανεί.

Κι οι οδηγοί που θα με συναντούν μπροστά στις ρόδες τους
θα σταματούν και θα ξαπλώνουνε, ατάραχοι κι αυτοί, τριγύρω.

Κι όταν όλων τα μάτια στραφούν στον ουρανό,
αντί για το γνωστό φεγγάρι,
θ` ανοίξει τριαντάφυλλο.
Και θα μας ρίξει φως κι αστέρια…


Πέμπτη, Ιανουαρίου 24, 2008

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΧΤΥΠΗΜΑ-ΓΙΑΣΜΙΝΑ ΧΑΝΤΡΑ

Δεν μου άρεσε…

Από το οπισθόφυλλο:
“…Ο Αμίν Ζααφαρί είναι Παλαιστίνιος αλλά εδώ και πολλά χρόνια ζει στο Ισραήλ. Έχει πάρει την ισραηλινή υπηκοότητα και έχει χτίσει την καριέρα του ως φημισμένος χειρουργός. Είναι παντρεμένος με την Σιχέμ που κατάγεται επίσης από την Παλαιστίνη. Η ζωή τους κυλά άνετα, όμορφα, ανώδυνα…Μέχρι την ημέρα που γίνεται μία ακόμη τρομοκρατική επίθεση: ένας καμικάζι, ζωσμένος με εκρηκτικά, ανατινάζεται σ’ ένα εστιατόριο, σκοτώνοντας μεταξύ άλλων και πολλά παιδιά. Ο Αμίν θα μάθει σύντομα πως αυτός ο καμικάζι δεν είναι άλλος από την Σιχέμ…”
…Πράγμα που τον εκπλήσσει αφάνταστα, αφού αυτός νόμιζε ότι με το ισραηλινό διαβατήριο στην τσέπη και την «πετυχημένη» του καριέρα, είναι κι η γυναίκα του απόλυτα ικανοποιημένη κι ευτυχισμένη κοντά του ντε και καλά κι οι δυο τους βέβαια εξασφαλισμένοι απ’ όλα.
…Ε και τέλος πάντων, ο Αμίν θέλει να μάθει πώς η Σιχέμ οδηγήθηκε σ’ αυτήν την πράξη κι αρχίζει να ψάχνει.

Δεν μου άρεσε καταρχήν λογοτεχνικά. Σαν γραφή. Μου φάνηκε επιτηδευμένο. Χρησιμοποιούσε ερωτήσεις , με τρόπο εξαιρετικά άγαρμπο, για να μπορέσει να πει με τη μορφή απάντησης, αυτό που θέλει. Ούτε η χρήση του πρώτου προσώπου μου άρεσε και μάλιστα σε χρόνο ενεστώτα. Δε νομίζω ότι εξυπηρετούσε κάτι στο συγκεκριμένο βιβλίο. Κι αν ο σκοπός ήταν η αίσθηση του φυσικού, θεωρώ ότι απέτυχε. Τέλος, αυτές οι τόσο πολλές μικρές προτάσεις, απανωτά η μια στην άλλη, προσωπικά μόνο με άγχωσαν και με κούρασαν.
Σίγουρα το θέμα του είναι τέτοιο που για μας ίσως είναι δύσκολο να το αισθανθούμε και πολύ περισσότερο να ταυτιστούμε με κάποιον «ήρωα», μια και είναι άσχετο με τις δικές μας εμπειρίες και τα βιώματά μας. Αυτό μπορεί να είναι και καλό και κακό. Από τη μία παρακολουθείς όσα θέλει να πει κάπως αποστασιοποιημένα, χωρίς να πέφτεις σε συναισθηματικές παγίδες. Από λογοτεχνική άποψη όμως, αδυνατεί να σε συνεπάρει. Αλλά εδώ είναι που φαίνεται και η τέχνη ή μη του λογοτέχνη, δεν είν’ έτσι; Αν ξέρει να το κάνει, θα καταφέρει να σε συνεπάρει και να σε μεταφέρει κάπου, ακόμη κι αν εσύ δεν έχεις πάει ποτέ.

Ως λογοτεχνικό επομένως δεν μου άρεσε. Τι μένει λοιπόν; Ένα πιθανό ιδεολογικό περιεχόμενο. Και το θέμα του νομίζω ότι προσφέρεται για αυτό, και με το παραπάνω. Εκεί ήταν που μ’ εξόργισε τελείως! Ούτε καν προσπαθεί κάτι τέτοιο. Ενώ ο Αμίν συγκλονίζεται, εκπλήσσεται κι αρχίζει να ψάχνει πώς η γυναίκα του έφτασε να γίνει καμικάζι, δεν στέκεται καθόλου στις πραγματικές αιτίες που οδηγούν σε τέτοια «φαινόμενα», ποιοι τα δημιουργούν, ποια συμφέροντα κρύβονται πίσω από θρησκευτικούς φανατισμούς, τρομοκρατικές ενέργειες, κλπ. Όχι. Μόνο ως προς τον εαυτούλη του τον ενδιαφέρει. Πώς η Σιχέμ το έκανε αυτό Σ’ ΑΥΤΟΝ! Τις πραγματικές αιτίες και το ίδιο το θέμα τα προσπερνάει τεχνηέντως, και «φιλοσοφεί» γενικώς και αορίστως για το αν αξίζει να θυσιαστεί κανείς για να σωθούνε άλλοι. Το απλουστεύω ίσως λιγάκι αλλά στην ουσία αυτό κάνει. Τα πράγματα όμως δεν είναι καθόλου γενικά και καθόλου αόριστα. Είναι πολύ συγκεκριμένα και υπάρχουν υπεύθυνοι …και «ανεύθυνοι». Αν θες να γράψεις ένα πολιτικό βιβλίο πες τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Διαφορετικά μην θίγεις τόσο σοβαρά ζητήματα με σκοπό ν’ αποπροσανατολίσεις απ’ την πραγματικότητα.

