Υπέροχη μέρα! Υπέροχη!
Δεν θα τη χαράμιζα για τίποτα. Σβηστό το κινητό, μακριά από οθόνες, όλα κλειστά, οι νυχτερινοί ακόμα κοιμούνται. Έτρεξα μες στην πόλη, δίπλα στη θάλασσα, γύρισα ως το σπίτι περπατώντας μ` έναν καφέ στο χέρι κι άπειρες σκέψεις στο μυαλό. Ό,τι πρόλαβα, το σημείωσα στο ροζ χαρτάκι που κουβαλώ για ώρα ανάγκης. Λυπάμαι για όλες τις άλλες σκέψεις που θα φύγουν όπως ήρθαν ή που ήδη έχουν φύγει. Χάρηκα που μ` επισκέφθηκαν. Αφού δεν μπόρεσα όμως να τις κρατήσω…Τι να κάνω; Μνημόσυνο; Μα δε νομίζω πως πεθάνανε. Είναι άλλωστε γνωστό πως η ενέργεια δεν χάνεται. Μόνο μορφές αλλάζει.
Φύγαν, λοιπόν. Ίσως να παν σε κάποιον άλλον. Ίσως αυτό να κάνουν μόνιμα οι σκέψεις που δεν συγκρατιούνται. Να πετούν, να μπαινοβγαίνουν από εγκέφαλο σ` εγκέφαλο, μέχρι που κάποιος να βρεθεί να τις αιχμαλωτίσει σ` ένα χαρτί, σε μια δισκέτα, στο ημερολόγιο, στον υπολογιστή του…ξέρω γω; Ίσως ακόμη και στη μνήμη του, αν έχει τόσο γερή μνήμη (εγώ συνήθως, στον τομέα αυτόν αδυνατώ). Κι ίσως ακόμα, στη συνέχεια, αυτές τις σκέψεις, τις «χαμένες» από μένα, τις ταξιδεμένες –αλλά αξόδευτες-, τις ψιθυρίσει κάπου αλλού, ή και σ` εμένα κι έτσι να μου τις επιστρέψει…Και να γεννηθεί αυτή η «μαγεία» της παράξενης επικοινωνίας, της μυστηριακής, της ταύτισης με κάτι οικείο πολύ και γνώριμο από παλιά, σαν από άλλη ζωή, που μας ταράζει κάποτε ευχάριστα και μας εκπλήσσει. Και τότε, όλο το «μυστήριο», την ταραχή, την έξαψη που νιώσαμε, τα συγκεντρώνουμε στο πρόσωπο αυτό που αναπάντεχα μας πέταξε τον ψίθυρο μίας παλιάς μας σκέψης. Και γίνεται ενθουσιασμός και Έρωτας κι αναρωτιόμαστε αν είναι αυτό το πεπρωμένο μας, η μοίρα, τ` άλλο μας μισό…
Καλά ε; Από πού το ξεκίνησα και πού με πήγε! Πραγματικά πάντως, λυπάμαι για τις σκέψεις μου που χάνονται. Μ` αρέσει να τις καταγράφω. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μ` αρέσει.
Λοιπόν, αυτή η υπέροχη μέρα και η τόσο ευδιάθετη «εγώ», είναι και λίγο επικίνδυνη.
Καθώς επέστρεφα, ό,τι κοιτούσα στις βιτρίνες, μου άρεζε –πράγμα που δεν το συνηθίζω, ειλικρινά.
Ευτυχώς –Κυριακή γαρ- τα μαγαζιά ήταν κλειστα;-)
Σιγά σιγά, πρέπει ν` ανοίξω και το κινητό μου. Κι όλη αυτή η ηρεμία, η καλή διάθεση και η ελευθερία, θ` αρχίσουν να μετρούν σε λίγο αντίστροφα…
Καλή βδομάδα!
Δευτέρα, Ιανουαρίου 15, 2007
Παρασκευή, Ιανουαρίου 12, 2007
ΕΙΝΑΙ Η ΣΙΩΠΗ ΧΡΥΣΟΣ...;
Έρχεσαι εδώ με σιγουριά αλαζονική.
Λες: «η σιωπή είναι χρυσός».
Κι εγώ δεν απαντώ. Χαμογελάω. Και ξέρω.
Είναι γιατί ποτέ δεν φυλακίστηκες μες στο βασίλειό της.
Ποτέ δεν ένιωσες να μην μπορείς ν` αρθρώσεις λέξη.
Να θέλεις
και να μην μπορείς.
Να έχεις γύρω σου παρέες να μιλούν
κι εσύ να τους κοιτάς σα να ΄ταν ψάρια μες στη γυάλα.
Κανένας ήχος τους σ` εσένα να μην φτάνει.
Να θες κι εσύ κάτι να πεις, να τους μιλήσεις
κι όμως το στόμα σου να μην μπορεί ν` ανοίξει.
Τα δυο σου χείλη να κρατούν πεισματικά την ένωσή τους.
Και μόνο να χαμογελάς ευγενικά σ` όλους αυτούς
που υποθέτεις πως σ` εσένα απευθύνονται μιλώντας.
Έτσι να υποφέρεις την ημέρα να περάσει…
Να βασανίζεσαι που ούτε τον ήχο της φωνής σου
δεν κατάφερες ν` ακούσεις…
…Τι μοναξιά!... Μπορείς να τη συλλάβεις;
Απέραντη!
Ούτε η έρημος δεν κρύβει τόση μοναξιά!
Ούτε ο πάγος!
Μόνο η Σιωπή!
Αυτή, που λες «χρυσή»,
Κι όμως δεν έχει ύλη.
Δεν έχει σώμα…μια μορφή…
μία εικόνα να σου δώσει να κοιτάζεις…
Δεν μπορείς να την δεις
Δεν αγγίζεται
Μόνο σ` αφήνει!
Τελείως μόνο!
Κι όταν ο ύπνος πλησιάζει…
…Στο βασίλειο της Σιωπής…
Τόση σιωπή!
Τόση σιωπή!
Να κοιμηθώ!
Να μην ακούω!
Κανένας δεν φωνάζει δυνατότερα απ` αυτήν!
Τόσο, που να σφαδάζουνε τ` αφτιά από τον πόνο.
Σε κατατρώει μέσα σου.
Σε σκάβει.
Μα όποιος δεν φυλακίστηκε σ` αυτήν, δεν θα το μάθει.
-Γι` αυτό δεν απαντώ.-
Κανείς!
Την ένταση!
Την έκταση!
Το βάθος!...
Λες: «η σιωπή είναι χρυσός».
Κι εγώ δεν απαντώ. Χαμογελάω. Και ξέρω.
Είναι γιατί ποτέ δεν φυλακίστηκες μες στο βασίλειό της.
Ποτέ δεν ένιωσες να μην μπορείς ν` αρθρώσεις λέξη.
Να θέλεις
και να μην μπορείς.
Να έχεις γύρω σου παρέες να μιλούν
κι εσύ να τους κοιτάς σα να ΄ταν ψάρια μες στη γυάλα.
Κανένας ήχος τους σ` εσένα να μην φτάνει.
Να θες κι εσύ κάτι να πεις, να τους μιλήσεις
κι όμως το στόμα σου να μην μπορεί ν` ανοίξει.
Τα δυο σου χείλη να κρατούν πεισματικά την ένωσή τους.
Και μόνο να χαμογελάς ευγενικά σ` όλους αυτούς
που υποθέτεις πως σ` εσένα απευθύνονται μιλώντας.
Έτσι να υποφέρεις την ημέρα να περάσει…
Να βασανίζεσαι που ούτε τον ήχο της φωνής σου
δεν κατάφερες ν` ακούσεις…
…Τι μοναξιά!... Μπορείς να τη συλλάβεις;
Απέραντη!
Ούτε η έρημος δεν κρύβει τόση μοναξιά!
Ούτε ο πάγος!
Μόνο η Σιωπή!
Αυτή, που λες «χρυσή»,
Κι όμως δεν έχει ύλη.
Δεν έχει σώμα…μια μορφή…
μία εικόνα να σου δώσει να κοιτάζεις…
Δεν μπορείς να την δεις
Δεν αγγίζεται
Μόνο σ` αφήνει!
Τελείως μόνο!
Κι όταν ο ύπνος πλησιάζει…
…Στο βασίλειο της Σιωπής…
Τόση σιωπή!
Τόση σιωπή!
Να κοιμηθώ!
Να μην ακούω!
Κανένας δεν φωνάζει δυνατότερα απ` αυτήν!
Τόσο, που να σφαδάζουνε τ` αφτιά από τον πόνο.
Σε κατατρώει μέσα σου.
Σε σκάβει.
Μα όποιος δεν φυλακίστηκε σ` αυτήν, δεν θα το μάθει.
-Γι` αυτό δεν απαντώ.-
Κανείς!
Την ένταση!
Την έκταση!
Το βάθος!...
Κυριακή, Ιανουαρίου 07, 2007
ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΝΙΑΣ
Προσπαθώντας να ξεπεράσω την ανία του λεωφορείου,
να επιταχύνω τη διαδρομή - ψυχολογικά, έστω –
παρατηρώ γύρω τα πράγματα, τον κόσμο.
Μέσα και έξω απ` αυτό.
Μπαίνω στα διαμερίσματα όταν παντζούρια είναι ανοιχτά και φώτα,
Κοιτάζω δυο σκιές να συζητούν, χαζεύω τηλεόραση μαζί τους,
στέκομαι λίγο μπρος στα ράφια τους, στα τραπεζάκια…
Φωτογραφίες γάμων… Νύφη, γαμπρός…πριν από χρόνια…
Σκέφτομαι πόσο είναι θλιβερές.
Δεν ξέρω. Νομίζω πως δεν θα `θελα ποτέ μου να «στολίσω» κάτι τέτοιο.
Κι αρχίζω τα σενάρια.
Ας πούμε, ότι παντρευόμουν (λέμε τώρα)
Κι ας πούμε –ακόμη πιο τρελό- πως έκανα γάμο θρησκευτικό.
Ίσως μόνο τα πρώτα δυο-τρία χρόνια να ήθελα να έχω το γάμο μου κορνίζα.
Μετά, μόνο με θλίψη θα με γέμιζε.
Χαζά χαμόγελα, στημένα, τάχα μου ευτυχίας, παγωμένα,
χαμόγελα φορμόλης, κάτι σε «θάνατο» μου φέρνουν. Και μιζέρια.
Αναρωτιέμαι πόσο χρόνο τα ίδια πρόσωπα, αυτά της φωτογραφίας,
αφιερώνουν στο χαμόγελο στη διάρκεια μιας μέρας.
Τώρα μπορεί και να μου πείτε∙ «Στις περισσότερες φωτογραφίες χαμογελάει ο κόσμος.
Γιατί να βρίσκεις θλιβερές μόνο αυτές των γάμων;»
…Ίσως γιατί τ` άλλα χαμόγελα αποτυπώνουν τις στιγμές.
Κι αυτό τα κάνει πιο αληθινά. Και μέσα μου, πιο αιώνια.
Ενώ εκείνα τα χαμόγελα, των γάμων, την αιωνιότητα ετούτη, την υπόσχονται.
Μια ισόβια ευτυχία…
(ήδη νεκρή από το κλικ της μηχανής)
Και είναι ψεύτες.
UPDATED:
Να μια "αληθινή" φωτογραφία γάμου!
να επιταχύνω τη διαδρομή - ψυχολογικά, έστω –
παρατηρώ γύρω τα πράγματα, τον κόσμο.
Μέσα και έξω απ` αυτό.
Μπαίνω στα διαμερίσματα όταν παντζούρια είναι ανοιχτά και φώτα,
Κοιτάζω δυο σκιές να συζητούν, χαζεύω τηλεόραση μαζί τους,
στέκομαι λίγο μπρος στα ράφια τους, στα τραπεζάκια…
Φωτογραφίες γάμων… Νύφη, γαμπρός…πριν από χρόνια…
Σκέφτομαι πόσο είναι θλιβερές.
Δεν ξέρω. Νομίζω πως δεν θα `θελα ποτέ μου να «στολίσω» κάτι τέτοιο.
Κι αρχίζω τα σενάρια.
Ας πούμε, ότι παντρευόμουν (λέμε τώρα)
Κι ας πούμε –ακόμη πιο τρελό- πως έκανα γάμο θρησκευτικό.
Ίσως μόνο τα πρώτα δυο-τρία χρόνια να ήθελα να έχω το γάμο μου κορνίζα.
Μετά, μόνο με θλίψη θα με γέμιζε.
Χαζά χαμόγελα, στημένα, τάχα μου ευτυχίας, παγωμένα,
χαμόγελα φορμόλης, κάτι σε «θάνατο» μου φέρνουν. Και μιζέρια.
Αναρωτιέμαι πόσο χρόνο τα ίδια πρόσωπα, αυτά της φωτογραφίας,
αφιερώνουν στο χαμόγελο στη διάρκεια μιας μέρας.
Τώρα μπορεί και να μου πείτε∙ «Στις περισσότερες φωτογραφίες χαμογελάει ο κόσμος.
Γιατί να βρίσκεις θλιβερές μόνο αυτές των γάμων;»
…Ίσως γιατί τ` άλλα χαμόγελα αποτυπώνουν τις στιγμές.
Κι αυτό τα κάνει πιο αληθινά. Και μέσα μου, πιο αιώνια.
Ενώ εκείνα τα χαμόγελα, των γάμων, την αιωνιότητα ετούτη, την υπόσχονται.
Μια ισόβια ευτυχία…
(ήδη νεκρή από το κλικ της μηχανής)
Και είναι ψεύτες.
UPDATED:
Να μια "αληθινή" φωτογραφία γάμου!
Τετάρτη, Ιανουαρίου 03, 2007
ΦΑΤΕ ΜΟΝΟΙ - ΗΛΙΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ
«Στις αρχές της δεκαετίας του `60 ένας μαθητής γυμνασίου της μακρινής επαρχίας αρνείται να προσαρμοστεί στο σύστημα αξιών που κυριαρχεί. Αντιπαθεί την οικογένειά του, το σχολείο, τους χωροφύλακες, τους πλούσιους, τους βολεμένους. Υποψιάζεται πως όλα γύρω του είναι ένα βρώμικα στημένο παιχνίδι κι ονειρεύεται πως μπορεί να ξεφύγει απ` όλα αν γίνει παραγωγός ραδιοφώνου, κάποιος που όλοι θα θαυμάζουν…»…Στέκομαι αρκετή ώρα φυλλομετρώντας ξανά και ξανά το βιβλίο, προσπαθώντας ν` αποφασίσω ποιο κομμάτι του θέλω να παραθέσω ως απόσπασμα, μια που το ίδιο το βιβλίο είναι αντισυμβατικό ακόμα και ως μορφή κι έχει στο οπισθόφυλλο το ίδιο το τέλος του, πράγμα που συνήθως οι αναγνώστες προτιμούμε να μην γνωρίζουμε.
Ήρωάς του, ένας έφηβος που η ευαισθησία και η ευφυΐα του τον κάνουν από πολύ νωρίς να διαισθάνεται και να διακρίνει το δίκαιο από την αδικία, την υποκρισία από την αλήθεια, την ουσία από την βλακεία.
Απόλυτα αντιεξουσιαστικό και αντισυμβατικό, αντίθετο σε καθετί επιβαλλόμενο από την κοινωνία, μία διαρκής αμφισβήτηση και άρνηση κάθε θεσμού που φτάσαμε όλοι να θεωρούμε αυτονόητο, που λιμνάζουμε μέσα του και δεν βλέπουμε καν ότι μας αρρωσταίνει.