Ας γίνω όμως πιο συγκεκριμένη. Ο ήρωας του βιβλίου, παρών από την πρώτη σελίδα ως την τελευταία, είναι από τους ανθρώπους που αν τον γνώριζα θα τον έφτυνα πατόκορφα! Δεν τον χώνεψα καθόλου από την αρχή και ως το τέλος τον σιχάθηκα τελείως. Ένας άνθρωπος παθητικός, που εθελοτυφλούσε, που ζούσε στο χρυσό κλουβί του, έχοντας απαρνηθεί την ίδια τη φυλή του προκειμένου να είναι όλα για τον ίδιο καλά και εύκολα. (Εδώ μου θύμισε λίγο και το «Ανθρώπινο Στίγμα» του Φίλιπ Ροθ). Πετυχημένος χειρουργός, εντελώς «ψωνισμένος» με την καριέρα του, τη χρησιμοποιούσε ως άλλοθι (για να καθησυχάζει τις τύψεις του ;) ότι σώζει ζωές και προσφέρει και άρα του αξίζουνε τα πάντα. Ούτε καν ως ιδιότητα δεν σκέφτεται το επάγγελμά του αλλά ως «φύση»:
«Μου ζητά ν’ αποδεχτώ την ενέργεια της γυναίκας μου, δηλαδή αυτό ακριβώς που η φύση μου ως γιατρού, μου απαγορεύει…»
Και παράλληλα δεν ήταν σε θέση να καταλάβει ότι η γυναίκα δίπλα του, κάθε άλλο παρά ευτυχισμένη και ΕΛΕΥΘΕΡΗ ένιωθε.
Πόση αλαζονεία δηλαδή, πόση ματαιοδοξία! Το ταυτόσημο του συμβιβασμού. Μπερδεύει συνεχώς τον εγωισμό με την αξιοπρέπεια. Μια αηδία!

Σε κάποια σημεία ωστόσο, πίστεψα ότι μπορεί και να το γυρίσει. Όταν κάποιοι του την λένε:

«…Βρισκόμαστε σε εμπόλεμη κατάσταση. Υπάρχουν εκείνοι που έχουνε πάρει τα όπλα κι εκείνοι που χασομεράνε. Και υπάρχουνε και κάποιοι ακόμα, που επωφελούνται στο όνομα του μεγάλου Ιδανικού. Έτσι είναι η ζωή…»
ή:
“…Όλα αυτά τα παιδιά που είδες, άλλα πετώντας πέτρες με τις σφεντόνες κι άλλα εκτοξεύοντας ρουκέτες, απεχθάνονται τον πόλεμο όσο δεν φαντάζεσαι. Επειδή κάθε μέρα ένα απ’ αυτά πεθαίνει στο άνθος της ηλικίας του από μια βολή του εχθρού. Κι αυτά θα ήθελαν ν’ αποκτήσουν κάποτε αξιοσέβαστη κοινωνική θέση, να γίνουν χειρουργοί, αστέρια του τραγουδιού, ηθοποιοί του κινηματογράφου, να κυκλοφορούν με ωραία αυτοκίνητα και να την περνάνε ζάχαρη κάθε βράδυ. Το πρόβλημα είναι πως τους αφαιρούν το δικαίωμα σ’ αυτό το όνειρο, γιατρέ. Προσπαθούν να τα περιορίσουν σ’ ένα γκέτο μέχρις ότου ενσωματωθούν εκεί ολοκληρωτικά. Και γι’ αυτό προτιμούν να πεθάνουν…”

Σκεφτόμουνα κι εγώ πως ίσως αυτός ο Αμίν ως το τέλος αρχίσει να προβληματίζεται. Γελάστηκα βεβαίως! Αυτός έμεινε ακέραιος στη βλακεία του μέχρι το τέλος! Πέθαινε κι έβλεπε σε όραμα τον πατέρα του να του λέει:
«…ονειρέψου πως είσαι όμορφος, ευτυχισμένος, αθάνατος…»
Ο εκλεκτός, δηλαδή. Έτσι ένιωθε, ακόμα και την ύστατη στιγμή. Ένα ματαιόδοξο γουρούνι.
Και το αποκορύφωμα. Τελευταία παράγραφος. Κλείσιμο αλά Κοέλιο.
Ο πατέρας του συνεχίζει να του μιλάει:
«…Μπορεί να σου πάρουνε τα πάντα. Τα υπάρχοντά σου, τα καλύτερά σου χρόνια, όλες σου τις χαρές κι όλες τις ανταμοιβές που αξίζεις, μέχρι και το τελευταίο σου πουκάμισο – αυτό όμως που δεν μπορεί κανείς να σου πάρει είναι τα όνειρά σου με τα οποία μπορείς να ξαναφτιάξεις τον κόσμο που σου στέρησαν.»
Κι όλ’ αυτά καθώς πέθαινε μετά από βομβιστική επίθεση που έγινε εκεί που σεργιανούσε! Αυτός αυτά σκεφτόταν. Αυτά κατάλαβε.
Γιατί δεν μας λέει καλύτερα ο συγγραφέας κατευθείαν:
«Υποτάξου στο σύστημα. Κι άστο να σε…..Εσύ απλά ονειρέψου.»;
Τι εξυπηρετούνε τελικά αλήθεια αυτοί οι συγγραφείς-«διανοούμενοι»; Αναρωτιέμαι.

Δεν ξέρω. Για μένα, αυτός ο Αμίν πρεσβεύει ό,τι περισσότερο σιχαίνομαι. Ο απόλυτα συμβιβασμένος ανθρωπάκος, ο φιλήσυχος, ο νοικοκύρης ή, ακόμα χειρότερα, ο καριερίστας που –και καλά- προσφέρει με την επιστήμη του. Και γύρω του μπορεί να γίνεται χαμός, αλλά αυτός «δεν παίρνει θέση». «Κοιτάει τη ζωούλα του», «δεν είναι με κανέναν» και «δεν βλάπτει κανέναν»!!! Μα αυτοί ακριβώς είναι που βλάπτουν! Και αυτοί ακριβώς είναι που βοηθούν το σύστημα να κάνει ανενόχλητο τη δουλειά του. Κι ούτε προσφορά και αγωνιστική στάση βρίσκω το να σώζεις 10, 20, 100 ζωές όταν δίπλα σου ακριβώς σκοτώνονται λαοί ολόκληροι κι ένας απ’ αυτούς είναι κι ο δικός σου. Αν ήθελε να λέει πως είναι αγωνιστής και αγαπάει τη ζωή (γιατί αυτό διατείνεται πως κάνει) ας ήταν χειρουργός στα πεδία των μαχών. Όχι στη βίλα του με ισραηλινό διαβατήριο για να ‘ναι ήσυχος. Άλλωστε αποδείχτηκε πως ούτε και αυτό τον έσωσε. Εκεί θα του έβγαζα και το καπέλο.

Με συγχωρείτε ρε παιδιά, αλλά κι ο Τσε Γκεβάρα γιατρός ήταν. Και από ευκατάστατη οικογένεια, επίσης. Μα τα παράτησε όλα και έτρεχε όπου υπήρχε επανάσταση ή και κάποια φλόγα της ακόμα. Βλάκας ήταν;

Αυτά! Τα ‘πα και δεν ξεθύμανα!

Γι' αυτό, πάρτε και το κατάλληλο τραγουδάκι,
που μ' εκφράζει ΑΠΟΛΥΤΑ
και δώστε λίγη προσοχή στους στίχους.
ΑΥΤΟ για μένα είναι Ποίηση και Πολιτικός λόγος.



Για όσους πάντως ενδιαφέρονται να το διαβάσουν,
το βιβλίο «Τρομοκρατικό Χτύπημα» του Γιασμίνα Χάντρα
κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Καστανιώτη»

Δευτέρα, Ιανουαρίου 21, 2008

ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ-ΟΙ ΔΥΟ ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΠΝΟΥ

Πήρα έναν καθρέφτη και τον φώτισα μ` ένα μικρό λαμπατέρ
Μόνο αυτόν. Όλα τ` άλλα σκοτάδι.
Κράτησα ένα τσιγάρο χαμηλά κι άφησα τον καπνό
να ανεβαίνει μπρος στα μάτια μου.
Τον διαπέρασα με το βλέμμα μου
για να τον ξανασυναντήσω μετά μες στον καθρέφτη
Κινούμενο είδωλο
Και το δικό μου είδωλο, ακίνητο και παγερό πιο πίσω.

Έβαλα τον καπνό ανάμεσά μας
να σπάσει λίγο την κρυάδα του γυαλιού
Να μας γνωρίσει… τον καθρέφτη κι εμένα.
Όμως εγώ και πάλι δεν γνωρίζομαι
Πάλι τον καπνό κοιτώ
Όχι εμένα
Αυτό…που φεύγει αέρινο και ελαφρύ…ψηλά…

Κυριακή, Ιανουαρίου 20, 2008

ΕΚΚΛΗΣΗ

Κάτι επείγον από το blog ενός φίλου.
Αντιγράφω από 'κει κι αν πέσει κάτι στην αντίληψή σας επικοινωνήστε με το παιδί.