Ένας νεαρός που με αποφασιστικότητα, σιγουριά, αυστηρότητα και θυμό, αποκαλύπτει, ξεσκεπάζει την υποκρισία μέσα στην οποία ζούμε. Αν και μόλις έφηβος, τολμάει και σατιρίζει, ειρωνεύεται, χλευάζει, ακόμη και χτυπάει (κυριολεκτικά και μεταφορικά) οποιονδήποτε που, επειδή θεωρεί πως έχει μια μορφή εξουσίας (δάσκαλο, δήμαρχο, γονιό, χωροφύλακα, παπά, πλούσιο, κοινωνικά καταξιωμένο κλπ) βαυκαλίζεται πως είναι σπουδαίος και προσπαθεί να επιδείξει και να επιβάλει την δήθεν εξουσία του και στους άλλους, τους πιο αδύναμους πάντα, εννοείται.
Ο ίδιος δεν διστάζει να κλωτσήσει ακόμα και τα μεγαλύτερα όνειρά του, προκειμένου να μη δεχτεί συμβιβασμούς που αντιτίθενται στην αξιοπρέπεια, το ήθος και τις αρχές του.
Με μία οργισμένη τρυφερότητα κάνει λόγο για την ελευθερία του ανθρώπου, την οποία, στην πραγματικότητα, μόνο η ίδια η Φύση μπορεί να την υπαγορεύσει, ενώ αντίθετα, όλοι αυτοί οι κοινωνικοπολιτικοί θεσμοί μας, την υπονομεύουν και την στερούν.
Από σελίδα σε σελίδα, το βιβλίο εξελίσσεται, ραγδαία μπορώ να πω, με μια αναμφισβήτητα ανοδική πορεία, κι εδώ δεν αναφέρομαι τόσο σε κάποια κορύφωση συγκινησιακή ή αγωνίας, όπως εννοούμε συνήθως, αλλά σε μια εξέλιξη περιεχομένου, λόγου, νοήματος, ουσίας. Όλο και πιο ξεκάθαρα λέει αυτά που θέλει να πει. Όλο και πιο άμεσα, πιο απροκάλυπτα, σα να σε κοιτάει ίσια στα μάτια, πετώντας σου κατάμουτρα αλήθειες. Σα μια οργή που όλο και φουντώνει. Και που ποτέ δεν θα κοπάσει, αν τα πράγματα δεν γίνουν πιο ανθρώπινα. Πιο Αληθινά.
…Δεν αποφάσισα για το απόσπασμα που θέλω. Θέλω πολλά. Αν δεν βάλω όμως κάτι, έστω ελάχιστο, θα σκάσω! Αρπάχτε το!
«…Εμφανίστηκα μ` ένα μεγάλο χαμόγελο και το ”γλυκό” μόλις με είδε φωτίστηκε, “ελπίζω σήμερα να `ρθεις σπίτι, έτσι;”, είπε. Εγώ απάντησα ναι και ρώτησα τι ώρα να πάω.
“Το μεσημεράκι και να καθίσεις, να μείνεις μέχρι το βράδυ”, είπε το “γλυκό” και μου έδωσε τη διεύθυνση του σπιτιού, που ήταν γραμμένη πάνω σε μια κομψή κάρτα που `χε τ` όνομα ενός παλιομαλάκα – και τον είπα παλιομαλάκα γιατί στην κάρτα έγραφε “εισοδηματίας”, δηλαδή κοπρόσκυλο, όπως έλεγε ο παππούς μου αυτούς που τους λέγαν εισοδηματίες…»
Κι ένα ακόμα:
«…Κι εκείνο που μ` έκανε να θυμώνω πιο πολύ με την κατάστασταση ήταν πως δεν ήθελα να μεγαλώσω ανάμεσα σ` όλους αυτούς τριγύρω, που πήγαιναν και γυρνούσαν από τις δουλειές τους, όλους αυτούς τους υπάκουους της κάθε μέρας…»
...Ήταν το πρώτο βιβλίο (δώρο) που διάβασα το 2007. Ωραίο ξεκίνημα! Ωραίο, δυναμικό και ουσιαστικό. Και η ευχή μου για τη νέα χρονιά;
Αυτή η εφηβεία που ο κ. Κουτσούκος διατηρεί ακμαία και οργισμένη (γιατί έτσι πρέπει να είναι μία εφηβεία) ανεξάρτητα από τα νούμερα που αλλάζουν στα ημερολόγιά μας, να εξαπλωθεί σαν ιός, σαν γρίπη, να γίνει επιδημία και να μας καταβάλει όλους!
Το «ΦΑΤΕ ΜΟΝΟΙ» του Ηλία Κουτσούκου
κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «ΚΕΔΡΟΣ»
3/01/2007
Φένια
Σάββατο, Δεκεμβρίου 23, 2006
JOSE SARAMAGO - Ένας Μεγάλος Άνθρωπος
Ένας Μεγάλος Άνθρωπος.
Ένας Μεγάλος Λογοτέχνης.
Βρίσκει πως η λέξη «Πολίτης» είναι μια πολύ όμορφη λέξη.
Κι εμείς είχαμε την ευτυχία να τον συναντήσουμε από κοντά, να τον ακούσουμε, να του μιλήσουμε, να του σφίξουμε το χέρι και να τον χειροκροτήσουμε.
Είχε λόγο σαφή, πυκνό και ουσιαστικό, ευθύ, σκληρό κι ακριβοδίκαιο για όσους χειρίζονται τα πράγματα, αλλά και για τους υπόλοιπους που τα στηρίζουμε ή τα δεχόμαστε.
Κι ωστόσο, ήταν ο πιο γλυκός, ζεστός και τρυφερός άνθρωπος που έχω γνωρίσει.
Με διαύγεια αξιοθαύμαστη και με σαφή εικόνα για ό,τι ζούμε, νομίζω πως αποτελεί ζωντανό παράδειγμα-απόδειξη ότι ακόμα κι ο χρόνος μπορεί να νικηθεί.
Δεν ήταν μια απλή ακρόαση.
Ήταν πραγματικό σεμινάριο. Κοινωνιολογίας, Πολιτικής, Θρησκείας, Πολιτισμού.
Εκείνος απαντούσε στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων, μιλούσε, ακούραστος μέχρι το τέλος κι εμείς είχαμε εξαντληθεί απ` τη συγκέντρωση που έπρεπε να έχουμε, προκειμένου να μη χάσουμε το νόημα, να μην αφήσουμε τίποτα να πέσει κάτω. Θέλαμε να τ` απορροφήσουμε όλα! Κι αν γράφω τώρα είναι γιατί θέλω να τιμήσω, έστω έτσι, τόσο λίγο, αυτόν που μας τίμησε με την παρουσία του στη χώρα μας και μας τιμάει συνεχώς με τα βιβλία του και τα λεγόμενά του. Να τιμήσω αυτόν τον Άνθρωπο, τον Μεγάλο σε όλα, εκτός από την ηλικία.
Θα `θελα να σας τα μεταφέρω όλα, όπως ακριβώς τα είπε, αλλά είναι αδύνατον. Θα κάνω όμως ό,τι μπορώ.
Ξεκινώντας από τον λόγο για τον οποίο βρέθηκε στην Πάτρα, την παρουσίαση του παραμυθιού του, «Το μεγαλύτερο λουλούδι του κόσμου», δεν αμέλησε να επισημάνει τη συνεισφορά των υπόλοιπων συντελεστών στην ολοκλήρωση του βιβλίου του, κυρίως της μεταφράστριας Αθηνάς Ψυλλιά και του εικονογράφου Ζουάο Καετάνο. Ειδικά για την προσφορά των μεταφραστών είπε χαρακτηριστικά πως κάθε συγγραφέας γράφει για τη χώρα του, αυτός όμως που κάνει ένα έργο παγκόσμιο είναι ο μεταφραστής.
Τόνισε επίσης, πως μάλλον θα είναι καλύτερα τα παραμύθια για παιδιά να τα φτιάχνουν και να τα διηγούνται τα ίδια τα παιδιά μεταξύ τους γιατί, ουσιαστικά, οι μεγάλοι δεν μπορούν να ξέρουν πια τι είναι τα παιδιά, και πρότεινε να γίνει υποχρεωτικό το ανάγνωσμα των παραμυθιών απ` τους ενήλικες, μήπως και τελικά γνωρίσουν αυτό που χρόνια διδάσκουν.
Γρήγορα η συνέντευξη ξέφυγε απ` τη Λογοτεχνία και προεκτάθηκε σε άλλους τομείς και θεσμούς της κοινωνίας μας.
Απαντώντας σε ερωτήσεις σχετικά με τον «αθεϊσμό» του και τη θρησκεία γενικότερα, είπε καταρχήν: «Για να φτιαχτεί ένας αθεϊσμός σαν τον δικό μου χρειάζεται ένας υψηλός βαθμός θρησκευτικότητας.»
Κάνοντας μια ετυμολογική ανάλυση της λέξης «θρησκεία» είπε ότι «αυτή σημαίνει την “ενότητα”, αλλά ουδέποτε οι θρησκείες στην ιστορία της ανθρωπότητας ένωσαν τους λαούς. Αντίθετα, υπήρξαν πάντα αφορμή για πολέμους. Πάντα χώριζαν. Αν όλοι ήμασταν άθεοι δεν θα υπήρχαν προβλήματα μεταξύ των λαών.
Αν υπάρχει Θεός, υπάρχει μόνο ένας Θεός κι επομένως θα πρέπει να εξοντώσουμε ο ένας τον άλλον για κάποια βιβλία από τα οποία δεν καταλαβαίνουμε τίποτα και για κάποια που δεν έχουν πια εφαρμογή στη σημερινή ζωή μας. Κι όμως θεωρούνται ιερά.
Οι άνθρωποι έχουν την τάση να φτιάχνουν ολόκληρα δημιουργήματα τα οποία στηρίζονται σε ψέματα, να τα πιστεύουν και στο τέλος να τα μετατρέπουν σε αληθινά.»
Υπενθύμισε ότι «Εμείς είμαστε τυχεροί. Τρώμε τρεις φορές την ημέρα, ντυνόμαστε σύμφωνα με τη μόδα κλπ, αλλά υπάρχουν άνθρωποι που γεννιούνται και περνούν όλη τους τη ζωή μέσα στην Αποκάλυψη, χωρίς καν να το μάθουν ποτέ.»
Και κατέληξε λέγοντας: « Εγώ δεν χρειάζομαι ένα Θεό. Έχω την συνείδησή μου, τις κρίσεις των άλλων για μένα κι αυτό καθορίζει περισσότερο αυτό που είμαι και το πώς πορεύομαι στη ζωή.»
Όσον αφορά στο δημοκρατικό πολίτευμα, είπε ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει: «Δεν είναι Δημοκρατία όταν το σύστημα ζητεί, απαιτεί, παρακαλεί από τους πολίτες ένα και μόνο πράγμα. Την ψήφο τους. Κι έχουμε ως αποτέλεσμα ο πολίτης –Πολίτης είναι μία πάρα πολύ ωραία λέξη- να μην μπορεί να κάνει τίποτ` άλλο, από το να βγάλει μια κυβέρνηση και να βάλει μία άλλη στη θέση της. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως θ` αλλάξει και κάτι. Μας χειρίζονται οι προεκλογικές καμπάνιες, μας χειρίζονται τα ΜΜΕ και τελικά οι κοινωνίες μας οδηγούνται σε απάθεια και σε αδιαφορία. Και είναι ένοχες γι` αυτό. Μας συμβαίνει, λοιπόν, κάτι τρομερό. Είμαστε ταυτόχρονα θύματα, συνένοχοι και ένοχοι. Κι αν δεν μπορούμε ν` αποφύγουμε να είμαστε θύματα, ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον να μην είμαστε συνένοχοι ή θύτες.
Θα `πρεπε να μπορούμε να δώσουμε στα παιδιά μια κοινωνία έντιμη, ηθική και ανθρώπινη, αλλά αυτοί που κυβερνούν δεν είναι ούτε έντιμοι, ούτε ηθικοί και, πολύ φοβάμαι, ούτε καν ανθρώπινοι.»
Για το τελευταίο του βιβλίο «Περί Φωτίσεως», είπε ότι μ` αυτό δεν θέλει να στηρίξει την λευκή ψήφο, αλλά προτείνει μια επανάσταση χωρίς αίμα και βόμβες. Ότι είναι και η λευκή ψήφος μία άποψη. Η άποψη ότι: «Μου προτείνετε κάποια πράγματα κι εγώ ΔΕΝ τα θέλω!»
Σε ερώτηση για την ΕΕ κι για τον υποτιθέμενο «κοινό ευρωπαϊκό πολιτισμό» είπε ότι κάτι τέτοιο δεν υπάρχει. Για παράδειγμα, η γερμανική κουζίνα δεν του αρέσει καθόλου, αντίθετα, η ελληνική του αρέσει πάρα πολύ. «Να είστε Έλληνες και να μη σας νοιάζει η ΕΕ. Αν στηρίζεστε στους άλλους μπορεί και ν` αποτύχετε. Ο μόνος τρόπος να πετύχετε είναι να είστε Έλληνες, να στηρίζεστε στις δικές σας δυνάμεις. Και τότε, ακόμα κι αν αποτύχετε θα είστε εσείς οι μόνοι υπεύθυνοι.»
Τόνισε ιδιαίτερα ότι πρέπει να στεκόμαστε με κριτικό πνεύμα απέναντι σε ό,τι γίνεται, σε ό,τι μας λεν και ό,τι μας προβάλλουν. Δεν αρκεί να βλέπουμε τα πράγματα, πρέπει να μάθουμε να βλέπουμε ΠΙΣΩ από αυτά. Να μάθουμε να διακρίνουμε τις προθέσεις. Να μην πιστεύουμε σε ό,τι μας δείχνουν, αλλά στα ίδια τα γεγονότα. «Οι πολιτικοί υπόσχονται πολλά. Εύκολα υπόσχεται κανείς. Αλλά στο να τα τηρήσουν;…»
Μετά απ` όλ` αυτά, εύκολα γίνεται κατανοητή και η απάντησή του στον χαρακτηρισμό που του αποδίδεται ως «πεσιμιστή» κι «απαισιόδοξο». Είπε λοιπόν, γι` ακόμη μια φορά, πως δεν είναι απαισιόδοξος, αλλά ένας αισιόδοξος καλά ενημερωμένος. Και πως έτσι πρέπει να είμαστε γιατί ένας αισιόδοξος μη καλά ενημερωμένος είναι ηλίθιος. «Οι πληροφορίες που δεχόμαστε απ` όσα συμβαίνουν γύρω μας είναι απαισιόδοξες. Δεν μπορούμε επομένως, παρά να είμαστε “πεσιμιστές” στη Λογική, αλλά αισιόδοξοι στη Θέληση. Μόνο έτσι θ` αλλάξει κάτι.»
…Δεν ξέρω αν η εικόνα που σχηματίσατε από τα παραπάνω είναι τελικά πως ο κ. Ζοζέ Σαραμάγκου είναι απαισιόδοξος, εμένα πάντως, μου άναψε ένα φως, με γέμισε με ενέργεια και μ` αυτή την θέληση που λέει πως πρέπει να έχουμε! Αυτός ο ίδιος. Η παρουσία του, η στάση του απέναντι στη Ζωή. Ο Άνθρωπος Σαραμάγκου. Όχι μόνο ο Λογοτέχνης.
Επίσης, δεν ξέρω αν και πόσο κοντά μπόρεσα να σας φέρω σ` αυτήν την εμπειρία. Τα σχόλια και τα συμπεράσματα, δικά σας. Εγώ έχω βγάλει τα δικά μου κι εδώ θα αρκεστώ στο να τα συνοψίσω σε μία μόνο, εύλογη νομίζω, απορία: Πώς γίνεται να υπάρχουν ταυτόχρονα αυτός ο Άνθρωπος και όλοι οι άλλοι! Πείτε μου, ποιο σχολείο, πόσα έτη σπουδών και μελέτης μπορούν να αντικαταστήσουν ένα δίωρο μαζί του!...
23/12/2006
Γκουντούλα Φένια
Ένας Μεγάλος Λογοτέχνης.
Βρίσκει πως η λέξη «Πολίτης» είναι μια πολύ όμορφη λέξη.
Κι εμείς είχαμε την ευτυχία να τον συναντήσουμε από κοντά, να τον ακούσουμε, να του μιλήσουμε, να του σφίξουμε το χέρι και να τον χειροκροτήσουμε.
Είχε λόγο σαφή, πυκνό και ουσιαστικό, ευθύ, σκληρό κι ακριβοδίκαιο για όσους χειρίζονται τα πράγματα, αλλά και για τους υπόλοιπους που τα στηρίζουμε ή τα δεχόμαστε.
Κι ωστόσο, ήταν ο πιο γλυκός, ζεστός και τρυφερός άνθρωπος που έχω γνωρίσει.
Με διαύγεια αξιοθαύμαστη και με σαφή εικόνα για ό,τι ζούμε, νομίζω πως αποτελεί ζωντανό παράδειγμα-απόδειξη ότι ακόμα κι ο χρόνος μπορεί να νικηθεί.
Δεν ήταν μια απλή ακρόαση.
Ήταν πραγματικό σεμινάριο. Κοινωνιολογίας, Πολιτικής, Θρησκείας, Πολιτισμού.
Εκείνος απαντούσε στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων, μιλούσε, ακούραστος μέχρι το τέλος κι εμείς είχαμε εξαντληθεί απ` τη συγκέντρωση που έπρεπε να έχουμε, προκειμένου να μη χάσουμε το νόημα, να μην αφήσουμε τίποτα να πέσει κάτω. Θέλαμε να τ` απορροφήσουμε όλα! Κι αν γράφω τώρα είναι γιατί θέλω να τιμήσω, έστω έτσι, τόσο λίγο, αυτόν που μας τίμησε με την παρουσία του στη χώρα μας και μας τιμάει συνεχώς με τα βιβλία του και τα λεγόμενά του. Να τιμήσω αυτόν τον Άνθρωπο, τον Μεγάλο σε όλα, εκτός από την ηλικία.
Θα `θελα να σας τα μεταφέρω όλα, όπως ακριβώς τα είπε, αλλά είναι αδύνατον. Θα κάνω όμως ό,τι μπορώ.
Ξεκινώντας από τον λόγο για τον οποίο βρέθηκε στην Πάτρα, την παρουσίαση του παραμυθιού του, «Το μεγαλύτερο λουλούδι του κόσμου», δεν αμέλησε να επισημάνει τη συνεισφορά των υπόλοιπων συντελεστών στην ολοκλήρωση του βιβλίου του, κυρίως της μεταφράστριας Αθηνάς Ψυλλιά και του εικονογράφου Ζουάο Καετάνο. Ειδικά για την προσφορά των μεταφραστών είπε χαρακτηριστικά πως κάθε συγγραφέας γράφει για τη χώρα του, αυτός όμως που κάνει ένα έργο παγκόσμιο είναι ο μεταφραστής.
Τόνισε επίσης, πως μάλλον θα είναι καλύτερα τα παραμύθια για παιδιά να τα φτιάχνουν και να τα διηγούνται τα ίδια τα παιδιά μεταξύ τους γιατί, ουσιαστικά, οι μεγάλοι δεν μπορούν να ξέρουν πια τι είναι τα παιδιά, και πρότεινε να γίνει υποχρεωτικό το ανάγνωσμα των παραμυθιών απ` τους ενήλικες, μήπως και τελικά γνωρίσουν αυτό που χρόνια διδάσκουν.
Γρήγορα η συνέντευξη ξέφυγε απ` τη Λογοτεχνία και προεκτάθηκε σε άλλους τομείς και θεσμούς της κοινωνίας μας.
Απαντώντας σε ερωτήσεις σχετικά με τον «αθεϊσμό» του και τη θρησκεία γενικότερα, είπε καταρχήν: «Για να φτιαχτεί ένας αθεϊσμός σαν τον δικό μου χρειάζεται ένας υψηλός βαθμός θρησκευτικότητας.»
Κάνοντας μια ετυμολογική ανάλυση της λέξης «θρησκεία» είπε ότι «αυτή σημαίνει την “ενότητα”, αλλά ουδέποτε οι θρησκείες στην ιστορία της ανθρωπότητας ένωσαν τους λαούς. Αντίθετα, υπήρξαν πάντα αφορμή για πολέμους. Πάντα χώριζαν. Αν όλοι ήμασταν άθεοι δεν θα υπήρχαν προβλήματα μεταξύ των λαών.
Αν υπάρχει Θεός, υπάρχει μόνο ένας Θεός κι επομένως θα πρέπει να εξοντώσουμε ο ένας τον άλλον για κάποια βιβλία από τα οποία δεν καταλαβαίνουμε τίποτα και για κάποια που δεν έχουν πια εφαρμογή στη σημερινή ζωή μας. Κι όμως θεωρούνται ιερά.
Οι άνθρωποι έχουν την τάση να φτιάχνουν ολόκληρα δημιουργήματα τα οποία στηρίζονται σε ψέματα, να τα πιστεύουν και στο τέλος να τα μετατρέπουν σε αληθινά.»
Υπενθύμισε ότι «Εμείς είμαστε τυχεροί. Τρώμε τρεις φορές την ημέρα, ντυνόμαστε σύμφωνα με τη μόδα κλπ, αλλά υπάρχουν άνθρωποι που γεννιούνται και περνούν όλη τους τη ζωή μέσα στην Αποκάλυψη, χωρίς καν να το μάθουν ποτέ.»
Και κατέληξε λέγοντας: « Εγώ δεν χρειάζομαι ένα Θεό. Έχω την συνείδησή μου, τις κρίσεις των άλλων για μένα κι αυτό καθορίζει περισσότερο αυτό που είμαι και το πώς πορεύομαι στη ζωή.»
Όσον αφορά στο δημοκρατικό πολίτευμα, είπε ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει: «Δεν είναι Δημοκρατία όταν το σύστημα ζητεί, απαιτεί, παρακαλεί από τους πολίτες ένα και μόνο πράγμα. Την ψήφο τους. Κι έχουμε ως αποτέλεσμα ο πολίτης –Πολίτης είναι μία πάρα πολύ ωραία λέξη- να μην μπορεί να κάνει τίποτ` άλλο, από το να βγάλει μια κυβέρνηση και να βάλει μία άλλη στη θέση της. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως θ` αλλάξει και κάτι. Μας χειρίζονται οι προεκλογικές καμπάνιες, μας χειρίζονται τα ΜΜΕ και τελικά οι κοινωνίες μας οδηγούνται σε απάθεια και σε αδιαφορία. Και είναι ένοχες γι` αυτό. Μας συμβαίνει, λοιπόν, κάτι τρομερό. Είμαστε ταυτόχρονα θύματα, συνένοχοι και ένοχοι. Κι αν δεν μπορούμε ν` αποφύγουμε να είμαστε θύματα, ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον να μην είμαστε συνένοχοι ή θύτες.
Θα `πρεπε να μπορούμε να δώσουμε στα παιδιά μια κοινωνία έντιμη, ηθική και ανθρώπινη, αλλά αυτοί που κυβερνούν δεν είναι ούτε έντιμοι, ούτε ηθικοί και, πολύ φοβάμαι, ούτε καν ανθρώπινοι.»
Για το τελευταίο του βιβλίο «Περί Φωτίσεως», είπε ότι μ` αυτό δεν θέλει να στηρίξει την λευκή ψήφο, αλλά προτείνει μια επανάσταση χωρίς αίμα και βόμβες. Ότι είναι και η λευκή ψήφος μία άποψη. Η άποψη ότι: «Μου προτείνετε κάποια πράγματα κι εγώ ΔΕΝ τα θέλω!»
Σε ερώτηση για την ΕΕ κι για τον υποτιθέμενο «κοινό ευρωπαϊκό πολιτισμό» είπε ότι κάτι τέτοιο δεν υπάρχει. Για παράδειγμα, η γερμανική κουζίνα δεν του αρέσει καθόλου, αντίθετα, η ελληνική του αρέσει πάρα πολύ. «Να είστε Έλληνες και να μη σας νοιάζει η ΕΕ. Αν στηρίζεστε στους άλλους μπορεί και ν` αποτύχετε. Ο μόνος τρόπος να πετύχετε είναι να είστε Έλληνες, να στηρίζεστε στις δικές σας δυνάμεις. Και τότε, ακόμα κι αν αποτύχετε θα είστε εσείς οι μόνοι υπεύθυνοι.»
Τόνισε ιδιαίτερα ότι πρέπει να στεκόμαστε με κριτικό πνεύμα απέναντι σε ό,τι γίνεται, σε ό,τι μας λεν και ό,τι μας προβάλλουν. Δεν αρκεί να βλέπουμε τα πράγματα, πρέπει να μάθουμε να βλέπουμε ΠΙΣΩ από αυτά. Να μάθουμε να διακρίνουμε τις προθέσεις. Να μην πιστεύουμε σε ό,τι μας δείχνουν, αλλά στα ίδια τα γεγονότα. «Οι πολιτικοί υπόσχονται πολλά. Εύκολα υπόσχεται κανείς. Αλλά στο να τα τηρήσουν;…»
Μετά απ` όλ` αυτά, εύκολα γίνεται κατανοητή και η απάντησή του στον χαρακτηρισμό που του αποδίδεται ως «πεσιμιστή» κι «απαισιόδοξο». Είπε λοιπόν, γι` ακόμη μια φορά, πως δεν είναι απαισιόδοξος, αλλά ένας αισιόδοξος καλά ενημερωμένος. Και πως έτσι πρέπει να είμαστε γιατί ένας αισιόδοξος μη καλά ενημερωμένος είναι ηλίθιος. «Οι πληροφορίες που δεχόμαστε απ` όσα συμβαίνουν γύρω μας είναι απαισιόδοξες. Δεν μπορούμε επομένως, παρά να είμαστε “πεσιμιστές” στη Λογική, αλλά αισιόδοξοι στη Θέληση. Μόνο έτσι θ` αλλάξει κάτι.»
…Δεν ξέρω αν η εικόνα που σχηματίσατε από τα παραπάνω είναι τελικά πως ο κ. Ζοζέ Σαραμάγκου είναι απαισιόδοξος, εμένα πάντως, μου άναψε ένα φως, με γέμισε με ενέργεια και μ` αυτή την θέληση που λέει πως πρέπει να έχουμε! Αυτός ο ίδιος. Η παρουσία του, η στάση του απέναντι στη Ζωή. Ο Άνθρωπος Σαραμάγκου. Όχι μόνο ο Λογοτέχνης.
Επίσης, δεν ξέρω αν και πόσο κοντά μπόρεσα να σας φέρω σ` αυτήν την εμπειρία. Τα σχόλια και τα συμπεράσματα, δικά σας. Εγώ έχω βγάλει τα δικά μου κι εδώ θα αρκεστώ στο να τα συνοψίσω σε μία μόνο, εύλογη νομίζω, απορία: Πώς γίνεται να υπάρχουν ταυτόχρονα αυτός ο Άνθρωπος και όλοι οι άλλοι! Πείτε μου, ποιο σχολείο, πόσα έτη σπουδών και μελέτης μπορούν να αντικαταστήσουν ένα δίωρο μαζί του!...
23/12/2006
Γκουντούλα Φένια
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 22, 2006
Ζοζέ Σαραμάγκου - πρώτες πινελιές
Στις 28/3/1999, σε συνέντευξη που έδωσε στο «ΒΗΜΑ», στον κ. Λάλα, ο νομπελίστας μας Ζοζέ Σαραμάγκου(λέω «μας» γιατί θεωρώ ότι ανήκει στην ανθρωπότητα κι όχι σ` έναν μονάχα τόπο)
ανάμεσα σε πολλά και σημαντικά άλλα, ρωτήθηκε και αν υπήρξε ένα δυνατό στοιχείο στην οικογένειά του που να τον επηρέασε στον τρόπο με τον οποίο έχει μάθει να βλέπει τον κόσμο.
«Αν κάποιος με επηρέασε, ήταν οι παππούδες μου από την πλευρά της μητέρας μου οι οποίοι ήταν χοιροτρόφοι. Θα σας πω δυο ιστορίες που πιστεύω πως με επηρέασαν πολύ στη ζωή μου… Οι παππούδες μου είχαν γουρουνάκια τα οποία μεγάλωναν και πουλούσαν. Από αυτό ζούσαν οι άνθρωποι. Αυτό που μου έκανε κάποτε μεγάλη εντύπωση ήταν το εξής: Μια μέρα που έκανε πολύ κρύο ένα γουρουνάκι, το πιο αδύναμο, κινδύνεψε να πεθάνει… Ο παππούς μου το είδε και το έφερε μέσα στο σπίτι… Το βράδυ το έβαλαν στο κρεβάτι τους ανάμεσα στον παππού και στην γιαγιά να κοιμηθεί, στα ζεστά, κάτω από τα σκεπάσματά τους. Υπάρχει και μια άλλη ιστορία που με καθόρισε: Όταν ο παππούς μου κάποια στιγμή αισθάνθηκε πολύ άρρωστος και τον πήγαν στη Λισαβόνα, προτού φύγει, πήγε σε ένα κτηματάκι με κάτι δέντρα που είχε, και αυτός ο άνθρωπος, ο απλός, ο χοντροκομμένος, που δεν ήξερε τίποτα από τον κόσμο, που τον κοίταζες κι έλεγες «πού την κρύβει τόση ευαισθησία;», αγκάλιασε έναν έναν τους κορμούς όλων των δέντρων και έκλαψε με βαθιά αναφιλητά… Έτσι αποχαιρέτησε τα δέντρα του. Αυτά τα ανεξήγητα γεγονότα με καθόρισαν…»
Έχω πολλά να πω! Πολλά…Πολλά…
Γι` αυτήν την συγκλονιστική και καθοριστική, για μένα, εμπειρία, της 18ης Δεκεμβρίου 2006,
όταν ο Ζοζέ Σαραμάγκου ήρθε στην Πάτρα για να παρουσιάσει την ιστορία του για μεγάλα και μικρά παιδιά «Το μεγαλύτερο λουλούδι του κόσμου» κι ειχα την τύχη, μαζί με τον Tertuliano, να παρευρεθώ στην παρουσίαση αυτή αλλά και στην συνέντευξη τύπου που έδωσε.
Είμαι όμως ακόμη σε στάδιο επεξεργασίας όλων των πληροφοριών που δέχτηκα, όλων των συναισθημάτων που ένιωσα, όλων των εντυπώσεων που αποκόμισα. Θα τα ξεδιπλώσουμε όλα σύντομα. Ήθελα όμως να κάνω μια εισαγωγή, όσο ακόμα είναι φρέσκο φρέσκο και νομίζω πως τα λόγια του αυτά στον κ. Λάλα είναι, για όσους τους διακρίνει κάποιος βαθμός ευαισθησίας, αρκετά αποκαλυπτικά γι` αυτό που είναι αυτός ο Άνθρωπος.
Αφήνω λοιπόν αυτές τις πρώτες πινελιές… Για όσους μπορούν να καταλάβουν…
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 15, 2006
ΠΕΡΕΚ - Δυο Λόγια
Όταν πριν από κάποιο καιρό ο φίλος Μαρκ είχε προτείνει στο blog του το βιβλίο του Ζορζ Περέκ «Ζωή: Οδηγίες Χρήσεως» κι εγώ αποφάσισα να το διαβάσω, ήταν αδύνατον να φανταστώ αυτό που θ` αντιμετώπιζα κι αυτό που τελικά θα ανακάλυπτα. Τελείωσα το βιβλίο σχεδόν εκστασιασμένη και, καθώς τότε εγώ δεν είχα ακόμη blog, ζήτησα απ` τον Άγγελο να γράψω κάτι γι` αυτό στο δικό του, πράγμα που δεν μου αρνήθηκε.Πριν λίγες μέρες διάβασα ένα ακόμη βιβλίο του Περέκ, το "Χορείες Χώρων" και η πλάκα που παθαίνω επαναλαμβάνεται!
Δυστυχώς, αυτή η επιθυμία, όσο βαθιά κι αν είναι, δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί, αφού ούτε κι ο εκπληκτικός αυτός τύπος δεν μπόρεσε να ξεφύγει από τη μοίρα όλων των θνητών.