Αγαπητοί Bloggers,Ζητάω την βοήθεια σας.
Την Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2008 κλάπηκε απο την περιοχή Χαριλάου, στο γήπεδο του ΑΡΗ, το αυτοκίνητο μου.
Ειναι μία μαύρη ALFA ROMEO 147 μοντέλο 2005 με πινακίδα κυκλοφορίας ΚΟΗ 9750.
Στη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου στην ένωση της πίσω πόρτας με τον προφυλακτήρα υπάρχει ένα χαρακτηριστικό άσπρο σημάδι απο χτύπημα ενώ και ο ιδίος ο προφυλακτήρας, πάντα απο τη δεξιά πλευρά, είναι χαρακτηριστικά γρατζουνισμένος.
Ο/Οι δράστες μπήκαν στο αμάξι με το κλειδί του αφού πρώτα έκλεψαν το μπουφάν του αδερφού μου μέσα σε Internet Cafe. Κατα πάσα πιθανότητα είναι άτομα νεαρής ηλικίας τα οποία το χρησιμοποιήσαν για βόλτες και μετα το παράτησαν. Ετσι τουλάχιστον θέλω να πιστεύω εγώ.
Σας παρακαλώ θερμά αν έχετε κάποια πληροφορία μπορείτε να καλέσετε στο 2310-823297.
Επίσης αν θέλετε φιλοξενήστε τη συγκεκριμένη ανακοίνωση και στο δικό σας Blog.
Eυχαριστώ πολύ.
Sebs

Παρασκευή, Ιανουαρίου 18, 2008

ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΕ ΚΡΙΣΗ 2

Κωνσταντίνε μου, εσένα βέβαια σ’ έχω κορυφή απάτητη.
Και μετά απ’ αυτό το ποστ, πάλι κορυφή θα σ’ έχω.
Αλλά τώρα τελευταία δεν είμαι πολύ καλά και θέλω απαντήσεις.
Με μεγάλη λοιπόν εμπιστοσύνη κι ακόμη μεγαλύτερη εκτίμηση,
σου παραθέτω ταπεινά το πρόβλημά μου.

Σ’ εκείνη την Ιθάκη ρε συ, που απ’ τα γεννοφάσκια μας μαθαίνουμε όλοι.
Καλά, ναι, το ταξίδι, ο δρόμος, τα δώρα του…δίκιο έχεις, δε λέω.
Κι εγώ όλ’ αυτά τα χρόνια, ως τώρα, ταξιδεύω και μαζεύω δώρα, ουουου!
Ένα σωρό!
Και μαζεύω και μαθαίνω και χαίρομαι.
Ωραία!
Μόνο που…το ταξίδι δε με ταΐζει, το ταΐζω.
Κι αυτά τα δώρα, τα πληρώνω.
Και ξέρεις, υπάρχει ένα πρόβλημα.
Γιατί αυτή την ατιμούλικη την Ιθάκη, δεν την βρίσκω φτωχική.
Μα δεν την βρίσκω καν!
Μήπως μπορείς λοιπόν να μου βρεις μια κάποια λύση;
Γιατί, εντάξει, δε με γέλασε. Μου ‘δωσε τ’ ωραίο ταξίδι.
Τι να το κάνω τώρα;
Η Ιθάκη είναι άφαντη!
Κι εγώ έχω μείνει ταπί!

Ε! Να! Αυτά τα λίγα ήθελα να πω.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 16, 2008

ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΕ ΚΡΙΣΗ 1


Τώρα, συγγνώμη που θα «θίξω» ένα τέρας ιερό σαν τον Ελύτη,
αλλά θυμήθηκα πάλι αυτό που έγραψε, ότι:
«Το κενό υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του»
Ώπα ώπα! Μη μου τα λες έτσι βρε Οδυσσέα μου
κι αναρωτιέμαι πώς δεν το είχα σκεφτεί.
Και πώς γίνεται εγώ όταν πέφτω στο κενό να σπάω τα μούτρα μου!
Γιατί, μπορεί βρε παιδάκι μου εσύ, με την πληθωρική σου παρουσία,
να πέφτεις μέσα στο κενό και να το γεμίζεις μόνος σου.
Όμως εγώ μάλλον δε νιώθω αρκετή για κάτι τέτοιο.
Προτιμώ δηλαδή να πέφτω σε κάτι πιο…γεμάτο αντί για το κενό.
Στη χαρά, τη φιλία, τον έρωτα, την υγιή και δημιουργική εργασία,
ας πούμε. Τέτοια πράγματα. Πάντως, όχι στο κενό.
Λέω εγώ τώρα…

Και, τέλος πάντων, συμφωνώ περισσότερο με τη Μυρτώ Κοντοβά
που είπε:
«…Αν ξυπνήσεις το πρωί κι όλη μέρα σκέφτεσαι μία μεγάλη τρύπα,
να ‘σαι σίγουρος πως μέχρι το βράδυ θα ‘χεις πέσει μέσα…»
Κι αυτή προφανώς δεν το ‘πε για καλό.

Κι όσοι δεν θίχτηκαν, ας συμμεριστούν την αντι-Ελυτ-ίστικη θεωρία μου.

…Ρε, λέτε Ελύτη να διάβαζε κι ο έρμος ο Ζαχόπουλος και πήδηξε?
Σου λέει, κι εγώ πληθωρικός είμαι, θα πηδήξω στο κενό να το γεμίσω!

Κυριακή, Ιανουαρίου 13, 2008

ΠΑΡΑΜΕΝΩ ΕΝΤΟΣ

Βρίσκομαι συνεχώς μες στο μυαλό μου.
Ακολουθώ την ανατομία του.

Στενοί, κουλουριαστοί σωλήνες…
Οι περισσότεροι, δεν ξέρω πώς τα καταφέρνουνε

και σκέφτονται σε μια ευθεία.
Μία ευθεία άσχετη με το κουλουριαστό μυαλό τους.
Και φτάνουν γρήγορα…
Ή συνεχίζουν ίσια και στη στροφή πετάγονται έξω…
…Ό,τι και να σημαίνει αυτό…

Όμως εγώ, ακολουθώ αυτήν την πορεία του μυαλού

πιστά και ασταμάτητα.
Κι όλο μπερδεύομαι. Και κουλουριάζομαι.
Και διέξοδος καμιά.
Μόνιμα παραμένω εντός.
.........................................

Πέμπτη, Ιανουαρίου 10, 2008

Ξημερωματοβλακοσυζήτηση...

..Ξημέρωμα στην (όχι εθνική) Τσιμισκή
...και κοίτα πώς κατάντησε ο έρωτας....

Στην άκρη του δρόμου, μια διαφημιστική σακούλα από το ΝΑΚ (κατάστημα παπουτσιών, μάλλον ακριβών θα έλεγα, της trendy μας Θεσσαλονίκης)
Το ζευγάρι περπατά αγκαλιά (μάλλον για να στηρίζεται ο ένας στον άλλον ένεκα το προχωρημένο της ώρας) , χαλαρά και όμορφα.
Κοιτάζουν τη σακούλα:

"Θα σε βάλω μέσα."

"Για να με κάνεις ψώνιο;"

'Όχι. Επειδή είσαι ήδη ψώνιο."

"Τότε, γιατί μ` αγαπάς;"

"Σε καταναλωτική κοινωνία ζούμε."...

!!!!!?

Κυριακή, Ιανουαρίου 06, 2008

Κωλο-κατάσταση

Πριν καναδυό μέρες έλαβα το παρακάτω mail από μία φίλη. Μία πραγματική ιστορία απ` αυτές τις ευτράπελες που συμβαίνουν καμιά φορά και σε κάνουν να γελάς με το "τραγικό". Και μια και αδυνατώ προς το παρόν να γράψω κάτι ανάλαφρο, πήρα την άδειά της να την "ξεμπροστιάσω" για ν` αρχίσει η χρονιά με γέλιο. Το παραθέτω όπως ακριβώς μου το έστειλε. Και βέβαια, την ευχαριστώ που μου επιτρέπει να διαδώσω τον αυτοσαρκασμό της.


Λοιπόν, έχουμε και λέμε:

1. Είναι Ιούλιος, σκάει ο τζίτζικας, κι εγώ πάω μεσ' στον καύσωνα στο super duper υπερπολυτελές ξενοδοχείο…ε.. συγγνώμη, νοσοκομείο να κάνω εγχείρηση κύστης κόκυγγα γιατί εκεί εργάζεται ο doctor που με παρακολουθεί. Λαμπρά!

2. Ε, κι αφού πήγα στη χλίδα, με βάλανε και σε μονόκλινο δωμάτιο (ευτυχώς, γιατί θα γινόμασταν περισσότερο ρόμπες)

3. Είμαι έτοιμη για την κωλο-εγχείρηση και μου λεν οι γιατροί ότι θα πρέπει να διανυκτερεύσω για μια τουλάχιστον νύχτα, για να με παρακολουθούν και για τυχόν παρενέργειες. Όσο να 'ναι, επέμβαση είναι, όχι γενικό τσεκ-απ. Η διανυκτέρευση είναι που με χαλάει περισσότερο, κι όχι το ότι: α) θα μου κάνουν ολική νάρκωση, β) μ' έχουν ξυρίσει στο επίμαχο σημείο για να μην τους ενοχλούν οι τρίχες (!), γ) έχω κάνει ένα ωραιότατο κλύσμα που μ' έστειλε τρεις φορές στην τουαλέτα (ευτυχώς είχαν γερό εξαερισμό) και δ) για τις επόμενες δύο ώρες, εκτός από το γιατρό που έχω γίνει ήδη ρόμπα, θα κάθονται από πάνω μου και θ' ασχολούνται με τον κώλο μου ο αναισθησιολόγος και τρεις άλλοι νοσοκόμοι-βοηθοί-λιγούρια.

4. Μπαίνω μέσα, λέω κάτι παπαριές με το αναισθησιολόγο πριν με πάρει ο ύπνος (του δικαίου) και εγχειρίζομαι την ίδια ώρα με την Πέγκυ Ζήνα, πράγμα που με πληροφόρησε ο κουτσομπόλης νοσοκόμος που με μετέφερε στο χειρουργείο. Το Πεγκουλίνι άλλωστε το είδα στο δωμάτιο που μας βάλανε αμέσως μετά την εγχείρηση για να ξυπνήσουμε. Στο καρτελάκι του κρεβατιού έγραφε «Καλλιόπη Ζήνα». Όσο όμως κι αν προσπαθώ να τη μειώσω, τον κόκυγγα πήγα να βγάλω, ενώ η Καλλιοπίτσα πήγε για πολύποδα των φωνητικών χορδών.