Μόνο που, όσο διαβάζω κάποιο βιβλίο του, δεν μπορώ με τίποτα να πιστέψω ότι δεν υπάρχει πια! Βιβλία που γράφτηκαν χρόνια πριν κι εγώ τα νιώθω πιο σύγχρονα από σύγχρονα, σχεδόν προπορευόμενα της εποχής μας, ως στυλ γραφής, ως σκέψη – ιδέα – σύλληψη, πρωτοτυπία. Είναι ολοζώντανος. Δεν τον διαβάζω∙ τον ακούω να μου τα λέει σχεδόν μέσα στ` αφτί μου. Δεν είναι ανάγνωση, είναι ενέργεια. Διαβάζω και τον ακολουθώ με τα ίδια μου τα βήματα σ` αυτά που περιγράφει, που διηγείται, που ζει. Περπατάω μαζί του στους, γνώριμους πλέον και σ` εμένα, δρόμους του Παρισιού, προσπαθώντας δίπλα του να το διασχίσω από τη μια άκρη ως την άλλη, περνώντας μόνο από δρόμους που τ` όνομά τους αρχίζει από “C”. Μπαίνω στα δωμάτια που μπαίνει, κάθομαι στο τραπεζάκι του γωνιακού καφέ απ` όπου παρατηρεί την κίνηση γύρω του…
Ποτέ οι περιγραφές δεν ανήκαν στις προτιμήσεις μου. Μέχρι και σειρές μου ερχόταν να πηδήξω όταν τις συναντούσα. Όμως στον Περέκ η περιγραφή είναι απόλαυση!
Είναι δίψα και προσμονή! Είναι και πρόκληση!
(Εξού και το προηγούμενο post μου, κάτι σαν ελάχιστος φόρος τιμής σ` έναν μεγάλο συγγραφέα, σ` έναν απίστευτα διασκεδαστικό τύπο, σ` έναν φίλο.)
Λόγος που ρέει. Έργα που ενδείκνυνται τόσο για μία απολαυστικότατη ανάγνωση, όσο και για βαθύτερη μελέτη και για πρακτική άσκηση περιγραφής, καταγραφής, παρατηρητικότητας, οπτικής αντίληψης και αντίληψης γενικότερα.
Σ` ευχαριστώ Άγγελε!
Σ` ευχαριστώ Περέκ! Είδες; Ούτε ένα «κλπ»!
Το «Χορείες Χώρων» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΥΨΙΛΟΝ σε μετάφραση -ποιου άλλου;- του Αχιλλέα Κυριακίδη.
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 13, 2006
ΖΟΡΖ ΠΕΡΕΚ - Πρακτική Εξάσκηση
Μουντό πρωινό. Café ΑΛΦΑ. Αλεξάνδρου Σβώλου κι Εθνικής Αμύνης, γωνία. Μεγάλο, ευρύχωρο, διώχνει οποιοδήποτε κλειστοφοβικό συναίσθημα. Όχι ιδιαίτερα μοντέρνο, μοιάζει περισσότερο με καφενείο. Ξύλινα τραπεζάκια, άλλα στρογγυλά άλλα τετράγωνα. Ξύλινες καρέκλες, επενδυμένες με πορτοκαλί μαξιλαράκια, ξύλινα σκαμπό. Ξύλινο και το πάτωμα.
Το ένα τρίτο περίπου του μαγαζιού βρίσκεται σ` ένα επίπεδο ψηλότερα. Αυτό αποτελεί-ορίζει το χώρο των μη καπνιζόντων. Σ` ένα από τα τραπεζάκια αυτού του διαζώματος, στρογγυλό, κάθομαι κι εγώ τώρα. Στα δεξιά μου, κολλητά στον τοίχο, απ` άκρη σ` άκρη, υπάρχουν καναπέδες, πολύ χαμηλοί, πορτοκαλί, με μικρά, τετράγωνα μαξιλαράκια, πορτοκαλί και χακί. Τα τραπεζάκια μπροστά τους είναι επίσης πολύ χαμηλά, ξύλινα κι αυτά, αλλά παραλληλόγραμμα (μόνο εκεί είναι παραλληλόγραμμα τα τραπεζάκια, 3 όλα κι όλα).
Σ` ένα απ` αυτά, άκρη άκρη, δίπλα ακριβώς στο παράθυρο, κάθονται δύο νεαροί, προφανώς φοιτητές, που έχουν βγάλει και μελετούν τετράδια, φωτοτυπίες και σημειώσεις και συνομιλούν αδιάκοπα για τη μελέτη τους, θέματα μάλλον μαθηματικής φύσεως, φυσική πιο πιθανά ή κάτι τέτοιο, γιατί αναφέρουν πυκνωτές, βολτ, ρίζες και πολλούς αριθμούς. Φορούν και οι δύο μαύρες μπλούζες, τζιν παντελόνια, σπορτέξ παπούτσια και γυαλιά. Ο ένας, αυτός που κάθεται στο παράθυρο, πίνει φραπέ, ο άλλος δίπλα του ζεστό καφέ, νες.
Μέχρι προλίγου, εγώ κι αυτοί ήμασταν οι μόνοι σ` αυτό το διάζωμα. Αλλά τώρα, ουπς! Ανέβηκαν δύο ακόμα κοπελιές. Πιάσανε την άλλη άκρη της σειράς των καναπέδων και –δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση μου- κι ανεβήκαν άλλες τρεις να καλύψουν κέντρο. Τώρα ο καναπές είναι πλήρης. Το ίδιο κι ο τοίχος.(Πώς βολεύονται; Είναι εξαιρετικά άβολες θέσεις.)
Τελικά, τα μόνα τραπεζάκια που μείναν άδεια στους μη καπνίζοντες είναι αυτό μπροστά μου κι ένα πίσω μου, στρογγυλά και τα δυο. Δύο αγόρια μόλις προστέθηκαν στην παρέα των τριών τελευταίων κοριτσιών.
Ο σερβιτόρος έρχεται, παίρνει παραγγελίες, φεύγει στο μπαρ, επιστρέφει με τον δίσκο γεμάτο. Επαναλαμβάνει τη διαδικασία αυτή πάλι και πάλι. Παραγγέλνουν ένας ένας, δεν ξέρω γιατί. Κάποια από τις κοπελιές παρήγγειλε ένα προφιτερόλ χωρίς σαντιγύ, χωρίς ξηρούς καρπούς και τρούφες! Δηλαδή, με σοκολάτα μόνο. Δηλαδή, τι προφιτερόλ είν` αυτό;
Οι δύο φοιτητές κλείσαν τις σημειώσεις. Πήραν ένα τάβλι. Τώρα κάθονται αντικρυστά μ` αυτό ανάμεσά τους. (Σωστοί οι παίχτες!) Ρίχνουν τα ζάρια, παίζουν.
Καθώς η ώρα περνά αναπτύσσεται μια σχετική κινητικότητα που ως τώρα δεν υπήρχε. Δεν προλαβαίνω πια να περιγράψω τις αλλαγές αυτού του διαζώματος. Πόσο μάλλον και ό,τι υπάρχει ή συμβαίνει και στο υπόλοιπο μαγαζί. Πόσο μάλλον το χώρο και την κίνηση έξω από αυτό, το δρόμο, τα καταστήματα, τα γύρω σπίτια.
Τι λες καλέ μου Περέκ! Αδύνατον!
Φάση έχει η προσπάθεια, όμως περνά η ώρα. Πρέπει κι εγώ να σηκωθώ να φύγω.
…Χώρος ΜΗ καπνιζόντων… Εσύ γλυκιά μου, δίπλα μου, γιατί καπνίζεις; Λεπτό, μακρύ, καφέ τσιγαράκι…
Τελευταίες σημειώσεις: Είναι 11 Δεκέμβρη, πλησιάζουν Χριστούγεννα, το μαγαζί είναι ήδη στολισμένο. Όχι τίποτα βαρύ, ευτυχώς! Ένα μεγάλο δέντρο κάπως κεντρικά στο χώρο, πράσινο, με χρυσές και κόκκινες μπάλες κι ένα χρυσό αστέρι στην κορφή. Α! και μια χρυσή κορδέλα που το τυλίγει κατεβαίνοντας σπειροειδώς από την κορυφή ως τη βάση. Στα παράθυρα λεπτά φωτάκια κρεμασμένα σαν βροχή. Γνωστά, παλιά, ήρεμα σχετικά τραγούδια ζεσταίνουν την ατμόσφαιρα. Η μικτή (αγοριών-κοριτσιών) παρέα δίπλα μου, αυτή που ήρθε τελευταία, γιορτάζει, όπως φαίνεται, την ορκωμοσία μιας από τις κοπελιές. Ο σερβιτόρος συνεχίζει το αδιάκοπο πήγαιν` έλα. Έπρεπε να μετρήσω τις διαδρομές.
Από κάποιο σημείο του κάτω διαζώματος ακούγεται η φωνούλα ενός μωρού.
Όχι, Περέκ, δεν θα γυρίσω να κοιτάξω. Δεν με παίρνει να περιγράψω άλλα.
Ακούγεται κι ο ήχος απ` τα ζάρια και τα πούλια στο τάβλι.
Ωχ! Το συνεχίζω!
Ζόρικη δουλειά μου έβαλες Ζορζ!
Είναι για όταν γεράσω κι έχω χρόνο.
Φεύγω! Τέλος!
Το ένα τρίτο περίπου του μαγαζιού βρίσκεται σ` ένα επίπεδο ψηλότερα. Αυτό αποτελεί-ορίζει το χώρο των μη καπνιζόντων. Σ` ένα από τα τραπεζάκια αυτού του διαζώματος, στρογγυλό, κάθομαι κι εγώ τώρα. Στα δεξιά μου, κολλητά στον τοίχο, απ` άκρη σ` άκρη, υπάρχουν καναπέδες, πολύ χαμηλοί, πορτοκαλί, με μικρά, τετράγωνα μαξιλαράκια, πορτοκαλί και χακί. Τα τραπεζάκια μπροστά τους είναι επίσης πολύ χαμηλά, ξύλινα κι αυτά, αλλά παραλληλόγραμμα (μόνο εκεί είναι παραλληλόγραμμα τα τραπεζάκια, 3 όλα κι όλα).
Σ` ένα απ` αυτά, άκρη άκρη, δίπλα ακριβώς στο παράθυρο, κάθονται δύο νεαροί, προφανώς φοιτητές, που έχουν βγάλει και μελετούν τετράδια, φωτοτυπίες και σημειώσεις και συνομιλούν αδιάκοπα για τη μελέτη τους, θέματα μάλλον μαθηματικής φύσεως, φυσική πιο πιθανά ή κάτι τέτοιο, γιατί αναφέρουν πυκνωτές, βολτ, ρίζες και πολλούς αριθμούς. Φορούν και οι δύο μαύρες μπλούζες, τζιν παντελόνια, σπορτέξ παπούτσια και γυαλιά. Ο ένας, αυτός που κάθεται στο παράθυρο, πίνει φραπέ, ο άλλος δίπλα του ζεστό καφέ, νες.
Μέχρι προλίγου, εγώ κι αυτοί ήμασταν οι μόνοι σ` αυτό το διάζωμα. Αλλά τώρα, ουπς! Ανέβηκαν δύο ακόμα κοπελιές. Πιάσανε την άλλη άκρη της σειράς των καναπέδων και –δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση μου- κι ανεβήκαν άλλες τρεις να καλύψουν κέντρο. Τώρα ο καναπές είναι πλήρης. Το ίδιο κι ο τοίχος.(Πώς βολεύονται; Είναι εξαιρετικά άβολες θέσεις.)
Τελικά, τα μόνα τραπεζάκια που μείναν άδεια στους μη καπνίζοντες είναι αυτό μπροστά μου κι ένα πίσω μου, στρογγυλά και τα δυο. Δύο αγόρια μόλις προστέθηκαν στην παρέα των τριών τελευταίων κοριτσιών.
Ο σερβιτόρος έρχεται, παίρνει παραγγελίες, φεύγει στο μπαρ, επιστρέφει με τον δίσκο γεμάτο. Επαναλαμβάνει τη διαδικασία αυτή πάλι και πάλι. Παραγγέλνουν ένας ένας, δεν ξέρω γιατί. Κάποια από τις κοπελιές παρήγγειλε ένα προφιτερόλ χωρίς σαντιγύ, χωρίς ξηρούς καρπούς και τρούφες! Δηλαδή, με σοκολάτα μόνο. Δηλαδή, τι προφιτερόλ είν` αυτό;
Οι δύο φοιτητές κλείσαν τις σημειώσεις. Πήραν ένα τάβλι. Τώρα κάθονται αντικρυστά μ` αυτό ανάμεσά τους. (Σωστοί οι παίχτες!) Ρίχνουν τα ζάρια, παίζουν.
Καθώς η ώρα περνά αναπτύσσεται μια σχετική κινητικότητα που ως τώρα δεν υπήρχε. Δεν προλαβαίνω πια να περιγράψω τις αλλαγές αυτού του διαζώματος. Πόσο μάλλον και ό,τι υπάρχει ή συμβαίνει και στο υπόλοιπο μαγαζί. Πόσο μάλλον το χώρο και την κίνηση έξω από αυτό, το δρόμο, τα καταστήματα, τα γύρω σπίτια.
Τι λες καλέ μου Περέκ! Αδύνατον!
Φάση έχει η προσπάθεια, όμως περνά η ώρα. Πρέπει κι εγώ να σηκωθώ να φύγω.
…Χώρος ΜΗ καπνιζόντων… Εσύ γλυκιά μου, δίπλα μου, γιατί καπνίζεις; Λεπτό, μακρύ, καφέ τσιγαράκι…
Τελευταίες σημειώσεις: Είναι 11 Δεκέμβρη, πλησιάζουν Χριστούγεννα, το μαγαζί είναι ήδη στολισμένο. Όχι τίποτα βαρύ, ευτυχώς! Ένα μεγάλο δέντρο κάπως κεντρικά στο χώρο, πράσινο, με χρυσές και κόκκινες μπάλες κι ένα χρυσό αστέρι στην κορφή. Α! και μια χρυσή κορδέλα που το τυλίγει κατεβαίνοντας σπειροειδώς από την κορυφή ως τη βάση. Στα παράθυρα λεπτά φωτάκια κρεμασμένα σαν βροχή. Γνωστά, παλιά, ήρεμα σχετικά τραγούδια ζεσταίνουν την ατμόσφαιρα. Η μικτή (αγοριών-κοριτσιών) παρέα δίπλα μου, αυτή που ήρθε τελευταία, γιορτάζει, όπως φαίνεται, την ορκωμοσία μιας από τις κοπελιές. Ο σερβιτόρος συνεχίζει το αδιάκοπο πήγαιν` έλα. Έπρεπε να μετρήσω τις διαδρομές.
Από κάποιο σημείο του κάτω διαζώματος ακούγεται η φωνούλα ενός μωρού.
Όχι, Περέκ, δεν θα γυρίσω να κοιτάξω. Δεν με παίρνει να περιγράψω άλλα.
Ακούγεται κι ο ήχος απ` τα ζάρια και τα πούλια στο τάβλι.
Ωχ! Το συνεχίζω!
Ζόρικη δουλειά μου έβαλες Ζορζ!
Είναι για όταν γεράσω κι έχω χρόνο.
Φεύγω! Τέλος!
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 11, 2006
Αλήθειες...
Είδα γραμμένο σ` έναν τοίχο:
…αλλά, στον εγκέφαλό μου;
ΕΙΣΑΙ ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΠ` ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΟΥ
Θα το αντιγράψω στον δικό μου.…αλλά, στον εγκέφαλό μου;
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 04, 2006
HISTORIA DE UNA GAVIOTA Y DEL GATO QUE LE ENSENO A VOLAR
“…Solo vuela el que se atreve a hacerlo”
Άλλο ένα βιβλίο του Luis Sepúlveda που μ` έχει αφήσει γοητευμένη, μαγεμένη, συγκινημένη.