5. Στο μεταξύ, φρικαρισμένη από την έξτρα νύχτα που μου φόρτωσαν, είχα φροντίσει να κλαφτώ δεόντως πριν την εγχείρηση στον τότε γκόμενο και πρώην άνδρα μου, ο οποίος εκείνη την περίοδο βρισκόταν στας Αθήνας. Και δε μπορώ τα νοσοκομεία, και είναι όλοι τους σχιτζήδες, θα πάθω κατάθλιψη, με βασανίζουν, με ξεφτιλίζουν, τέτοια. Είδε κι απόειδε ο άνθρωπος και ξεκινάει με το αυτοκίνητο (σκοτώστρα) άρον άρον από τη λατρευτή πρωτεύουσα να 'ρθει να με περιμαζέψει. Την ίδια μέρα εννοείται. Όπως εννοείται ότι δεν το είπα στους γονείς γιατί δεν θα βάζαν εμένα στο χειρουργείο αλλά αυτούς για εγκεφαλικό. Αυτό το κρατούσα για kinder έκπληξη.

6. Αμέσως μετά τα καθέκαστα, με παίρνει ο doctor σε μια γωνιά και μου λέει ότι δεν πρέπει ν' ανησυχώ καθόλου, ότι όλα πήγαν μια χαρά, κι ότι μου έχουν κάνει μια τρούπα στον κώλο να! με το συμπάθιο. Χαρακτηριστικά μου είπε ότι το χέρι του μέχρι τον καρπό χωράει άνετα μέσα, να μην ανησυχώ όμως γιατί το σώμα μας έχει αυτό-ιατ(ρ)ικές ικανότητες και ότι «θα γιάνει (μου το μαντήλι σου) μόνο του» μέσα σε λίγους μήνες. Επίσης μου είπε να μην τολμήσω να το κοιτάξω στον καθρέφτη για τους επόμενους δύο μήνες γιατί θα φρικάρω και δεν υπάρχει λόγος, και δεν θέλουμε τέτοιου είδους επεισόδια. Έτσι, έπρεπε να με αλλάζει (γάζες και betadin) κάποιος άλλος, κατά προτίμηση η μαμά, γιατί οι γυναίκες είναι πιο ψύχραιμες απ' τους άντρες. Κατά τα άλλα όμως μια χαρά.

7. Εμένα με είχαν δέσει με μία γάζα από δω μέχρι τη Λάρισα και είχα κάνει ένα κώλο μούμια. Μου είπαν και την εναλλακτική (σαν καλύτερη πρόταση τώρα αυτό) ότι όταν το τραύμα θ' αρχίσει να κλείνει και οι γάζες θα μ' εμποδίζουν, να χρησιμοποιώ αυτές τις πάνες που φοράν οι γριές για την ακράτεια. Καλά, δε σου λέω τίποτα για το πόσο βολική είναι η Tena Slipad Νο 58, Αύγουστο μήνα, να σου συγκαίγονται τα μπούτια… Ποιος μαλάκας την πρότεινε αυτή τη λύση, να την εφαρμόσει για να δούμε μετά αν θα αισθάνεται βάρκα στο γιαλό ή όχι?

8. Τέλος πάντων, εμένα άλλο με έκαιγε, πώς θα ξεφουρνίσω στα γονίδια το ταξίδι μου στην Αθήνα. Γιατί, ξέχασα να σου πω, ότι ο τότε γκόμενος και πρώην άνδρας μου, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες να μ' εμποδίσει, τελικά επείσθη να με πάρει να φύγουμε σ' άλλη γη σ' άλλα μέρη. Τελείωσε. Έπρεπε να φύγω από κει πάση θυσία. Πάω στο δωμάτιο και κάθομαι (μια κουβέντα είναι αυτό, γιατί είναι γνωστό ότι μετά τη συγκεκριμένη επέμβαση ουδείς μπορεί να κάτσει κανονικά. Είναι κυριολεκτικά αυτό που λένε «πονάει ο κώλος μου». Κάθεσαι μπρούμυτα, πλάγια, με τα χέρια, δεν κάθεσαι καθόλου, αλλά κανονικά δεν κάθεσαι. Είναι αδύνατο) στο κρεβάτι να ξεκουράσω τον πολύπαθο πισινό μου.

9. Στο Νο 9 πρέπει να διακόψω για μια σύντομη περιγραφή του δωματίου – προεδρικής σουίτας όπου είχε τοποθετηθεί η Αυτού Μεγαλειότης. Λοιπόν. Τελεόραση που μόνο τσοντοκάναλα δεν διέθετε, κρεβάτι πτυσσόμενο που έπαιρνε καμιά 20αριά κλίσεις σε όλες τις μοίρες, μπρος, πίσω, πάνω, κάτω, πλαγίως, εντός, εκτός και επί τα αυτά. Φωτισμός που δε σε τυφλώνει, μοκέτα στο πάτωμα (για να μη κρυώνει η πατούσα όταν περπατάς ξυπόλυτη), πολυθρόνες πολυτελείας για να κάθονται οι φτωχοί (!) συγγενείς να σου κρατούν το χέρι, κι ένα μπάνιο που ντρεπόσουν να κυκλοφορήσεις μέσα. Ideal Standard και πάνω σε λέω. Χλίδα.