Μια νουβέλα, λέει ο ίδιος, για νέους από 8 ως 88 ετών.
Κι εγώ λέω ότι τα παραμύθια, τα δικά του παραμύθια, τουλάχιστον, λεν τις μεγαλύτερες αλήθειες.
Ένα βιβλίο, μάθημα κανονικό. Μάθημα ευαισθησίας, αγάπης για τα ζώα, τη γη, τον αέρα, για οτιδήποτε φυσικό. Μία απόδειξη για το πόσο εύκολο είναι να ζήσουν αρμονικά όλα τα είδη του πλανήτη. Πόσο αποτελεσματική μπορεί να είναι η «συνεργασία» ανάμεσα σε πλάσματα διαφορετικά και χαρακτήρες, όταν ενώσουν τις δυνάμεις και τις ιδιαιτερότητές τους, την ίδια τη διαφορετικότητά τους δηλαδή, με ό,τι συνεπάγεται αυτό, για έναν κοινό σκοπό.
Ένα βιβλίο που μιλάει για συνέπεια, για αξιοπρέπεια, για αλληλεγγύη.
Πολύ διασκεδαστικό, έξυπνο και εύθυμο. Μεγαλειωδώς Λογοτεχνικό, ενεργοποιεί όλες τις αισθήσεις, ξυπνάει τη φαντασία, ζωντανεύει εικόνες, προσφέρει σε αφθονία γέλιο, αγωνία και συγκίνηση.
Ένα βιβλίο ύμνος σε καθετί ουσιαστικό:
«…Στη ζωή σου θα βρεις πολλούς λόγους για να είσαι χαρούμενος. Έναν απ` αυτούς τον λεν νερό, άλλον τον λεν αέρα, άλλον τον λένε ήλιο και πάντα έρχεται σαν ανταμοιβή μετά τη βροχή…»
Να πού βρίσκεται η ουσία. Αντίθετα μ` όλα τα ιλουστρασιόν καταναλωτικά πρότυπα «ευτυχίας» που πάνε να μας πνίξουν πια!
Τέλος, ένα βιβλίο που η αστείρευτη τρυφερότητά του δεν δεσμεύει, δεν σκλαβώνει σε μία δήθεν ασφάλεια, αλλά προτρέπει στο μεγαλύτερο βήμα, στο πιο τολμηρό και ριψοκίνδυνο ίσως, σ` αυτό που για να το κάνεις θα χρειαστεί να επιστρατεύσεις όλο το θάρρος και τη δύναμη που έχεις μέσα σου.
Γιατί τελικά… «…Πετάει μόνο αυτός που θα τολμήσει να το κάνει»
ΥΓ: Στα ελληνικά, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις opera με τον τίτλο
«Η ιστορία του γάτου που έμαθε σε έναν γλάρο να πετάει» σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη.
Άλλο ένα βιβλίο του Luis Sepúlveda που μ` έχει αφήσει γοητευμένη, μαγεμένη, συγκινημένη.Μια νουβέλα, λέει ο ίδιος, για νέους από 8 ως 88 ετών.
Κι εγώ λέω ότι τα παραμύθια, τα δικά του παραμύθια, τουλάχιστον, λεν τις μεγαλύτερες αλήθειες.
Ένα βιβλίο, μάθημα κανονικό. Μάθημα ευαισθησίας, αγάπης για τα ζώα, τη γη, τον αέρα, για οτιδήποτε φυσικό. Μία απόδειξη για το πόσο εύκολο είναι να ζήσουν αρμονικά όλα τα είδη του πλανήτη. Πόσο αποτελεσματική μπορεί να είναι η «συνεργασία» ανάμεσα σε πλάσματα διαφορετικά και χαρακτήρες, όταν ενώσουν τις δυνάμεις και τις ιδιαιτερότητές τους, την ίδια τη διαφορετικότητά τους δηλαδή, με ό,τι συνεπάγεται αυτό, για έναν κοινό σκοπό.
Ένα βιβλίο που μιλάει για συνέπεια, για αξιοπρέπεια, για αλληλεγγύη.
Πολύ διασκεδαστικό, έξυπνο και εύθυμο. Μεγαλειωδώς Λογοτεχνικό, ενεργοποιεί όλες τις αισθήσεις, ξυπνάει τη φαντασία, ζωντανεύει εικόνες, προσφέρει σε αφθονία γέλιο, αγωνία και συγκίνηση.
Ένα βιβλίο ύμνος σε καθετί ουσιαστικό:
«…Στη ζωή σου θα βρεις πολλούς λόγους για να είσαι χαρούμενος. Έναν απ` αυτούς τον λεν νερό, άλλον τον λεν αέρα, άλλον τον λένε ήλιο και πάντα έρχεται σαν ανταμοιβή μετά τη βροχή…»
Να πού βρίσκεται η ουσία. Αντίθετα μ` όλα τα ιλουστρασιόν καταναλωτικά πρότυπα «ευτυχίας» που πάνε να μας πνίξουν πια!
Τέλος, ένα βιβλίο που η αστείρευτη τρυφερότητά του δεν δεσμεύει, δεν σκλαβώνει σε μία δήθεν ασφάλεια, αλλά προτρέπει στο μεγαλύτερο βήμα, στο πιο τολμηρό και ριψοκίνδυνο ίσως, σ` αυτό που για να το κάνεις θα χρειαστεί να επιστρατεύσεις όλο το θάρρος και τη δύναμη που έχεις μέσα σου.
Γιατί τελικά… «…Πετάει μόνο αυτός που θα τολμήσει να το κάνει»
ΥΓ: Στα ελληνικά, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις opera με τον τίτλο
«Η ιστορία του γάτου που έμαθε σε έναν γλάρο να πετάει» σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη.
Σάββατο, Δεκεμβρίου 02, 2006
Άνθρωπος-ζώο, όπως γεννήθηκα...
Με κούρασε η πόλη!
Με κούρασε σαν αγχωμένο τζόκιν.
Δεν είναι τρέξιμο. Ούτε περπάτημα.
Ένα υβρίδιο.
Κουράστηκα να βλέπω όλους να «τρέχουν».
Όχι από χαρά ή ενθουσιασμό.
Όχι για να συναντήσουν έναν φίλο ή τον Έρωτα.
Αλλά γιατί τους κυνηγάει πάντα κάτι.
Τους κυνηγά η δουλειά, τους κυνηγά ο χρόνος,
φίλοι, γνωστοί, οικογένεια…το ίδιο τους το άγχος.
Με σπρώχνουνε στα πεζοδρόμια και φέρνω σβούρες σαστισμένη.
Μα δεν μπορώ ν` ακολουθήσω άλλο. Φτάνει!
Θέλω το περπάτημά μου, περπάτημα κανονικό.
Το τρέξιμό μου, τρέξιμο. Επιλογή ΜΟΥ.
Θέλω όταν πέφτω στο κρεβάτι, να κοιμάμαι.
Να είμαι άνθρωπος.
Άνθρωπος – ζώο, όπως γεννήθηκα.
Όχι άνθρωπος – μηχανή, όπως εδώ.
Τι έκτρωμα είν` αυτό που έχουμε βαφτίσει «πόλη».
Δεν το αναγνωρίζω. Ούτε εμένα αυτό.
Θ` αλληλοεξοντωθούμε!
Νιώθω μέσα σ` αυτήν σαν άγριο ζώο, κλεισμένο σ` έναν κήπο ζωολογικό.
Το συντηρούνε, βέβαια. Αλλά ζει;
Τάχα αναπτύσσει τα χαρακτηριστικά του;
Αν ξαφνικά το ελευθερώσεις ξέρει να προστατευτεί;
(μα έτσι κι αλλιώς, αυτοί δεν θέλουν να μπορεί.)
Κι εγώ ομοίως, μες στην πόλη – φυλακή μου.
Ψάχνω να βρω τρόπους πλαστούς και τεχνικές να πλησιάσω μια στιγμή τη Φύση – φύση μου.
Κανονικό placebo, δηλαδή,
Βάζω Vivaldi και φαντάζομαι τις εποχές.
Αφού στην πόλη ούτε αυτές καταλαβαίνεις.
Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας, ΕΝΑ χρώμα.
Πάντοτε γκρι. Το γκρι της πόλης. Το πολύ συγκεκριμένο.
Ούτε χρυσό του Φθινοπώρου, ούτε πράσινο,
ούτε καφέ, λουλουδιαστό… ούτε καν άσπρο!
Το άσπρο το χιόνι του χειμώνα… πούν`το;
Τόση η βρωμιά σ` αυτήν την πόλη, γη κι αέρα,
που και το χιόνι βγαίνει λερωμένο.
…Δεν ξέρω πώς αντέχουνε οι άλλοι.
Και δε με νοιάζει, αφού έτσι το γουστάρουν.
Ίσως κατάφεραν να τους αλλοτριώσουν πλήρως.
Δε με νοιάζει!
Εγώ ακόμη τους κοιτάζω σαστισμένη…
Δεν είναι φυσιολογικοί!
ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΥΓΩ!...
ΥΓ: Καλά τώρα. Εδώ δεν πρόκειται για "ποίημα".
Ας μη ληφθεί ως τέτοιο.
Το πνίξιμό μου θέλω να φωνάξω...
Με κούρασε σαν αγχωμένο τζόκιν.
Δεν είναι τρέξιμο. Ούτε περπάτημα.
Ένα υβρίδιο.
Κουράστηκα να βλέπω όλους να «τρέχουν».
Όχι από χαρά ή ενθουσιασμό.
Όχι για να συναντήσουν έναν φίλο ή τον Έρωτα.
Αλλά γιατί τους κυνηγάει πάντα κάτι.
Τους κυνηγά η δουλειά, τους κυνηγά ο χρόνος,
φίλοι, γνωστοί, οικογένεια…το ίδιο τους το άγχος.
Με σπρώχνουνε στα πεζοδρόμια και φέρνω σβούρες σαστισμένη.
Μα δεν μπορώ ν` ακολουθήσω άλλο. Φτάνει!
Θέλω το περπάτημά μου, περπάτημα κανονικό.
Το τρέξιμό μου, τρέξιμο. Επιλογή ΜΟΥ.
Θέλω όταν πέφτω στο κρεβάτι, να κοιμάμαι.
Να είμαι άνθρωπος.
Άνθρωπος – ζώο, όπως γεννήθηκα.
Όχι άνθρωπος – μηχανή, όπως εδώ.
Τι έκτρωμα είν` αυτό που έχουμε βαφτίσει «πόλη».
Δεν το αναγνωρίζω. Ούτε εμένα αυτό.
Θ` αλληλοεξοντωθούμε!
Νιώθω μέσα σ` αυτήν σαν άγριο ζώο, κλεισμένο σ` έναν κήπο ζωολογικό.
Το συντηρούνε, βέβαια. Αλλά ζει;
Τάχα αναπτύσσει τα χαρακτηριστικά του;
Αν ξαφνικά το ελευθερώσεις ξέρει να προστατευτεί;
(μα έτσι κι αλλιώς, αυτοί δεν θέλουν να μπορεί.)
Κι εγώ ομοίως, μες στην πόλη – φυλακή μου.
Ψάχνω να βρω τρόπους πλαστούς και τεχνικές να πλησιάσω μια στιγμή τη Φύση – φύση μου.
Κανονικό placebo, δηλαδή,
Βάζω Vivaldi και φαντάζομαι τις εποχές.
Αφού στην πόλη ούτε αυτές καταλαβαίνεις.
Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας, ΕΝΑ χρώμα.
Πάντοτε γκρι. Το γκρι της πόλης. Το πολύ συγκεκριμένο.
Ούτε χρυσό του Φθινοπώρου, ούτε πράσινο,
ούτε καφέ, λουλουδιαστό… ούτε καν άσπρο!
Το άσπρο το χιόνι του χειμώνα… πούν`το;
Τόση η βρωμιά σ` αυτήν την πόλη, γη κι αέρα,
που και το χιόνι βγαίνει λερωμένο.
…Δεν ξέρω πώς αντέχουνε οι άλλοι.
Και δε με νοιάζει, αφού έτσι το γουστάρουν.
Ίσως κατάφεραν να τους αλλοτριώσουν πλήρως.
Δε με νοιάζει!
Εγώ ακόμη τους κοιτάζω σαστισμένη…
Δεν είναι φυσιολογικοί!
ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΥΓΩ!...
ΥΓ: Καλά τώρα. Εδώ δεν πρόκειται για "ποίημα".
Ας μη ληφθεί ως τέτοιο.
Το πνίξιμό μου θέλω να φωνάξω...
Κυριακή, Νοεμβρίου 26, 2006
Εφτασφράγιστη...
Όταν σε βλέπω απόμακρη να τριγυρνάς μες στα δωμάτια, φοβάμαι!
Ξιπόλητη…Αμίλητη… Απόκοσμη…
Σα να μην σ`αφορά τίποτα γήινο
Τίποτα δεν σ` αγγίζει
Νιώθω ανήμπορος μπροστά σου
Σε νιώθω ευάλωτη κι ευαίσθητη
σε βαθμό τέτοιο,
που στέκω ασάλευτος…Απεγνωσμένος…
Μικραίνω και μαζεύομαι σε μια γωνιά,
μην και διακόψω τις διαδρομές σου∙
μην και ταράξω την ανησυχία σου.
Χάνω εντελώς τον έλεγχό σου
Σε χάνω!...
Αναρωτιέμαι τι συμβαίνει.
Τι γίνεται μες στο κεφάλι αυτό
που σα μια βόμβα το κυκλοφορείς
και περιφέρεσαι
Τι βλέπεις…Τι ακούς… Με ποιους συνδιαλέγεσαι…
Με ποιους παλεύεις κι ερωτεύεσαι…
Τι μυστηριακούς σπασμούς βιώνεις στο κορμί…
Θέλω να φύγω!
Να φύγω τρέχοντας!
Να μη σε βλέπω,
έτσι να δίνεσαι αλλού και να μην ξέρω…
Δεν την αντέχω αυτήν την άγνοια!
Την τόσο εκκωφαντική σιωπή σου!
Πού πας;
Πού βλέπουνε τα μάτια σου;
Μέσα εδώ, δεν εστιάζουν πουθενά.
Τι ρεύμα σε διαπερνά και τόση ένταση σου φέρνει…
Να φύγω!
Και φεύγω…
Και όσο λείπω,
μία καινούρια ανησυχία με κατατρώει∙
Έτσι, μονάχη σου που τριγυρνάς,
μην κάτι σε τρομάξει
και βίαια το ταξίδι σου κοπεί…
Γυρνώ αλαφιασμένος.
Σε συναντώ στο πάτωμα,
σε στάση εμβρυική…
Άλλη μια μάχη τέλειωσε
κι η εξάντληση σε έχει καταβάλει.
…Δεν ήτανε για μένα!
Και ζηλεύω!
Ξιπόλητη…Αμίλητη… Απόκοσμη…
Σα να μην σ`αφορά τίποτα γήινο
Τίποτα δεν σ` αγγίζει
Νιώθω ανήμπορος μπροστά σου
Σε νιώθω ευάλωτη κι ευαίσθητη
σε βαθμό τέτοιο,
που στέκω ασάλευτος…Απεγνωσμένος…
Μικραίνω και μαζεύομαι σε μια γωνιά,
μην και διακόψω τις διαδρομές σου∙
μην και ταράξω την ανησυχία σου.
Χάνω εντελώς τον έλεγχό σου
Σε χάνω!...
Αναρωτιέμαι τι συμβαίνει.
Τι γίνεται μες στο κεφάλι αυτό
που σα μια βόμβα το κυκλοφορείς
και περιφέρεσαι
Τι βλέπεις…Τι ακούς… Με ποιους συνδιαλέγεσαι…
Με ποιους παλεύεις κι ερωτεύεσαι…
Τι μυστηριακούς σπασμούς βιώνεις στο κορμί…
Θέλω να φύγω!
Να φύγω τρέχοντας!
Να μη σε βλέπω,
έτσι να δίνεσαι αλλού και να μην ξέρω…
Δεν την αντέχω αυτήν την άγνοια!
Την τόσο εκκωφαντική σιωπή σου!
Πού πας;
Πού βλέπουνε τα μάτια σου;
Μέσα εδώ, δεν εστιάζουν πουθενά.
Τι ρεύμα σε διαπερνά και τόση ένταση σου φέρνει…
Να φύγω!
Και φεύγω…
Και όσο λείπω,
μία καινούρια ανησυχία με κατατρώει∙
Έτσι, μονάχη σου που τριγυρνάς,
μην κάτι σε τρομάξει
και βίαια το ταξίδι σου κοπεί…
Γυρνώ αλαφιασμένος.
Σε συναντώ στο πάτωμα,
σε στάση εμβρυική…
Άλλη μια μάχη τέλειωσε
κι η εξάντληση σε έχει καταβάλει.
…Δεν ήτανε για μένα!
Και ζηλεύω!
Τρίτη, Νοεμβρίου 21, 2006
GOLFW VERSION 2.3 BETA
Συγχαρητήρια! Συγχαρητήρια! Συγχαρητήρια!Πώς αλλιώς να εκφράσω τον ενθουσιασμό μου γι` αυτήν την παράσταση;
Χωρίς καμιά υπερβολή, απ` τις καλύτερες δουλειές που έχω παρακολουθήσει ever, νομίζω.
Μία παράσταση όπου μπλέκονται με επιτυχία η αγγλική ατάκα, η δημοτική ποίηση, τα μπουλούκια του δρόμου, η Manga (γιαπωνέζικο κόμικ) και το θέατρο σκιών.
Ζωντανή μουσική από Bandoek (κιθάρα) και Κακάλα (ακορντεόν) και το αποτέλεσμα;
Ό,τι πιο «ελληνικό» έχω δει!
Παραδοσιακά ελληνικό, διαχρονικά ελληνικό και πολύ…σύγχρονα ελληνικό.Η επαφή με τον κόσμο ξεκινάει από την στιγμή που ακόμα πλησιάζεις στο θέατρο.
Ο ίδιος ο σκηνοθέτης του έργου Σίμος Κακάλας και ο μουσικός Γιώργος Μπαντούκ - Αποστολάκης σε υποδέχονται στο δρόμο, έξω από την είσοδο, ως "Clownski & Clownski Balkan street duo", για να συνεχίσουνε με μουσική, σπιρτόζικες ατάκες, μονόλογο ή διάλογο, το δούναι και λαβείν μαζί σου μες στο θέατρο.Η ευρηματικότητα και η πρωτοτυπία ενσωματώνονται με απόλυτο σεβασμό στο κείμενο του συγγραφέα της Γκόλφως Σπυρίδων Περεσιάδη, το οποίο όχι μόνο δεν στερείται των μηνυμάτων του αλλά αναδεικνύει κι άλλα, προσαρμόζοντάς το τέλεια στο σήμερα.
Οι ηθοποιοί, τρεις όλοι κι όλοι, μοιράζονται εφτά ρόλους, με απόλυτη επιτυχία και οι τρεις.
Η παράσταση σε οδηγεί σε συναισθηματικές μεταπτώσεις, καθώς περνάει από το αστείο στο τραγικό ειδύλλιο.
Γενικά, πρόκειται για μία παράσταση που σε γεμίζει και σου χαρίζει μικρές ανάσες, πράγμα που μάλλον χρειαζόμαστε.
Ατυχής συγκυρία το ότι αυτή η βδομάδα είναι εβδομάδα φεστιβάλ κινηματογράφου κι έτσι το θέατρο δεν ήτανε γεμάτο.
Ωστόσο, όσοι ήμασταν εκεί μετά το τέλος της παράστασης δεν σταματούσαμε να χειροκροτούμε και κοντοστεκόμασταν σα να μην θέλαμε να φύγουμε.
Δεν ξέρω αν έχω ξαναδεί ποτέ αυτό το χαμόγελο ικανοποίησης σε όλα μα όλα τα πρόσωπα
που έχουν παρακολουθήσει μια παράσταση.
Δυστυχώς, το συγκεκριμένο έργο ανεβαίνει για λίγες μόνο παραστάσεις. Έτσι, όσοι επιθυμούν να το δουν πρέπει να τρέξουν σήμερα ή αύριο, τελευταία μέρα, Τετάρτη, 22/11.
Το προτείνω ασυζητητί!
Ελπίζω πάντως, να το επαναλάβουν με την πρώτη ευκαιρία.

Παίζουν: Έλενα Μαυρίδου, Θεόδωρος Οικονομίδης, Δήμητρα Κούζα και οι προαναφερθέντες, Clownski & Clownski Balkan street duo (Σίμος Κακάλας: ακορντεόν, Γεώργιος Μπαντούκ-Αποστολάκης: κιθάρα)
Είναι μία παράσταση του θεάτρου "Χώρος" και φιλοξενείται στο θέατρο Αμαλία,
Αμαλίας 71
Σάββατο, Νοεμβρίου 18, 2006
ΠΑΜΕ ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ
Πάμε να φύγουμε απ` αυτήν την πόλη
Ίσως είναι η φωνή του
που την ακούω σαν βάλσαμο, παρηγοριά και ανακούφιση
Ίσως τα λόγια του που μιλούν σαν από μέσα μου
Κάθε φορά που τον ακούω, επιστροφή στην ψυχή μου
Κι οι παραπάνω στίχοι
- ίσως όχι οι ΠΙΟ αγαπημένοι μου –
μα ένα SOS που θέλω να εκπέμψω…
Όλα ξηλώθηκαν, μείναμε μοναχοί
Άνθρωποι, σπίτια και φωνές
Κάνουν κομμάτια το μυαλό μου
Βουλιάζουν μέσα μου οι μορφές
Που μόλις και διακρίνονται στο γύρω
Όλα περνούν σαν αστραπή
Κι ο χρόνος μαύρο πέπλο στη σιωπή
Μπερδεύτηκε το αύριο με το χθες
Ό,τι κι αν λες ,το ίδιο θα συμβαίνει στη ζωή
Πάμε να φύγουμε απ` αυτήν την πόλη
ΔΕΝ ΒΛΕΠΕΙΣ ΠΩΣ ΜΑΣ ΣΤΡΙΜΩΞΑΝ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΛΑ ΑΠ` ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΧΕΡΙ ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΠΕΡΝΑ ΠΑΜΕ ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ
Ίσως είναι η φωνή τουπου την ακούω σαν βάλσαμο, παρηγοριά και ανακούφιση
Ίσως τα λόγια του που μιλούν σαν από μέσα μου
Κάθε φορά που τον ακούω, επιστροφή στην ψυχή μου
Κι οι παραπάνω στίχοι
- ίσως όχι οι ΠΙΟ αγαπημένοι μου –
μα ένα SOS που θέλω να εκπέμψω…
Τετάρτη, Νοεμβρίου 15, 2006
Ο χρόνος Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ
Δεν θέλω!
Δεν θέλω να πάω στη δουλειά!
Θέλω να μείνω στο κρεβάτι μου, να κοιμηθώ.
Μου λείπει ύπνος. Και ξεκούραση. Χαλάρωση.
Θέλω λίγη ησυχία. Και χρόνο. Χρόνο για να προλάβω να συγκροτηθώ ξανά.
Τώρα δεν το πάω. Με πάει.
Τα πράγματα γίνονται σαν μόνα τους κι εμένα απλά με χρησιμοποιούνε σαν γρανάζι.
Δεν τα ελέγχω. Βίαια συμμετέχω κι εκβιαστικά σ` αυτά. Χωρίς τη βούλησή μου.
Χωρίς κανείς ποτέ να με ρωτήσει.
Ο χρόνος περνάει χωρίς εμένα. Ο χρόνος ο δικός μου!
Μέσα σε μία Κυριακή παλεύω να χωρέσω ό,τι μου κλέβουνε και μου στερούν τις άλλες μέρες.
Την ξεκούρασή μου, την άσκησή μου, το διάβασμά μου,
ένα φίλο, τις σκέψεις μου, το γέλιο, τον έρωτα,
τον ίδιο μου τον εαυτό…
Πρακτική, απόλυτα μεθοδευμένη και συνειδητή. Διόλου τυχαία.
Κάποιοι αποφασίσανε να μην έχω χρόνο. Δεν θέλουνε να σκέφτομαι.
Δεν θέλουν να καταλαβαίνω τι μας κάνουν.
Περνάει ο χρόνος. Περνάει χωρίς εμένα.
Και βλέπω ξαφνικά το ημερολόγιο κι αναρωτιέμαι
πού πήγανε οι μέρες οι ενδιάμεσες,
από τότε που το είχα δει για τελευταία φορά ως τώρα.
Τι έκανα…Πού ήμουνα εγώ…
Μα, δεν μπορεί!
Αφού ζω (;), κινούμαι (;), υπάρχω (;),
κάτι δεν θα `πρεπε να υπάρχει κι από μένα;
Δεν θέλω να πάω στη δουλειά!
Θέλω να μείνω στο κρεβάτι μου, να κοιμηθώ.
Μου λείπει ύπνος. Και ξεκούραση. Χαλάρωση.
Θέλω λίγη ησυχία. Και χρόνο. Χρόνο για να προλάβω να συγκροτηθώ ξανά.
Τώρα δεν το πάω. Με πάει.
Τα πράγματα γίνονται σαν μόνα τους κι εμένα απλά με χρησιμοποιούνε σαν γρανάζι.
Δεν τα ελέγχω. Βίαια συμμετέχω κι εκβιαστικά σ` αυτά. Χωρίς τη βούλησή μου.
Χωρίς κανείς ποτέ να με ρωτήσει.
Ο χρόνος περνάει χωρίς εμένα. Ο χρόνος ο δικός μου!
Μέσα σε μία Κυριακή παλεύω να χωρέσω ό,τι μου κλέβουνε και μου στερούν τις άλλες μέρες.
Την ξεκούρασή μου, την άσκησή μου, το διάβασμά μου,
ένα φίλο, τις σκέψεις μου, το γέλιο, τον έρωτα,
τον ίδιο μου τον εαυτό…
Πρακτική, απόλυτα μεθοδευμένη και συνειδητή. Διόλου τυχαία.
Κάποιοι αποφασίσανε να μην έχω χρόνο. Δεν θέλουνε να σκέφτομαι.
Δεν θέλουν να καταλαβαίνω τι μας κάνουν.
Περνάει ο χρόνος. Περνάει χωρίς εμένα.
Και βλέπω ξαφνικά το ημερολόγιο κι αναρωτιέμαι
πού πήγανε οι μέρες οι ενδιάμεσες,
από τότε που το είχα δει για τελευταία φορά ως τώρα.
Τι έκανα…Πού ήμουνα εγώ…
Μα, δεν μπορεί!
Αφού ζω (;), κινούμαι (;), υπάρχω (;),
κάτι δεν θα `πρεπε να υπάρχει κι από μένα;
Κυριακή, Νοεμβρίου 12, 2006
Λάθος...
Ένας μακρύς περίπατος.
Διέσχισα ολόκληρη την πόλη για να επιστρέψω σπίτι μου. Ήθελα να γυρίσω περπατώντας.
Έξω από το ζαχαροπλαστείο, στάθηκα.
Ήταν από τις λίγες φορές που δεν είχα όρεξη για γλυκό. Για να το φάω, δηλαδή.
Είχα όμως διάθεση να το πάρω.
Μπήκα.
Η υπάλληλος: «Θέλετε κάτι;»
Εγώ: «Καλημέρα.»…
…Τίποτα…
Χαμογέλασα. «Λίγα κωκάκια θέλω. Λίγα, όμως.»
«Καμιά δεκαριά;» «Εντάξει.»
Τα πήρα και βγήκα.
Συνέχισα την πορεία μου με την κίνηση στα πόδια μου, τα κωκάκια στο κουτί και ασταμάτητα λόγια στο μυαλό μου. Διαλόγους που έκανα εγώ μ` εμένα…
Ή εγώ με άλλους που όμως, εφόσον δεν μ` ακούγανε, γινόντουσαν και πάλι εγώ.
Έφτασα στην τελική ευθεία, μία μακριά ανηφόρα, κι εκεί προτίμησα να κάνω έναν μεγάλο κύκλο, στρίβοντας λάθος.
Ένας λάθος δρόμος που μεγάλωνε την απόσταση ως το σπίτι μου, που όμως μ` έβγαζε από τη φασαρία και την κίνηση του κεντρικού. Με οδηγούσε μακριά από τις λαμαρίνες που μου κλέβουν ηρεμία κι οξυγόνο.
Περπάτησα στο ανάχωμα, κάθισα δίπλα στο ρεματάκι, κοίταζα τους ανθρώπους που βγήκαν για περπάτημα. Άνοιξα το κουτί.
«Πάρε ένα κωκάκι. Θες;»
«Γιατί;»
«Έτσι. Θες;»
Με κοιτάζανε καχύποπτα, το ένιωθα.
«Δεν έχουν δηλητήριο. Ούτε και τίποτα ουσίες. Αν θες, δαγκώνω πρώτη εγώ.
Μα ίσως μου πεις μετά ότι σιχαίνεσαι.»
«Έχεις γενέθλια;» «Όχι.»
«Την ονομαστική γιορτή σου;» «Όχι.»
«Μήπως έπιασες δουλειά;»
«Τρελός είσαι , ρε φίλε; Γίνονται τέτοια θαύματα σ` αυτή τη χώρα;
Γιορτάζω, σκέτο. Πάρε!»
«…Ευχαριστώ…Μα πες μου, τι γιορτάζεις, τι;»
«Χθες γκρέμισα το τελευταίο οχυρό μου.
Τώρα δεν έχω τίποτα. Αυτό γιορτάζω.»…
Διέσχισα ολόκληρη την πόλη για να επιστρέψω σπίτι μου. Ήθελα να γυρίσω περπατώντας.
Έξω από το ζαχαροπλαστείο, στάθηκα.
Ήταν από τις λίγες φορές που δεν είχα όρεξη για γλυκό. Για να το φάω, δηλαδή.
Είχα όμως διάθεση να το πάρω.
Μπήκα.
Η υπάλληλος: «Θέλετε κάτι;»
Εγώ: «Καλημέρα.»…
…Τίποτα…
Χαμογέλασα. «Λίγα κωκάκια θέλω. Λίγα, όμως.»
«Καμιά δεκαριά;» «Εντάξει.»
Τα πήρα και βγήκα.
Συνέχισα την πορεία μου με την κίνηση στα πόδια μου, τα κωκάκια στο κουτί και ασταμάτητα λόγια στο μυαλό μου. Διαλόγους που έκανα εγώ μ` εμένα…
Ή εγώ με άλλους που όμως, εφόσον δεν μ` ακούγανε, γινόντουσαν και πάλι εγώ.
Έφτασα στην τελική ευθεία, μία μακριά ανηφόρα, κι εκεί προτίμησα να κάνω έναν μεγάλο κύκλο, στρίβοντας λάθος.
Ένας λάθος δρόμος που μεγάλωνε την απόσταση ως το σπίτι μου, που όμως μ` έβγαζε από τη φασαρία και την κίνηση του κεντρικού. Με οδηγούσε μακριά από τις λαμαρίνες που μου κλέβουν ηρεμία κι οξυγόνο.
Περπάτησα στο ανάχωμα, κάθισα δίπλα στο ρεματάκι, κοίταζα τους ανθρώπους που βγήκαν για περπάτημα. Άνοιξα το κουτί.
«Πάρε ένα κωκάκι. Θες;»
«Γιατί;»
«Έτσι. Θες;»
Με κοιτάζανε καχύποπτα, το ένιωθα.
«Δεν έχουν δηλητήριο. Ούτε και τίποτα ουσίες. Αν θες, δαγκώνω πρώτη εγώ.
Μα ίσως μου πεις μετά ότι σιχαίνεσαι.»
«Έχεις γενέθλια;» «Όχι.»
«Την ονομαστική γιορτή σου;» «Όχι.»