10. Επανέρχομαι. Ξαπλώνω στο κρεβάτι- ρομπότ και θα την είχα καταβρεί αν δε με βασάνιζε το φλέγον ζήτημα της απόδρασης από το Αλκατράζ. Πώς το λες στο μπαμπάκο χωρίς να σε πλακώσει στις γρήγορες, άρρωστος άνθρωπος? Διώχνω κάθε γλύφτη γιατρό που έρχεται να δει αν έκλασα για να δικαιολογήσει τα φράγκα που παίρνει, διώχνω και κάθε συγγενή που έχει έρθει να με δει και συνεχίζω την κλάψα δια τηλεφώνου στον τότε γκόμενο και πρώην άνδρα, ο οποίος είναι καθ' οδόν. Η μαμά, βράχος ακλόνητος στο προσκέφαλό μου. Κάτι προσπαθώ να της πω αλλά τα ψιλομασάω. Είμαι και λίγο μαστουρωμένη από τη νάρκωση και δε θυμάμαι καλά.

11. Καθώς περνούν οι πρώτες ώρες έρχονται και μου φέρνουν τα γκουρμέ νοσοκομειακά γεύματα τα οποία αρνούμαι κατηγορηματικά να φάω, και, για να μη πάνε χαμένα, τα τρώει η mother. Κάτι έπρεπε όμως να μασουλήσω μετά την ταλαιπωρία μου και η μαμά έρχεται να δώσει τη λύση με κάτι ταπεράκια γεμάτα…κεράσια που έχει κουβαλήσει απ' το σπίτι. Ήμουν που ήμουν σε μαύρο χάλι, τα κεράσια μου έλειπαν. «Να τα φας εσύ» της λέω, όπερ και εγένετο. Ενάμιση τάπερ κεράσια κατέβασε η μαμά από την αγωνία της.

12. Τις πρώτες μέρες έπρεπε να αλλάζω κάθε λίγες ώρες αλλά κανείς δεν ήξερε πώς να το κάνει αυτό, κι έτσι ο χειρουργός doctor καταφτάνει στο δωμάτιο για να δείξει στη μαμά πώς ακριβώς γίνεται. Τον ακολουθεί μια χαμογελαστή αδερφή (μη σε μπερδεύει το χαμογελαστή, νοσοκόμα εννοώ), που κρατάει σαν την κοκκινοσκουφίτσα ένα καλάθι με όλα τα δέοντα: γάζες μικρές, μεγάλες, στενές, φαρδιές, βαμβάκια, κολλητικές ταινίες που φέρνουν φαγούρα στον κώλο, και betadin. Ο doc απευθύνεται στη μαμά που έχει στρογγυλοκαθίσει στη λουξ πολυθρόνα, την ασορτί με τη μοκέτα, και της εφιστά την προσοχή εξηγώντας α ρ γ ά κ α ι κ α τ α ν ο η τ ά πώς ακριβώς βγάζουμε τη γάζα, πώς καθαρίζουμε την περιοχή, πώς και που τοποθετούμε το betadin, πώς τυλίγουμε τον ντολμά, και άλλα πολλά που δεν θες να ξέρεις. Την ώρα που αυτός εξηγεί, η αδερφή, επίσης αργά και κατανοητά, δείχνει στην πράξη το πισω-γόρειο θεώρημα. Εγώ, ξαπλωμένη μπρούμυτα, δεν μπορώ να έχω πλήρη εικόνα του τι παίζεται. Μόλις τελειώνει τη συνταρακτική περιγραφή και η αδερφή μ' έχει φασκιώσει, ο doc κάνει μια σύντομη περίληψη της διαδικασίας, έτσι, για να το εμπεδώσουν ακόμα και τα λουλούδια του βάζου.

13. Και ακολουθεί ο ανεκδιήγητος διάλογος:
Δόκτωρ: – Αυτό ήταν όλο κι όλο. Εντάξει, κυρία Μαρία, το καταλάβατε?
Κυρία Μαρία (με καθαρή και ψύχραιμη φωνή): – Ναι…Γιατρέ, δεν αισθάνομαι καλά..

14. Γδουπ! Παρ' την κάτω την κυρία Μαρία! Έκανε τη δήλωση κι έπεσε κάτω σαν το κοτόπουλο. Πώς το κατάφερε αυτό, να σωριαστεί στο πάτωμα, ενώ καθόταν στην αναπαυτική πολυθρόνα, μόνο αυτή το ξέρει. Κάτω η μαμά, πεταγόμαστε σαν ελατήρια εγώ απ' το ρομπότ, η αδερφή κι ο κατακαημένος γιατρός που μόνο αυτό δεν περίμενε. Εγώ να φωνάζω «μαμά, μαμά», ο doc στη νοσοκόμα να σηκώσει ψηλά τα πόδια της κυρίας, κι αυτός να της δίνει ελαφρά χαστουκάκια και να λέει «κυρία Μαρία μ' ακούτε? Μ' ακούτε? Ηρεμήστε κυρία Μαρία!»