«Μήπως έπιασες δουλειά;»
«Τρελός είσαι , ρε φίλε; Γίνονται τέτοια θαύματα σ` αυτή τη χώρα;
Γιορτάζω, σκέτο. Πάρε!»
«…Ευχαριστώ…Μα πες μου, τι γιορτάζεις, τι;»
«Χθες γκρέμισα το τελευταίο οχυρό μου.
Τώρα δεν έχω τίποτα. Αυτό γιορτάζω.»…
Παρασκευή, Νοεμβρίου 03, 2006
Εξυγίανση στην ΕΡΤ;...
Έκτακτη Επικαιρό’ητα – Δγιαμαρτυρία
Κάτι μέρες σαν κι αυτές, πριν 2 χρόνια ακριβώς, Νοέμβρης – Δεκέμβρης 2004, λίγο μετά τις 10, βράδυ, μες στ` αμάξι, άκουσα μια ωραία φωνή να μιλάει για μουσική, να σχολιάζει διάφορα, να σκορπίζει κέφι. Αν και ως τότε απέφευγα ν` ακούω λόγια στο ραδιόφωνο και προτιμούσα μουσική, σκέφτηκα πως τώρα επρόκειτο μάλλον για έναν «πρωτότυπα» ευφυή άνθρωπο, απ` αυτούς που σπάνια συναντάμε πια. Και είπα «Επιτέλους!» που επιτέλους άκουγα κάποιον να χρησιμοποιεί περισσότερες από τις 2-3 τετριμμένες λέξεις και ατάκες που συνηθίζουμε ν` ακούμε καθημερινά απ` όλους τους ραδιοφωνικούς – τηλεοπτικούς παραγωγούς αλλά και δημοσιογράφους.
Ήταν τα Διαμάντια, στον 102 FM και ο εν λόγω κύριος, ο Γιάννης Σημαντήρας.
Και δεν έπεσα έξω. Άκουσα τα Διαμάντια και το επόμενο βράδυ, τότε παιζόταν στις 10 με 12 των «καθεβραδινών», και το μεθεπόμενο και τελικά, δεν χρειάστηκε περισσότερο από μια βδομάδα για να κολλήσω και να γίνω μόνιμη ακροάτρια. Addicted to Diamonds.
Μπορώ να γράψω κατεβατά ολόκληρα, θα περιοριστώ όμως να πω ότι, κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για την καλύτερη εκπομπή στο είδος της. Την πιο πρωτότυπη, τουλάχιστον. Και από άποψη μουσικού περιεχομένου και από άποψη λόγου, αλλά και δραστηριοτήτων. Όσοι ήδη την έχουν ακούσει τα γνωρίζουν αυτά καλά. Τους υπόλοιπους τους προκαλώ να την ακούσουν, ή μάλλον να την παρακολουθήσουν τόσο ραδιοφωνικά όσο και ιντερνετικά.
Συνεντεύξεις καλλιτεχνών της επικαιρότητας, ενημερωτικά δελτία για τα συναυλιακά δρώμενα της πόλης, ποιήματα, πεζά κι ευτράπελα, με λίγα λόγια κάτι πολύ περισσότερο από μια συνηθισμένη εκπομπή.
Και δεν είμαι η μόνη, νομίζω που νιώθει έτσι.
Σιγά σιγά, οι ακροατές της γίναμε μια παρέα. Αρχίσαμε να στέλνουμε μηνύματα, κάποιοι γνωριστήκαμε και μεταξύ μας σε συναυλίες που παρακολουθήσαμε μαζί. Τελικά, κατέληξε να είναι η πιο ευχάριστη νότα της μέρας μας ή καλύτερα, το πιο ευχάριστο κλείσιμο της μέρας μας.
Όταν κάποια στιγμή περιορίστηκε στη μία ώρα, λυπηθήκαμε κι απογοητευτήκαμε όλοι πάρα πολύ! Φτάσαμε μάλιστα να διαμαρτυρηθούμε γι` αυτό με διάφορους τρόπους. Δυστυχώς όμως δεν εισακουστήκαμε.
Τώρα συζητιέται ν` αλλάξει τόπο, να μεταφερθεί στον 9.58FM κι ίσως να μειωθούν κι άλλο οι ώρες της. Τίποτα σίγουρο ακόμη βέβαια, θα ξέρουμε πολύ σύντομα τι θα συμβεί πραγματικά, όμως εγώ θέλω να καταλάβω. Με ποια λογική γίνονται οι οποιεσδήποτε αλλαγές; Με ποιο κριτήριο; Όταν μια εκπομπή είναι όντως καλή κι έχει ακροατήριο, για ποιο λόγο ν` αλλάξει; Και, στο κάτω κάτω, η δική μας γνώμη δεν έχει καμία βαρύτητα; Για ποιον υπάρχει ο σταθμός;
Νομίζω πως κι ο κ. Σημαντήρας, ο δικός μας Σημάν, χθες είπε κάποια στιγμή κάτι για πιο… «δημοσιογραφικό προσανατολισμό» του 102. Δηλαδή; Θα φύγουν όλες οι ΜΗ δημοσιογραφικές εκπομπές; Και οι Βοριάδες, ας πούμε; Και τότε, γιατί ο σταθμός παύει και τη συνεργασία του με τον κ. Λυκεσά – επίσης εξαίρετο δημοσιογράφο του ως τώρα; Εμένα αυτό, μάλλον με δημοσιογραφικό ΑΠΟπροσανατολισμό μου μοιάζει!!!
Τελικά, μάλλον κι εδώ, μας γράφουνε κανονικά.
VIVA ΔΓΙΑΜΑΝΤΓΙΑ!!!
Κάτι μέρες σαν κι αυτές, πριν 2 χρόνια ακριβώς, Νοέμβρης – Δεκέμβρης 2004, λίγο μετά τις 10, βράδυ, μες στ` αμάξι, άκουσα μια ωραία φωνή να μιλάει για μουσική, να σχολιάζει διάφορα, να σκορπίζει κέφι. Αν και ως τότε απέφευγα ν` ακούω λόγια στο ραδιόφωνο και προτιμούσα μουσική, σκέφτηκα πως τώρα επρόκειτο μάλλον για έναν «πρωτότυπα» ευφυή άνθρωπο, απ` αυτούς που σπάνια συναντάμε πια. Και είπα «Επιτέλους!» που επιτέλους άκουγα κάποιον να χρησιμοποιεί περισσότερες από τις 2-3 τετριμμένες λέξεις και ατάκες που συνηθίζουμε ν` ακούμε καθημερινά απ` όλους τους ραδιοφωνικούς – τηλεοπτικούς παραγωγούς αλλά και δημοσιογράφους.Ήταν τα Διαμάντια, στον 102 FM και ο εν λόγω κύριος, ο Γιάννης Σημαντήρας.
Και δεν έπεσα έξω. Άκουσα τα Διαμάντια και το επόμενο βράδυ, τότε παιζόταν στις 10 με 12 των «καθεβραδινών», και το μεθεπόμενο και τελικά, δεν χρειάστηκε περισσότερο από μια βδομάδα για να κολλήσω και να γίνω μόνιμη ακροάτρια. Addicted to Diamonds.
Μπορώ να γράψω κατεβατά ολόκληρα, θα περιοριστώ όμως να πω ότι, κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για την καλύτερη εκπομπή στο είδος της. Την πιο πρωτότυπη, τουλάχιστον. Και από άποψη μουσικού περιεχομένου και από άποψη λόγου, αλλά και δραστηριοτήτων. Όσοι ήδη την έχουν ακούσει τα γνωρίζουν αυτά καλά. Τους υπόλοιπους τους προκαλώ να την ακούσουν, ή μάλλον να την παρακολουθήσουν τόσο ραδιοφωνικά όσο και ιντερνετικά.
Συνεντεύξεις καλλιτεχνών της επικαιρότητας, ενημερωτικά δελτία για τα συναυλιακά δρώμενα της πόλης, ποιήματα, πεζά κι ευτράπελα, με λίγα λόγια κάτι πολύ περισσότερο από μια συνηθισμένη εκπομπή.
Και δεν είμαι η μόνη, νομίζω που νιώθει έτσι.
Σιγά σιγά, οι ακροατές της γίναμε μια παρέα. Αρχίσαμε να στέλνουμε μηνύματα, κάποιοι γνωριστήκαμε και μεταξύ μας σε συναυλίες που παρακολουθήσαμε μαζί. Τελικά, κατέληξε να είναι η πιο ευχάριστη νότα της μέρας μας ή καλύτερα, το πιο ευχάριστο κλείσιμο της μέρας μας.
Όταν κάποια στιγμή περιορίστηκε στη μία ώρα, λυπηθήκαμε κι απογοητευτήκαμε όλοι πάρα πολύ! Φτάσαμε μάλιστα να διαμαρτυρηθούμε γι` αυτό με διάφορους τρόπους. Δυστυχώς όμως δεν εισακουστήκαμε.
Τώρα συζητιέται ν` αλλάξει τόπο, να μεταφερθεί στον 9.58FM κι ίσως να μειωθούν κι άλλο οι ώρες της. Τίποτα σίγουρο ακόμη βέβαια, θα ξέρουμε πολύ σύντομα τι θα συμβεί πραγματικά, όμως εγώ θέλω να καταλάβω. Με ποια λογική γίνονται οι οποιεσδήποτε αλλαγές; Με ποιο κριτήριο; Όταν μια εκπομπή είναι όντως καλή κι έχει ακροατήριο, για ποιο λόγο ν` αλλάξει; Και, στο κάτω κάτω, η δική μας γνώμη δεν έχει καμία βαρύτητα; Για ποιον υπάρχει ο σταθμός;
Νομίζω πως κι ο κ. Σημαντήρας, ο δικός μας Σημάν, χθες είπε κάποια στιγμή κάτι για πιο… «δημοσιογραφικό προσανατολισμό» του 102. Δηλαδή; Θα φύγουν όλες οι ΜΗ δημοσιογραφικές εκπομπές; Και οι Βοριάδες, ας πούμε; Και τότε, γιατί ο σταθμός παύει και τη συνεργασία του με τον κ. Λυκεσά – επίσης εξαίρετο δημοσιογράφο του ως τώρα; Εμένα αυτό, μάλλον με δημοσιογραφικό ΑΠΟπροσανατολισμό μου μοιάζει!!!
Τελικά, μάλλον κι εδώ, μας γράφουνε κανονικά.
VIVA ΔΓΙΑΜΑΝΤΓΙΑ!!!
Τρίτη, Οκτωβρίου 31, 2006
VOLVER
…Και Volver του Almodóvar στην καρδιά και τις προτιμήσεις μου!Υπήρξε πάντα από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες. Μου έχουν αρέσει όλες του οι ταινίες, με μοναδική εξαίρεση το προηγούμενό του “Mala educación” (που όμως δεν μ` άρεσε καθόλου) και κορυφαίο το “Todo sobre mi madre” που λάτρεψα.
Τώρα το “Volver”.
Πολύ εύστοχα σχόλια για τα τηλεσκουπίδια, για το πώς αυτά επηρεάζουν τους τηλεθεατές,
- Πχ. «Όταν τα βλέπω νιώθω πολύ άσχημα, αλλά παρ` όλ` αυτά, συνεχίζω να τα βλέπω» ή
«Σταμάτησα να βλέπω τηλεόραση το βράδυ γιατί μετά δεν μπορούσα να κοιμηθώ» -
για το πώς εκμεταλλεύονται τις ανθρώπινες αδυναμίες και τον πόνο, προκειμένου ν` ανεβάσουν τα νούμερα της τηλεθέασης∙ «η εκπομπή θα σε στείλει να κάνεις την εγχείρηση που χρειάζεσαι για τον καρκίνο στο Χιούστον, αλλά πρώτα πρέπει να μιλήσεις μπροστά στις κάμερες».
Πάνω απ` όλα όμως, νομίζω ότι πρόκειται για μια πολύ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ταινία.
Αυτό που πρυτανεύει είναι ένα ήθος «γνήσιο». Θα μου πείτε, υπάρχει κι άλλο ήθος; Ή θα είναι ήθος ή δεν θα είναι.
Κι όμως, στις μέρες μας υπάρχει και το δήθεν ήθος. Το επιβαλλόμενο από την κοινωνία, το καθαρά τυπικό, υποκριτικό σχεδόν. Ή κάνω λάθος;
Εδώ όμως, όχι. Το ήθος είναι γνήσιο. Πραγματικό.
Οι άνθρωποι προσφέρουν την βοήθειά τους γενναιόδωρα, σαν κάτι που τους βγαίνει εντελώς φυσικά κι αβίαστα. Αναγνωρίζεις την αλληλεγγύη, νιώθεις την αγάπη μεταξύ τους και το πόση ανάγκη την έχουνε. Δεν φοβούνται να το πουν και είναι πρόθυμοι να συγχωρήσουν.
Λέει πολλά ακόμη η ταινία, για τις σχέσεις των ανθρώπων, γονιών και παιδιών, ανδρών και γυναικών, γειτόνων, για τις προλήψεις και τις δεισιδαιμονίες, για τη βία και την κακοποίηση των γυναικών και την αποσιώπησή της (αν και καθόλου «φεμινιστικό» ως έργο, κατά τη γνώμη μου), ακόμη και για την αγωνιστικότητα – εργατικότητα που απαιτεί η ζωή.
Κι είμαι σίγουρη πως , όπως μου συμβαίνει πάντα με μια καλή ταινία, θα βρω πολλά ακόμη τις μέρες που θ` ακολουθήσουν.
Το σενάριο πάρα πολύ ωραίο, έξυπνο, ευρηματικό, ευχάριστο και συγκινητικό ταυτόχρονα, χωρίς καθόλου κενά νομίζω, δεν αφήνει τίποτα να αιωρείται.
Αντίθετα, κατορθώνει, χωρίς καθόλου να είναι κλισέ ή να πλατιάζει και να γίνεται βαρετό, να ολοκληρώσει και να αφήσει στο κοινό μια αίσθηση ικανοποίησης.
Λοιπόν, δεν ξέρω αν υπάρχει «παλιός» και «νέος» Almodóvar, εγώ τους αγαπάω και τους δυο!
ΥΓ: Φυσικά, το είδα στο Αριστοτέλειον και ΟΧΙ σε πολυκινηματο-
γράφο! Αρνούμαι ακόμη να τους επισκέπτομαι!
ΥΓ2: …Και με την καλύτερη παρέα…;-)
Σάββατο, Οκτωβρίου 28, 2006
Λεωφορείο...1
Έβρεχε.Τα τζάμια του λεωφορείου είχαν θολώσει
απ` τις ανάσες των επιβατών
Μπροστά μου, Αυτός!
Μαύρα παπούτσια
Μαύρο παντελόνι
Μαύρο ημίπαλτο
Μακριά, μαύρα, μαλλιά
Μαύρα, δερμάτινα γάντια…
Δοκίμασε με το γαντοφορεμένο δείκτη του χεριού του
το παράθυρο
Μετά, ζωγράφισε μια χαμογελαστή φατσούλα
Ολοστρόγγυλη
Την κοίταξε
και χαμογέλασε κι Αυτός…
Αισιόδοξος άνθρωπος!