15. Όπως καταλαβαίνεις, μετά το σκηνικό απείρου κάλλους, και αφού η λιπόθυμη μαμά στάθηκε ξανά στα πόδια της, ο γιατρός έφυγε λέγοντάς της πως θα ξαναπεράσει αλλά καλό θα ήταν να βρούμε κανέναν άλλον πιο ψύχραιμο ν' αλλάζει τον πισινό του βλασταριού της, γιατί λογικό είναι να παθαίνεις τέτοια όταν βλέπεις το παιδί σου πετσοκομμένο. Η μαμά αρνήθηκε κρατώντας στάση ηρωισμού και αυταπάρνησης προς την κόρη της. Δεν την άφησα να με αλλάξει ούτε μια φορά.

16. Αφού συνήρθε λίγο, σκέφτηκα πως το καλύτερο πράγμα για την περίσταση είναι να φάει κάτι για να μη ζαλίζεται. Δεν υπάρχει όμως τίποτα διαθέσιμο στο κατάστημα αυτή την ώρα κι έτσι μου έρχεται η φαεινή ιδέα να της δώσω τα εναπομείναντα κεράσια. Γιατί δεν αρνήθηκε είναι ένα άλλο θέμα που ποτέ δεν θα καταλάβω. Τρώει λοιπόν τα κεράσια και αμέσως μετά το μάτι της καρφώνεται στο φουσκωτό κώλο μου, της έρχεται πάλι το σκηνικό με την αλλαγή της γάζας κι επιλέγει αυτή τη φορά άλλο ένα εντυπωσιακό νούμερο να εκτελέσει: σκύβει προς τη μοκέτα και ξερνάει τα κεράσια που έφαγε προ και μετά επίδειξης. Περιττό να σου πω πως ο χλοοτάπητας βάφτηκε κόκκινος. Πανικόβλητη με την τροπή των γεγονότων τρέχει στο μπάνιο ν' αποτελειώσει το έργο της και η ideal standard χέστρα κοκκινίζει κι αυτή. Η μαμά το ίδιο. Απ' τη ντροπή της.

17. Μόλις βγαίνει, αποφασίζω πως δεν είναι δυνατόν ν' αφήσω στο έλεος των κερασιών τη δύσμοιρη μαμά και τη βάζω με το ζόρι να ξαπλώσει στο ρομπότ, της στρώνω τα μαξιλάρια, παίρνει την κλίση που χρειάζεται και της λέω πως δεν πρέπει ν' ανησυχεί για μένα γιατί είμαι μια χαρά. Αυτή, άσπρη σαν το πανί, δεν μπορεί να φέρει και πολλές αντιρρήσεις. Κι εκεί που έχουμε αλλάξει θέσεις και κάθομαι εγώ τώρα στο προσκέφαλο της μαστουρωμένης μαμάς μπαίνει ο πάτερ φαμίλιας για να δει πώς πάει το κατακρεουργημένο παιδί του. Ο μπαμπάς έχασε το σκηνικό γιατί τόση ώρα ήταν στα κάτω διαμερίσματα για να κανονίσει τη λυπητερή. Φαντάσου λοιπόν τι φρίκη έφαγε ο άνθρωπος όταν μπαίνοντας, αντί να δει εμένα στο κρεβάτι του πόνου, βλέπει τη γυναίκα του στο χρώμα του εκρού του νεκρού! Στην αρχή νόμιζε ότι μπήκε σε λάθος δωμάτιο γιατί σχεδόν δεν αναγνώρισε ούτε τη μαμά έτσι όπως είχε γίνει. Κρίση, με πιάνει κρίση! Αυτό δεν ήταν δωμάτιο νοσοκομείου, αυτό ήταν το κλουβί με τις τρελές. Μία ανυπόμονη στρουμφίτα (φορούσα ένα μαύρο κολλητό φουστάνι όταν ήρθα, πού να ήξερα ότι η διάμετρος των πίσω ημικυκλίων θα πολλαπλασιαζόταν επί πέντε), μία κερασοχτυπημένη μαμά ξάπλα, κι ένας δύστυχος πατέρας που κοιτούσε μια τη μάνα μια την κόρη. Αφού του εξηγούμε τα καθέκαστα και κάθεται επιτέλους στην πολυθρόνα-βόμβα να ηρεμήσει κι αυτός, βρίσκω ότι είναι η καταλληλότερη ώρα να τους πω για το ταξίδι «εκεί στο Νότο». Παθαίνουν ένα μικρό εγκεφαλικό, μου απαγορεύουν ρητά να το κουνήσω από κει, η μάνα μου σταυροκοπιέται και μου λέει «θα με πεθάνεις», εγώ όμως είχα κάνει τα κουμάντα μου, είχα κάνει και το βαλιτσάκι μου, κι έγραψα κανονικά τον ξεπαραδιασμένο πατέρα και την ημιλιπόθυμη μητέρα.

18. Αποτέλεσμα: αφού προηγήθηκε ένας ενδονοσοκομειακός καβγάς με γονείς, εγώ έκανα ένα εξάωρο ταξίδι μέχρι την Αθήνα καθισμένη στο πλάι μέσα στη σκοτώστρα, η μαμά υποχρεώθηκε να παραμείνει για προληπτικούς λόγους στο νοσοκομείο άλλο ένα βράδυ, κι ο μπαμπάς δεν ήξερε τι απ' όλα όσα συνέβησαν ήταν το χειρότερο…