…Ή χαρούμενος…σήμερα…
Κυριακή, Οκτωβρίου 22, 2006
...Οφθαλμ-Απάτες...(;)
Τ` αεροπλάνα…
Οι γλάροι…
Το τρένο, όταν αχνοφαίνεται μες στην ομίχλη…
Άλλοι θέλουν να πεθάνουν
Άλλοι θέλουν όσο τίποτα να ζήσουν
Παλεύουν για να ζήσουν
και δεν τους αφήνουν
Διεκδικούν το αυτονόητο∙
που τους ανήκει
Κάποιοι το κλέβουν
Τους κλέβουνε το χρόνο όπου μπορούν να βρούνε τη Ζωή
Γιατί ο χρόνος της Ζωής είναι βραδύς
Και τα χωράει τέλεια όλα
Μα αυτούς τους φυλακίζουν σ` άλλο χρόνο
Απάνθρωπο
Σ` ένα ανελέητο κυνηγητό
Κυνηγοί άγνωστο τίνος
Και συνεχώς κυνηγημένοι
Τ` αεροπλάνα…
Ααα!…Πολύ ψηλά…
Οι γλάροι…
Ποια η κρυμμένη τους μορφή;
Είμαι σίγουρη πως είναι μεταμορφωμένοι…
…Σκοτάδι…
Κάτι θάμνοι δεξιά αριστερά
και ησυχία…ερημιά…
Κι αυτό το φως πέρα, στο βάθος,
σε μια ευθεία…ευθεία από τα μάτια μου,
μες στο σκοτάδι…μες στην ομίχλη…
Το τρένο…
Μα δεν το ακούω
Πώς πάει αθόρυβο πάνω στις ράγες;…
Και, αφού τρέχει
Το βλέπω πως τρέχει
Πώς και ποτέ δεν πλησιάζει;…
Οι γλάροι…
Το τρένο, όταν αχνοφαίνεται μες στην ομίχλη…
Άλλοι θέλουν να πεθάνουν
Άλλοι θέλουν όσο τίποτα να ζήσουν
Παλεύουν για να ζήσουν
και δεν τους αφήνουν
Διεκδικούν το αυτονόητο∙
που τους ανήκει
Κάποιοι το κλέβουν
Τους κλέβουνε το χρόνο όπου μπορούν να βρούνε τη Ζωή
Γιατί ο χρόνος της Ζωής είναι βραδύς
Και τα χωράει τέλεια όλα
Μα αυτούς τους φυλακίζουν σ` άλλο χρόνο
Απάνθρωπο
Σ` ένα ανελέητο κυνηγητό
Κυνηγοί άγνωστο τίνος
Και συνεχώς κυνηγημένοι
Τ` αεροπλάνα…
Ααα!…Πολύ ψηλά…
Οι γλάροι…
Ποια η κρυμμένη τους μορφή;
Είμαι σίγουρη πως είναι μεταμορφωμένοι…
…Σκοτάδι…
Κάτι θάμνοι δεξιά αριστερά
και ησυχία…ερημιά…
Κι αυτό το φως πέρα, στο βάθος,
σε μια ευθεία…ευθεία από τα μάτια μου,
μες στο σκοτάδι…μες στην ομίχλη…
Το τρένο…
Μα δεν το ακούω
Πώς πάει αθόρυβο πάνω στις ράγες;…
Και, αφού τρέχει
Το βλέπω πως τρέχει
Πώς και ποτέ δεν πλησιάζει;…
Σάββατο, Οκτωβρίου 14, 2006
ΣΑΔΙΚΗΣ LIVE!
Πέρυσι, στις 26/1/2006, και πάλι στο ξυλουργείο του Μύλου, με είχε ενθουσιάσει!Τον έβλεπα πρώτη φορά ζωντανά και μ` εντυπωσίασε τόσο ως καλλιτεχνική όσο και ως φυσική παρουσία.
Είχε προηγηθεί, βέβαια, και μια σχετική «προθέρμανση» με την ακρόαση του πιο πρόσφατου cd του, «ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΤΩΝ ΠΟΛΛΩΝ». Πολύ πολύ καλό cd, από τα καλύτερα ελληνικά των τελευταίων ετών κι επιπλέον, πάρα πολύ όμορφο!Η προθέρμανση αυτή ολοκληρώθηκε το βράδυ πριν την εν λόγω συναυλία, όταν τον άκουσα σε μια συνέντευξη που έδωσε στον Γιάννη Σημαντήρα, στα Διαμάντια του 102FM. Ήταν πραγματικά αξιαγάπητος! Σε κέρδιζε αμέσως.
Το Σάββατο που μας πέρασε, 7/10/2006, με τη συμμετοχή του στους Επισκέπτες, ενθουσίασε γι` ακόμη μια φορά. Με τρία δικά του τραγούδια κατά την έναρξη του προγράμματος, «Δεν ήταν απαισιόδοξο τραγουδάκι», «Χωρίς κανόνα» και «Χορός», και με το μπαγλαμαδάκι, το ανεξάντλητο, μεταδοτικό κέφι του και τον ασταμάτητο χορό του, σε όλη τη διάρκεια της συναυλίας, ανέβασε τους πάντες! Απίθανος!(Πλήρης ανταπόκριση και φωτοκάλυψη στα ΠΑ.ΟΙ.ΔΓΙΑ)
Κι όπως σήμερα περπατούσα στην παραλία, ουπς!, μια αφίσα όχι προεκλογική!
Ο ΝΤΙΝΟΣ ΣΑΔΙΚΗΣ μας κλείνει ραντεβού για ένα ακόμη live στο Ξυλουργείο του Μύλου, την ερχόμενη Τετάρτη, 18/10/2006 στις 21:00, μαζί με Seventy Seven, Background Noise Suppression.
Μια μικρή γεύση;……«Πρέπει ίσως κάποτε
Μπορεί και να μπορέσω
Να καταλάβω να καταστρέψω
Ότι όμορφο μου στέρησε την τρέλα της ασχήμιας
Να εξαφανίσω να υποκύψω
Σ` ένα μέλλον που διαγράφεται
Θολό και νυσταγμένο
Να συνηθίσω να μην κολλήσω
ΘΑ ΝΙΚΗΣΩ»…
Όσοι τον αγαπάνε ήδη, σίγουρα θα είναι εκεί.
Αλλά και όσοι δεν ξέρουν, θα περάσουν πάρα πολύ ωραία. Εγγυημένα. Αρκεί να μην διστάσουν και να έρθουν…
Τα λέμε Τετάρτη, λοιπόν!
CU!
Τετάρτη, Οκτωβρίου 11, 2006
Προ...εκλογών...
Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ
Ο φασισμός δεν έρχεται απ` το μέλλον
Καινούργιο κάτι τάχα να μας φέρει
Τι κρύβει μες στα δόντια του, το ξέρω
Καθώς μου δίνει γελαστός το χέρι
Οι ρίζες του το σύστημα αγκαλιάζουν
Και χάνονται βαθιά στα περασμένα
Οι μάσκες του με τον καιρό αλλάζουν
Μα όχι και το μίσος του για μένα
Τον φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον
Δεν θα πεθάνει μόνος
ΤΣΑΚΙΣΕ ΤΟΝ!
Ο φασισμός δεν έρχεται από μέρος
Που λούζεται στον ήλιο και στ` αγέρι
Το κουρασμένο βήμα του το ξέρω
Και την περίσσια νιότη μας την ξέρει
ΜΑ ΠΑΛΙ ΘΕ Ν` ΑΠΛΩΣΕΙ ΣΑ ΧΟΛΕΡΑ
ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΑΝΕΜΕΛΙΑ ΣΟΥ
ΚΑΙ ΔΙΠΛΑ ΣΟΥ ΘΑ ΦΤΑΣΕΙ ΚΑΠΟΙΑ ΜΕΡΑ
ΑΝ ΧΑΣΕΙΣ ΤΑ ΤΑΞΙΚΑ ΓΥΑΛΙΑ ΣΟΥ
Τον φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον
Δεν θα πεθάνει μόνος
ΤΣΑΚΙΣΕ ΤΟΝ!
στίχοι: Φώντας Λάδης
δίσκος: «Τραγούδια Της Λευτεριάς»
Θάνος Μικρούτσικος
Μαρία Δημητριάδη
…Λες να ξυπνήσει κανείς;
Δεν το πιστεύω, μπορώ όμως πάντα να ελπίζω…
Όποιος διαθέτει την ικανότητα της σκέψης,
ας την θέσει σε λειτουργία,
μια που πλησιάζουν κι εκλογές.
Ο φασισμός δεν έρχεται απ` το μέλλον
Καινούργιο κάτι τάχα να μας φέρει
Τι κρύβει μες στα δόντια του, το ξέρω
Καθώς μου δίνει γελαστός το χέρι
Οι ρίζες του το σύστημα αγκαλιάζουν
Και χάνονται βαθιά στα περασμένα
Οι μάσκες του με τον καιρό αλλάζουν
Μα όχι και το μίσος του για μένα
Τον φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον
Δεν θα πεθάνει μόνος
ΤΣΑΚΙΣΕ ΤΟΝ!
Ο φασισμός δεν έρχεται από μέρος
Που λούζεται στον ήλιο και στ` αγέρι
Το κουρασμένο βήμα του το ξέρω
Και την περίσσια νιότη μας την ξέρει
ΜΑ ΠΑΛΙ ΘΕ Ν` ΑΠΛΩΣΕΙ ΣΑ ΧΟΛΕΡΑ
ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΑΝΕΜΕΛΙΑ ΣΟΥ
ΚΑΙ ΔΙΠΛΑ ΣΟΥ ΘΑ ΦΤΑΣΕΙ ΚΑΠΟΙΑ ΜΕΡΑ
ΑΝ ΧΑΣΕΙΣ ΤΑ ΤΑΞΙΚΑ ΓΥΑΛΙΑ ΣΟΥ
Τον φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον
Δεν θα πεθάνει μόνος
ΤΣΑΚΙΣΕ ΤΟΝ!
στίχοι: Φώντας Λάδης
δίσκος: «Τραγούδια Της Λευτεριάς»
Θάνος Μικρούτσικος
Μαρία Δημητριάδη
…Λες να ξυπνήσει κανείς;
Δεν το πιστεύω, μπορώ όμως πάντα να ελπίζω…
Όποιος διαθέτει την ικανότητα της σκέψης,
ας την θέσει σε λειτουργία,
μια που πλησιάζουν κι εκλογές.
Παρασκευή, Οκτωβρίου 06, 2006
Ερωτηματικά...
Το μυαλό μου, μια πολιτεία μ` ερωτηματικά.
Πυκνοκατοικημένη, ασφυκτική
Κάθε ερωτηματικό, μια ανησυχία
Μια έκπληξη
Απορημένα μάτια, παιδικά, ορθάνοιχτα∙
…Τι μέρος του κόσμου είμ` εγώ;
Πόσο καταλαμβάνω από τον χώρο,
από τον χρόνο, απ` την ουσία του;
Κυρίως απ` αυτήν!
Πόσο μικραίνω όσο μεγαλώνει αυτός!
Όσο ανοίγονται μπροστά μου πόρτες
κι εγώ, θέλοντας και μη, πρέπει να τις περνώ
Κι αυξάνεται το πλήθος των μονάδων
Και τείνω εγώ, σιγά σιγά, να μην υπάρχω.
Κι όμως, δεν ήταν πάντα έτσι.
Τόσα ερωτηματικά δεν μ` είχαν κατοικήσει∙
Γιατί όταν γεννήθηκα ήμουνα το παν;
Γιατί για χρόνια είχα ακόμα σημασία;
Και πώς εξαφανίστηκα μετά;
Πού πήγα;…
…Πού;…
Πυκνοκατοικημένη, ασφυκτική
Κάθε ερωτηματικό, μια ανησυχία
Μια έκπληξη
Απορημένα μάτια, παιδικά, ορθάνοιχτα∙
…Τι μέρος του κόσμου είμ` εγώ;
Πόσο καταλαμβάνω από τον χώρο,
από τον χρόνο, απ` την ουσία του;
Κυρίως απ` αυτήν!
Πόσο μικραίνω όσο μεγαλώνει αυτός!
Όσο ανοίγονται μπροστά μου πόρτες
κι εγώ, θέλοντας και μη, πρέπει να τις περνώ
Κι αυξάνεται το πλήθος των μονάδων
Και τείνω εγώ, σιγά σιγά, να μην υπάρχω.
Κι όμως, δεν ήταν πάντα έτσι.
Τόσα ερωτηματικά δεν μ` είχαν κατοικήσει∙
Γιατί όταν γεννήθηκα ήμουνα το παν;
Γιατί για χρόνια είχα ακόμα σημασία;
Και πώς εξαφανίστηκα μετά;
Πού πήγα;…
…Πού;…
Τρίτη, Οκτωβρίου 03, 2006
21ος...
«Ευφυϊα είναι 99% δουλειά
και 1% ταλέντο»
Άλμπερτ Αϊνστάιν
«Επιτυχία» τον 21ο αιώνα;
0% δουλειά,
80% γλείψιμο,
20% κωλοφαρδία
…..Απορρίφτηκα!
και 1% ταλέντο»
Άλμπερτ Αϊνστάιν
«Επιτυχία» τον 21ο αιώνα;
0% δουλειά,
80% γλείψιμο,
20% κωλοφαρδία
…..Απορρίφτηκα!
Κυριακή, Οκτωβρίου 01, 2006
Κυριακή πρωί
Κυριακή πρωί.
Απ` το παράθυρό μου στέλνει ο Ήλιος νιογέννητο Φως
Γεμίζει το μικρό μου δωμάτιο
Χαïδεύει τα μάτια μου απαλά
Τ` ανοίγει αργά, αιώνια…
Κοιτάζω και χαμογελώ.
Ήδη καταφθάνουνε στ` αφτιά μου οι πρώτοι ήχοι της μέρας
Τα πουλιά που συναυλίζονται στα δέντρα
Τ` αυτοκίνητα απ` τον δρόμο στις πρωινές τους διαδρομές
Κάτι καμπάνες Κυριακάτικες από μακριά…
Η φθινοπωρινή δροσιά κατέφθασε κι αυτή.
Βρήκε παράθυρο ανοιχτό και δίχως αιδώ
μπήκε στον τετραγωνικό μου χώρο.
Ήρθε να διώξει τ` απορρίμματα της προηγούμενης μέρας,
τ` ανασκαλέματα της νύχτας,
του χθες τον κουρνιαχτό.
Αγγίζει το δέρμα μου
Μπαινοβγαίνει στο κορμί μου
Ανανεώνει τα πάντα
Τ` αγιάζει.
Κι είναι ζωογόνος ο αέρας αυτός, στο ξύπνημα της μέρας.
Μπερδεύει μέσα του τις πρώτες ανάσες των δέντρων,
των πλασμάτων τις βρεφικές πνοές.
Τις κουβαλά ως εδώ,
τις μεταγγίζει στο αίμα μου,
μ` εμβαπτίζει στη Φύση.
Μ` επιστρέφει σ` Αυτήν
λίγο πριν με παραδώσει στον κόσμο
δυνατή και γεμάτη.
Απ` το παράθυρό μου στέλνει ο Ήλιος νιογέννητο Φως
Γεμίζει το μικρό μου δωμάτιο
Χαïδεύει τα μάτια μου απαλά
Τ` ανοίγει αργά, αιώνια…
Κοιτάζω και χαμογελώ.
Ήδη καταφθάνουνε στ` αφτιά μου οι πρώτοι ήχοι της μέρας
Τα πουλιά που συναυλίζονται στα δέντρα
Τ` αυτοκίνητα απ` τον δρόμο στις πρωινές τους διαδρομές
Κάτι καμπάνες Κυριακάτικες από μακριά…
Η φθινοπωρινή δροσιά κατέφθασε κι αυτή.
Βρήκε παράθυρο ανοιχτό και δίχως αιδώ
μπήκε στον τετραγωνικό μου χώρο.
Ήρθε να διώξει τ` απορρίμματα της προηγούμενης μέρας,
τ` ανασκαλέματα της νύχτας,
του χθες τον κουρνιαχτό.
Αγγίζει το δέρμα μου
Μπαινοβγαίνει στο κορμί μου
Ανανεώνει τα πάντα
Τ` αγιάζει.
Κι είναι ζωογόνος ο αέρας αυτός, στο ξύπνημα της μέρας.
Μπερδεύει μέσα του τις πρώτες ανάσες των δέντρων,
των πλασμάτων τις βρεφικές πνοές.
Τις κουβαλά ως εδώ,
τις μεταγγίζει στο αίμα μου,
μ` εμβαπτίζει στη Φύση.
Μ` επιστρέφει σ` Αυτήν
λίγο πριν με παραδώσει στον κόσμο
δυνατή και γεμάτη.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
